Δίαιτα χαμηλών υδατανθράκων: Μπορεί να αυξήσει την «κακή» χοληστερόλη σε κάποιους ανθρώπους
Οι δίαιτες χαμηλών υδατανθράκων έχουν αποκτήσει τα τελευταία χρόνια φανατικούς υποστηρικτές, καθώς πολλοί τις επιλέγουν για την απώλεια βάρους, τον καλύτερο έλεγχο του σακχάρου στο αίμα και τη μείωση του κινδύνου εμφάνισης διαβήτη τύπου 2.
Ωστόσο, νέα επιστημονικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι η συγκεκριμένη διατροφική προσέγγιση μπορεί να μην είναι κατάλληλη για όλους.
Σύμφωνα με μελέτη ερευνητών του Πανεπιστημίου Στάνφορντ, ορισμένοι άνθρωποι ενδέχεται να παρουσιάσουν σημαντική αύξηση της LDL χοληστερόλης – της λεγόμενης «κακής» χοληστερόλης – όταν ακολουθούν μια δίαιτα χαμηλή σε υδατάνθρακες και πλούσια σε λιπαρά.
Δεν αντιδρούν όλοι οι οργανισμοί με τον ίδιο τρόπο
Οι δίαιτες χαμηλών υδατανθράκων βασίζονται συνήθως στη σημαντική μείωση τροφών όπως το ψωμί, τα ζυμαρικά, το ρύζι και οι πατάτες, ενώ αυξάνουν την κατανάλωση πρωτεϊνών και λιπαρών.
Μέχρι σήμερα, αρκετές μελέτες έχουν δείξει ότι μπορούν να συμβάλουν στη βελτίωση ορισμένων μεταβολικών δεικτών και σε αρκετές περιπτώσεις να αυξήσουν τα επίπεδα της HDL, της λεγόμενης «καλής» χοληστερόλης. Ωστόσο, οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι τα αποτελέσματα δεν είναι ίδια για όλους.
Όπως αναφέρουν οι ερευνητές, οι διατροφικές συμβουλές συχνά παρουσιάζονται ως μια λύση που ταιριάζει σε όλους, όμως η πραγματικότητα είναι πιο περίπλοκη. Κάποιοι άνθρωποι φαίνεται να ανταποκρίνονται θετικά σε μια δίαιτα χαμηλών υδατανθράκων, ενώ άλλοι μπορεί να δουν τη χοληστερόλη τους να αυξάνεται σημαντικά.
Δείτε επίσης: Το σκόρδο μπορεί να μειώσει τη χοληστερόλη – Γιατί είναι καλύτερα να το τρώμε ωμό
Ο ρόλος των γονιδίων
Η ερευνητική ομάδα ανέλυσε δεδομένα από περισσότερους από 600 ενήλικες που ακολούθησαν είτε μια υγιεινή δίαιτα χαμηλών υδατανθράκων είτε μια υγιεινή δίαιτα χαμηλών λιπαρών για διάστημα ενός έτους.
Στη συνέχεια, οι επιστήμονες επικεντρώθηκαν σε περισσότερους από 400 συμμετέχοντες για τους οποίους υπήρχαν διαθέσιμα γενετικά δεδομένα. Εξέτασαν τη γενετική προδιάθεση κάθε ατόμου, την κατανάλωση κορεσμένων λιπαρών και τις μεταβολές στα επίπεδα της LDL χοληστερόλης.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι είχαν γενετική προδιάθεση για υψηλότερη LDL χοληστερόλη ήταν πιο πιθανό να παρουσιάσουν σημαντική αύξηση των επιπέδων της όταν ακολουθούσαν διατροφή χαμηλή σε υδατάνθρακες.
Γιατί μπορεί να αυξηθεί η «κακή» χοληστερόλη;
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η αύξηση αυτή συνδέεται κυρίως με τον τρόπο που εφαρμόζεται συχνά η δίαιτα.
