Εμμηνόπαυση: 2 θρεπτικά συστατικά μπορεί να καθυστερήσουν την εμφάνισή της – Nέα μελέτη
Η χρονική στιγμή κατά την οποία μια γυναίκα εισέρχεται στην εμμηνόπαυση δεν αποτελεί απλώς ένα φυσιολογικό στάδιο της ζωής, αλλά συνδέεται άμεσα με τη μακροπρόθεσμη υγεία της . Η πρώιμη εμμηνόπαυση, δηλαδή πριν από την ηλικία των 45 ετών, έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων και οστεοπόρωσης, όπως δείχνουν επιδημιολογικές μελέτες που έχουν δημοσιευθεί στη διεθνή βιβλιογραφία.
Εφόσον η ηλικία της εμμηνόπαυσης σχετίζεται με κρίσιμους δείκτες υγείας, η αναζήτηση παραγόντων που μπορούμε να επηρεάσουμε αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ένας τέτοιος παράγοντας είναι η διατροφή και ειδικότερα η πρόσληψη αντιοξειδωτικών.
Πώς βοηθούν τα αντιοξειδωτικά
Η γήρανση των ωοθηκών, όπως και η γήρανση ολόκληρου του οργανισμού, επηρεάζεται από βιολογικές διεργασίες που εξελίσσονται σταδιακά μέσα στα χρόνια. Μία από αυτές είναι το οξειδωτικό στρες, μια κατάσταση κατά την οποία τα κύτταρα εκτίθενται σε αυξημένο «φορτίο» ελευθέρων ριζών. Δηλαδή μορίων ιδιαίτερα δραστικών που μπορούν, όταν δεν εξουδετερώνονται επαρκώς, να προκαλέσουν σταδιακή φθορά στους ιστούς
Όταν η φυσική άμυνα του σώματος δεν επαρκεί για να εξουδετερώσει τις ελεύθερες ρίζες, οι βλάβες συσσωρεύονται και η διαδικασία της γήρανσης επιταχύνεται, συμπεριλαμβανομένης της λειτουργικής φθοράς των ωοθηκών.
Εδώ ακριβώς έρχεται ο ρόλος των αντιοξειδωτικών. Πρόκειται για ουσίες που προσλαμβάνονται κυρίως μέσω της τροφής και συμβάλλουν στην εξισορρόπηση του οξειδωτικού στρες, λειτουργώντας ως μηχανισμός προστασίας των κυττάρων. Έτσι, η διατροφή δεν είναι απλώς μια γενική σύσταση ευεξίας, αλλά ένας πιθανός παράγοντας που μπορεί να επηρεάζει και τον ρυθμό με τον οποίο γερνά το αναπαραγωγικό σύστημα.
Η μελέτη που συνέδεσε τα αντιοξειδωτικά με την ηλικία εμμηνόπαυσης
Πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Scientific Reports διερεύνησε εάν η συνολική πρόσληψη αντιοξειδωτικών μέσω της διατροφής, συμβάλλει στην καθυστέρηση της εμμηνόπαυσης και τη μεγαλύτερη διάρκεια της γόνιμης ζωής μιας γυναίκας.
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δεδομένα από την εθνική έρευνα υγείας και διατροφής των ΗΠΑ (NHANES), αναλύοντας στοιχεία από 4.514 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Η μέση ηλικία πρώτης περιόδου ήταν περίπου 13 έτη, ενώ η μέση διάρκεια αναπαραγωγικής ζωής 36,5 έτη.
Για να εκτιμήσουν πόσα αντιοξειδωτικά λάμβανε κάθε γυναίκα μέσω της διατροφής της, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν τον δείκτη Composite Dietary Antioxidant Index (CDAI). Ο σύνθετος αυτός δείκτης,προκύπτει από τον υπολογισμό της ημερήσιας πρόσληψης έξι βασικών αντιοξειδωτικών θρεπτικών συστατικών:
- Ψευδάργυρος
- Σελήνιο
- Βιταμίνη Α
- Βιταμίνη C
- Βιταμίνη Ε
- Καροτενοειδή
Οπότε, όσο μεγαλύτερη ήταν η συνολική κατανάλωση αυτών των ουσιών, τόσο υψηλότερη ήταν και η βαθμολογία στον δείκτη.
Στη συνέχεια, οι ερευνητές εξέτασαν αν οι γυναίκες με υψηλότερη βαθμολογία στον δείκτη αυτόν έμπαιναν στην εμμηνόπαυση σε μεγαλύτερη ηλικία και αν είχαν μεγαλύτερη διάρκεια αναπαραγωγικής ζωής σε σύγκριση με όσες κατανάλωναν λιγότερα αντιοξειδωτικά.
Τα βασικά ευρήματα
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι γυναίκες που ακολουθούσαν διατροφή πλουσιότερη σε αντιοξειδωτικά έμπαιναν στην εμμηνόπαυση κατά μέσο όρο σχεδόν έναν χρόνο αργότερα σε σύγκριση με όσες είχαν χαμηλότερη πρόσληψη. Παράλληλα, η συνολική διάρκεια της αναπαραγωγικής τους ζωής ήταν περίπου έναν χρόνο μεγαλύτερη. Με άλλα λόγια, η διαφορά δεν ήταν οριακή, αλλά μετρήσιμη.
Ακόμη πιο εντυπωσιακό ήταν το εύρημα που αφορούσε την πρώιμη εμμηνόπαυση, δηλαδή την εμφάνισή της πριν από τα 45 έτη. Οι γυναίκες με την υψηλότερη κατανάλωση αντιοξειδωτικών παρουσίασαν 27% μικρότερη πιθανότητα να βιώσουν πρόωρη διακοπή της περιόδου τους, σε σύγκριση με εκείνες που βρίσκονταν στο χαμηλότερο επίπεδο πρόσληψης.
