Κετογονική (keto), μεσογειακή ή φυτική δίαιτα; Ποια έδειξε μεγαλύτερο όφελος σε ήπαρ και σάκχαρο

  • Αθηνά Γκόρου
δίαιτα Keto, keto or ketogenic diet
Νέα τυχαιοποιημένη μελέτη σε ανθρώπους με παχυσαρκία, προδιαβήτη και λιπώδες ήπαρ έδειξε ότι η σύνθεση της διατροφής μπορεί να επηρεάζει διαφορετικά το ήπαρ και τον έλεγχο του σακχάρου - Τι σημαίνουν τα ευρήματα και πού χρειάζεται προσοχή

Τρεις διαφορετικές δίαιτες, σχεδόν ίδια απώλεια βάρους, αλλά όχι ακριβώς ίδιο αποτέλεσμα στον μεταβολισμό. Αυτό έδειξε νέα τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη, στην οποία συγκρίθηκαν η κετογονική, η μεσογειακή και μια διατροφή κυρίως φυτικής προέλευσης και πολύ χαμηλή σε λιπαρά.

Όλοι οι συμμετέχοντες έχασαν περίπου το 10% του αρχικού τους βάρους και παρουσίασαν σημαντικές βελτιώσεις. Ωστόσο, όσοι ακολούθησαν την κετογονική δίαιτα εμφάνισαν μεγαλύτερη μείωση του λίπους στο ήπαρ και καλύτερα αποτελέσματα σε ορισμένους δείκτες που σχετίζονται με το σάκχαρο και την ινσουλίνη.

Η μελέτη δημοσιεύθηκε στις 27 Αυγούστου 2026 στο επιστημονικό περιοδικό Cell Metabolism. Οι ίδιοι οι ερευνητές, πάντως, τονίζουν ότι εξέτασαν μια πολύ συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων και για σχετικά μικρό χρονικό διάστημα.

Τρεις δίαιτες, ίδια περίπου απώλεια βάρους

Στη μελέτη συμμετείχαν 42 ενήλικες με παχυσαρκία, προδιαβήτη και συσσώρευση λίπους στο ήπαρ. Ο προδιαβήτης σημαίνει ότι τα επίπεδα σακχάρου είναι υψηλότερα από το φυσιολογικό, χωρίς όμως να έχουν φτάσει ακόμη στα επίπεδα του σακχαρώδη διαβήτη.

Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες και ακολούθησαν:

  • κετογονική δίαιτα, με ελάχιστους υδατάνθρακες και πολύ υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά,
  • μεσογειακή διατροφή, με πιο ισορροπημένη κατανομή υδατανθράκων και λιπαρών,
  • διατροφή κυρίως φυτικής προέλευσης και πολύ χαμηλή σε λιπαρά, με μεγαλύτερη συμμετοχή των υδατανθράκων.

Η κετογονική διατροφή ήταν ιδιαίτερα αυστηρή, καθώς μόλις το 4% της ενέργειας προερχόταν από υδατάνθρακες και το 73% από λιπαρά. Στη μεσογειακή, οι υδατάνθρακες αντιστοιχούσαν στο 50% και τα λιπαρά στο 35%, ενώ στη φυτική διατροφή τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 70% και 15%.

Ένα σημαντικό πλεονέκτημα της μελέτης είναι ότι οι ερευνητές παρείχαν οι ίδιοι όλα τα γεύματα. Παράλληλα, προσάρμοζαν τις θερμίδες ώστε κάθε συμμετέχων να χάσει περίπου το ίδιο ποσοστό βάρους και υπήρχε εβδομαδιαία παρακολούθηση από διαιτολόγο.

Έτσι μπόρεσαν να εξετάσουν καλύτερα εάν οι διαφορές στους μεταβολικούς δείκτες οφείλονταν στη σύνθεση της διατροφής και όχι απλώς στο γεγονός ότι μια ομάδα είχε χάσει περισσότερα κιλά.

Τι συνέβη στο ήπαρ και στο σάκχαρο

Και οι τρεις δίαιτες είχαν θετικά αποτελέσματα. Η ευαισθησία των μυών στην ινσουλίνη βελτιώθηκε κατά περίπου 50% σε όλες τις ομάδες.

Η ινσουλίνη είναι η ορμόνη που βοηθά τη γλυκόζη να περάσει από το αίμα στα κύτταρα. Όταν ο οργανισμός ανταποκρίνεται καλύτερα σε αυτήν, χρειάζεται μικρότερη προσπάθεια για να διατηρεί το σάκχαρο υπό έλεγχο.

Στο ήπαρ, όμως, εμφανίστηκε μεγαλύτερη διαφορά. Η ευαισθησία του ήπατος στην ινσουλίνη βελτιώθηκε δύο έως τρεις φορές περισσότερο στην ομάδα της κετογονικής δίαιτας σε σχέση με τις άλλες δύο ομάδες.

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό ήταν το λίπος στο ήπαρ. Μειώθηκε:

  • κατά 67% με την κετογονική δίαιτα,
  • κατά 45% με τη μεσογειακή,
  • κατά 45% με τη φυτική διατροφή χαμηλών λιπαρών.

