Το παράδοξο των sleep apps: Πώς οι εφαρμογές για τον ύπνο μπορεί να συντηρούν την αϋπνία
Οι συσκευές και οι εφαρμογές παρακολούθησης ύπνου, sleep apps, έχουν γίνει ιδιαίτερα δημοφιλείς τα τελευταία χρόνια, καθώς υπόσχονται ότι θα βοηθήσουν τους χρήστες να έχουν καλύτερη ποιότητα ύπνου. Ωστόσο, νέα επιστημονική μελέτη δείχνει ότι για ορισμένους ανθρώπους – και ειδικά για όσους πάσχουν από αϋπνία – η χρήση τους μπορεί να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα, αυξάνοντας το άγχος και την υπερεστίαση στην ποιότητα του ύπνου.
Sleep apps – Μια ταχέως αναπτυσσόμενη αγορά
Η παρακολούθηση ύπνου αποτελεί πλέον μια δυναμικά αναπτυσσόμενη αγορά. Σύμφωνα με την εταιρεία ερευνών Grand View Research, η αγορά συσκευών παρακολούθησης ύπνου στις Ηνωμένες Πολιτείες έφτασε τα 5 δισεκατομμύρια δολάρια (περίπου 4,25 δισεκατομμύρια ευρώ) το 2023 και αναμένεται να διπλασιαστεί έως το 2030.
Οι περισσότερες εφαρμογές βασίζονται σε αισθητήρες που ενσωματώνονται σε φορητές συσκευές, όπως έξυπνα ρολόγια και fitness trackers. Οι συσκευές αυτές καταγράφουν βασικές παραμέτρους, όπως ο χρόνος που χρειάζεται κάποιος για να αποκοιμηθεί, η διάρκεια του ύπνου και η αποδοτικότητα του ύπνου.
Sleep apps – Η έρευνα
Στο πλαίσιο της μελέτης, από το πανεπιστήμιο Bergen στη Νορβηγία, οι επιστήμονες ανέλυσαν δεδομένα από περισσότερους από 1.000 συμμετέχοντες στη Νορβηγία, με μέσο όρο ηλικίας τα 50 έτη. Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να απαντήσουν σχετικά με τη χρήση εφαρμογών ύπνου, την κατάσταση της υγείας του ύπνου τους και τις θετικές ή αρνητικές επιπτώσεις που έχουν βιώσει.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η ηλικία αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα που επηρεάζει την εμπειρία των χρηστών. Τα άτομα ηλικίας 18–35 και 36–50 ετών ήταν πιο πιθανό να αναφέρουν θετικά αποτελέσματα, όπως καλύτερο ύπνο και μεγαλύτερη προτεραιοποίηση της ξεκούρασης.
Ωστόσο, οι ίδιες ομάδες ανέφεραν και υψηλότερα επίπεδα άγχους και ανησυχίας, γεγονός που υποδηλώνει ότι είναι πιο επιρρεπείς στις αρνητικές συνέπειες της συνεχούς παρακολούθησης και της υπερανάλυσης των δεδομένων ύπνου.
Sleep apps Όταν η παρακολούθηση γίνεται πηγή άγχους
Σύμφωνα με τη μελέτη, οι εφαρμογές αυτές εντείνουν την ενασχόληση με την ποιότητα του ύπνου και την ανάγκη συνεχούς ελέγχου του, κάτι που μπορεί να αυξήσει το άγχος, ιδιαίτερα σε άτομα με διαταραχές ύπνου. Αντί να λειτουργούν χαλαρωτικά, συχνά καλλιεργούν μια επίμονη ανησυχία για το αν ο ύπνος ήταν «αρκετά καλός».
Ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Χόκον Λουντεκβάμ Μπέργκε, υπογράμμισε ότι η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας αυτών των εφαρμογών καθιστά αναγκαία τη συστηματική επιστημονική διερεύνηση των επιδράσεών τους.
Οι νεότεροι πιο ευάλωτοι στις επιπτώσεις
Ένα ακόμη σημαντικό εύρημα της μελέτης είναι ότι οι νεότεροι ενήλικες φαίνεται να επηρεάζονται περισσότερο από τα δεδομένα που παρέχουν οι εφαρμογές. Όπως σημειώνει ο Μπέργκε, οι νεότερες ηλικιακές ομάδες αναφέρουν μεν περισσότερα οφέλη, όπως βελτίωση των συνηθειών ύπνου και μεγαλύτερη προσοχή στη σημασία του, ταυτόχρονα όμως βιώνουν και αυξημένα επίπεδα άγχους και ανησυχίας.
Αυτό υποδηλώνει ότι είναι πιο ευαίσθητοι στις πληροφορίες που λαμβάνουν από τις ψηφιακές εφαρμογές υγείας και ενδέχεται να επηρεάζονται αρνητικά από την υπερανάλυση των δεδομένων.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα
Τα συμπεράσματα της μελέτης αναδεικνύουν μια σημαντική ισορροπία: ενώ η τεχνολογία μπορεί να προσφέρει χρήσιμες πληροφορίες για την υγεία, η υπερβολική ενασχόληση με τα δεδομένα μπορεί να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα, ιδιαίτερα σε άτομα που ήδη αντιμετωπίζουν δυσκολίες στον ύπνο.
Η ουσιαστική βελτίωση της ποιότητας ύπνου δεν εξαρτάται μόνο από την καταγραφή στοιχείων, αλλά και από την ικανότητα του ατόμου να αποσυνδέεται από το άγχος της συνεχούς παρακολούθησης και να υιοθετεί πιο ισορροπημένες συνήθειες.
ΠΗΓΗ: euronews
Φωτογραφία: istock