Οι ερευνητές παρατήρησαν επίσης ότι το όφελος δεν αυξανόταν επ’ άπειρον. Υπήρχε ένα σημείο ισορροπίας. Μέχρι ένα συγκεκριμένο επίπεδο συνολικής πρόσληψης αντιοξειδωτικών (βαθμολογία CDAI 1,05) η καθυστέρηση της εμμηνόπαυσης ήταν πιο εμφανής. Πέρα από αυτό, η περαιτέρω αύξηση δεν φάνηκε να προσφέρει επιπλέον πλεονέκτημα. Με άλλα λόγια, δεν φαίνεται να χρειάζονται υπερβολικές ποσότητες, αλλά ένα σταθερό και ικανοποιητικό επίπεδο πρόσληψης.
Όταν δε οι επιστήμονες εξέτασαν ξεχωριστά τα επιμέρους θρεπτικά συστατικά, δύο φάνηκαν να διαδραματίζουν πιο καθοριστικό ρόλο:
- η βιταμίνη C
- και τα καροτενοειδή
Τι σημαίνουν τα αποτελέσματα της μελέτης;
Το γεγονός ότι οι γυναίκες με υψηλότερη πρόσληψη αντιοξειδωτικών μπήκαν στην εμμηνόπαυση περίπου έναν χρόνο αργότερα μπορεί, με την πρώτη ματιά, να φαίνεται μικρή διαφορά. Ωστόσο, ακόμη και μια καθυστέρηση ενός έτους θεωρείται βιολογικά σημαντική, καθώς μεταφράζεται σε μεγαλύτερη διάρκεια λειτουργίας των ωοθηκών.
Ακόμη πιο ουσιαστικό είναι το εύρημα που αφορά τον κίνδυνο πρώιμης εμμηνόπαυσης. Η μείωση κατά 27% υποδηλώνει ότι μια διατροφή πλούσια σε αντιοξειδωτικά ενδέχεται να λειτουργεί προστατευτικά απέναντι στην πρόωρη εξάντληση της ωοθηκικής λειτουργίας. Με δεδομένο ότι η πρώιμη εμμηνόπαυση έχει συσχετιστεί με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο, όπως έχει καταγραφεί σε μεγάλες μετα-αναλύσεις, η διαφορά αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.
Η μεγαλύτερη αναπαραγωγική διάρκεια σημαίνει περισσότερα χρόνια φυσικής παραγωγής οιστρογόνων, ορμονών που συμβάλλουν στη διατήρηση της οστικής μάζας και στη σωστή λειτουργία του καρδιαγγειακού συστήματος. Συνεπώς, τα ευρήματα της μελέτης δεν αφορούν μόνο τη γονιμότητα, αλλά ενδεχομένως συνδέονται με τη συνολική υγεία των επόμενων δεκαετιών.
Πρακτικές διατροφικές ενδείξεις από τη μελέτη
Οι συγγραφείς αναφέρουν ότι το ευεργετικό επίπεδο αντιοξειδωτικών θα μπορούσε να επιτευχθεί με ημερήσια πρόσληψη περίπου:
- Βιταμίνη C: ≥90 mg/ημέρα
(π.χ. 1 πορτοκάλι + 1 φλιτζάνι μπρόκολο) - Καροτενοειδή: ≥6 mg/ημέρα
(π.χ. 1 μέτριο καρότο + 1 φλιτζάνι σπανάκι) - Ψευδάργυρος: ≥11 mg/ημέρα
(π.χ. στρείδια + αμύγδαλα)
Οι ποσότητες αυτές ευθυγραμμίζονται με τις συστάσεις του National Institutes of Health για τα μικροθρεπτικά συστατικά:
Περιορισμοί
Παρότι τα ευρήματα της μελέτης είναι ενθαρρυντικά, υπάρχουν ορισμένοι ουσιαστικοί περιορισμοί που πρέπει να ληφθούν υπόψη. Καταρχάς, πρόκειται για εγκάρσια μελέτη. Δηλαδή για έρευνα που καταγράφει δεδομένα σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή και δεν παρακολουθεί τις ίδιες γυναίκες σε βάθος χρόνου.
Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να αποδείξει σχέση αιτίας-αποτελέσματος. Με άλλα λόγια, δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι η αυξημένη πρόσληψη αντιοξειδωτικών καθυστερεί την εμμηνόπαυση· είναι πιθανό άλλοι, μη μετρημένοι παράγοντες να επηρεάζουν τόσο τις διατροφικές επιλογές όσο και τη χρονική στιγμή της εμμηνόπαυσης.
Επιπλέον, σημαντικό μέρος των στοιχείων βασίστηκε σε αυτοαναφορά, δηλαδή σε όσα θυμούνταν και δήλωναν οι ίδιες οι συμμετέχουσες σχετικά με τη διατροφή και το ιστορικό τους. Αυτό ενέχει τον κίνδυνο σφαλμάτων μνήμης ή ανακρίβειας στις απαντήσεις. Τέλος, ο δείκτης CDAI περιλαμβάνει μόνο έξι συγκεκριμένα αντιοξειδωτικά και δεν αποτυπώνει την πιθανή συμβολή άλλων ουσιών με αντιοξειδωτική δράση, όπως οι πολυφαινόλες που περιέχονται σε τρόφιμα όπως το ελαιόλαδο, το τσάι και τα μούρα.
Επομένως, η συνολική επίδραση της διατροφής μπορεί να είναι πιο σύνθετη από αυτή που καταγράφει ο συγκεκριμένος δείκτης.
Φωτογραφία: istock