Καλύτερη εικόνα στην κετογονική ομάδα καταγράφηκε επίσης στη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη, έναν δείκτη που αποτυπώνει τα επίπεδα σακχάρου των προηγούμενων μηνών, καθώς και στις μετρήσεις γλυκόζης και ινσουλίνης σε διάστημα 24 ωρών.

Ένα ακόμη ενδιαφέρον εύρημα αφορούσε τον προδιαβήτη. Μετά την απώλεια βάρους, το 50% της κετογονικής ομάδας δεν πληρούσε πλέον τα κριτήρια προδιαβήτη, έναντι 29% στη μεσογειακή ομάδα και 7% στην ομάδα της φυτικής διατροφής.

Κετογονική διατροφή (keto) – Δεν ήταν καλύτερη σε όλα

Τα αποτελέσματα, πάντως, δεν δείχνουν ότι η κετογονική διατροφή υπερείχε σε όλους τους δείκτες υγείας.

Μεταξύ των τριών ομάδων δεν καταγράφηκαν σημαντικές διαφορές στην LDL, τη λεγόμενη «κακή» χοληστερόλη, ούτε στην απολιποπρωτεΐνη Β, έναν ακόμη δείκτη που συνδέεται με τον καρδιαγγειακό κίνδυνο. Παρόμοια ήταν επίσης η βελτίωση της ευαισθησίας των μυών στην ινσουλίνη.

Ο José M. Ordovás, καθηγητής στο Friedman School of Nutrition Science and Policy του Tufts University, χαρακτηρίζει τη μελέτη μικρή αλλά καλά ελεγχόμενη.

Όπως επισημαίνει στο Science Media Centre Spain, τα ευρήματα δείχνουν ότι η κετογονική δίαιτα είχε καλύτερα αποτελέσματα στη μείωση του λίπους στο ήπαρ και σε ορισμένους δείκτες σακχάρου. Αυτό, όμως, δεν αρκεί για να θεωρηθεί συνολικά πιο υγιεινή από τη μεσογειακή ή τη φυτική διατροφή.

Η μελέτη ήταν μικρή, αφορούσε άτομα με παχυσαρκία, προδιαβήτη και λιπώδη νόσο του ήπατος και εξέτασε τι συνέβη όσο έχαναν βάρος. Δεν απαντά επομένως στο ποια από τις τρεις διατροφές είναι καλύτερη μακροπρόθεσμα για τη συνολική υγεία.

Γιατί χρειάζεται προσοχή

Το σημαντικότερο μειονέκτημα της έρευνας είναι ο μικρός αριθμός συμμετεχόντων: μόλις 14 άτομα ολοκλήρωσαν κάθε διατροφικό πρόγραμμα. Η παρέμβαση διήρκεσε περίπου τέσσερις έως πέντε μήνες και επομένως δεν γνωρίζουμε αν τα πλεονεκτήματα που καταγράφηκαν διατηρούνται σε βάθος χρόνου.

Επιπλέον, οι συνθήκες ήταν πολύ διαφορετικές από την καθημερινή ζωή. Οι συμμετέχοντες λάμβαναν έτοιμα όλα τα γεύματά τους και συναντούσαν διαιτολόγο κάθε εβδομάδα. Δεν είναι επομένως βέβαιο πόσο εύκολα μπορεί να τηρηθεί μια τόσο περιοριστική κετογονική διατροφή για μήνες ή χρόνια χωρίς αυτή την υποστήριξη.

Ο Francisco J. Tinahones, πρόεδρος του Ιδρύματος της Ισπανικής Εταιρείας για τη Μελέτη της Παχυσαρκίας και της Ισπανικής Εταιρείας Ενδοκρινολογίας και Διατροφής, τονίζει επίσης ότι τα ευρήματα αφορούν το βραχυπρόθεσμο διάστημα και δεν μπορούν να γενικευθούν στον γενικό πληθυσμό. Επισημαίνει ότι για τη μεσογειακή διατροφή υπάρχουν πολύ ισχυρότερα δεδομένα σχετικά με τη μακροχρόνια καρδιαγγειακή ασφάλεια και προστασία.

Η νέα έρευνα, επομένως, δεν δείχνει ότι όλοι πρέπει να στραφούν στην κετογονική δίαιτα. Δείχνει όμως κάτι σημαντικό: η απώλεια των κιλών δεν είναι το μοναδικό στοιχείο που επηρεάζει τη μεταβολική υγεία. Το τι περιλαμβάνει η διατροφή μπορεί να έχει επιπλέον επιδράσεις, ιδιαίτερα στο ήπαρ και στον έλεγχο του σακχάρου.

Και στις τρεις ομάδες, πάντως, η απώλεια περίπου 10% του σωματικού βάρους συνοδεύτηκε από ουσιαστική βελτίωση της μεταβολικής υγείας. Το κατάλληλο διατροφικό σχήμα παραμένει εκείνο που ανταποκρίνεται στις ανάγκες και στην κατάσταση υγείας του κάθε ανθρώπου και μπορεί να ακολουθηθεί με ασφάλεια και συνέπεια σε βάθος χρόνου.

Φωτογραφία: istock