Πολλοί άνθρωποι αντικαθιστούν τους υδατάνθρακες με τρόφιμα πλούσια σε κορεσμένα λιπαρά, όπως λιπαρά κομμάτια κρέατος, επεξεργασμένα αλλαντικά, βούτυρο και τυριά. Όσο μεγαλύτερη ήταν η κατανάλωση κορεσμένων λιπαρών από τους συμμετέχοντες υψηλού γενετικού κινδύνου, τόσο μεγαλύτερη ήταν και η αύξηση της LDL χοληστερόλης.
Η LDL χοληστερόλη μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία αθηρωματικής πλάκας στα τοιχώματα των αρτηριών, αυξάνοντας μακροπρόθεσμα τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων, όπως η στεφανιαία νόσος, το έμφραγμα και το εγκεφαλικό επεισόδιο.
Δείτε επίσης: Χοληστερόλη: Πράσινο φως σε τρία νέα φάρμακα από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων
Ποια λιπαρά θεωρούνται καλύτερη επιλογή;
Οι ειδικοί τονίζουν ότι δεν είναι όλα τα λιπαρά ίδια.
Τα κορεσμένα λιπαρά βρίσκονται κυρίως σε ζωικά προϊόντα, όπως το κόκκινο κρέας, τα πλήρη γαλακτοκομικά και το βούτυρο, αλλά και σε ορισμένα φυτικά έλαια όπως το φοινικέλαιο.
Αντίθετα, τα ακόρεστα λιπαρά, που βρίσκονται στο ελαιόλαδο, στους ξηρούς καρπούς, στους σπόρους, στο αβοκάντο και στα λιπαρά ψάρια, θεωρούνται πιο ωφέλιμα για την καρδιαγγειακή υγεία.
Για όσους ακολουθούν δίαιτα χαμηλών υδατανθράκων, οι επιστήμονες προτείνουν η κάλυψη των ενεργειακών αναγκών να γίνεται κυρίως μέσω αυτών των πηγών «καλών» λιπαρών και όχι μέσω τροφών με υψηλή περιεκτικότητα σε κορεσμένα λιπαρά.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα για όσους κάνουν low-carb δίαιτα;
Η μελέτη δεν υποστηρίζει ότι οι δίαιτες χαμηλών υδατανθράκων είναι επικίνδυνες για όλους. Αντίθετα, αναδεικνύει ότι η ανταπόκριση στη διατροφή μπορεί να διαφέρει σημαντικά από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι στο μέλλον η γενετική ανάλυση ίσως βοηθήσει τους επαγγελματίες υγείας να εντοπίζουν ποιοι άνθρωποι είναι πιθανότερο να ωφεληθούν από μια συγκεκριμένη διατροφική προσέγγιση και ποιοι χρειάζονται στενότερη παρακολούθηση.
Οι δίαιτες χαμηλών υδατανθράκων μπορούν να αποτελέσουν αποτελεσματικό εργαλείο για ορισμένους ανθρώπους, όμως δεν είναι απαραίτητα η ιδανική επιλογή για όλους. Η νέα μελέτη δείχνει ότι η γενετική προδιάθεση και η ποιότητα των λιπαρών που καταναλώνουμε ενδέχεται να επηρεάζουν σημαντικά τα επίπεδα χοληστερόλης.
Γι’ αυτό, πριν υιοθετήσετε μια αυστηρή διατροφική αλλαγή, είναι σημαντικό να συμβουλεύεστε γιατρό ή διαιτολόγο και να παρακολουθείτε τακτικά τους βασικούς καρδιομεταβολικούς δείκτες, συμπεριλαμβανομένης της χοληστερόλης.
Δείτε επίσης: «Καλή» χοληστερόλη: Ποια τρόφιμα αυξάνουν την HDL και ενισχύουν την υγεία της καρδιάς
Πηγή: Daily Mail / Φωτογραφία iStock




