ΔΕΠΥ: Μπορούν οι οθόνες να «πυροδοτήσουν» συμπτώματα της διαταραχής στα παιδιά; Τα νέα ερευνητικά δεδομένα

  • Αθηνά Γκόρου
ΔΕΠΥ
Μια νέα επιστημονική ματιά στη συσχέτιση της τεχνολογίας με τη ΔΕΠΥ στην παιδική και εφηβική ηλικία.

Η καθημερινότητα των παιδιών, από το σχολείο έως τη διασκέδαση, είναι πλέον άρρηκτα συνδεδεμένη με την τεχνολογία. Ηλεκτρονικά παιχνίδια, εφαρμογές, κοινωνικά δίκτυα και βίντεο καταλαμβάνουν όλο και περισσότερο χρόνο, ακόμη και από την ηλικία των 3 ετών.

Οι γονείς βλέπουν τα παιδιά τους να βυθίζονται στις οθόνες και αναρωτιούνται αν αυτό μπορεί να έχει επίπτωση στις γνωστικές τους λειτουργίες, την προσοχή και στη συμπεριφορά τους.

Τι λένε οι επιστήμονες

Αυτό που απασχολεί ολοένα και περισσότερους επιστήμονες είναι εάν η υπερβολική χρήση ψηφιακών μέσων μπορεί να συμβάλλει σε συμπεριφορές που μοιάζουν με τα συμπτώματα της ΔΕΠΥ,  της διαταραχής ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας. Δεν μιλάμε για άμεση αιτία, αλλά για μια επιρροή που αξίζει διερεύνηση.

Η ΔΕΠΥ, όπως εξηγεί ο παιδοψυχολόγος δρ Μάικλ Μάνος (Michael Manos, PhD) από την Cleveland Clinic, είναι μια νευροαναπτυξιακή διαταραχή με γενετική βάση, που χαρακτηρίζεται από υπερκινητικότητα, παρορμητικότητα και δυσκολία συγκέντρωσης.

Δεν προκαλείται από την τεχνολογία. Όμως, όπως σημειώνει, η συχνή και έντονη χρήση ψηφιακών μέσων μπορεί να ενισχύσει ή να προκαλέσει συμπεριφορές που προσομοιάζουν με τα χαρακτηριστικά της ΔΕΠΥ, χωρίς να είναι το ίδιο πράγμα.

Τα ευρήματα που προβληματίζουν

Μια από τις σημαντικότερες μελέτες που επιχείρησαν να διερευνήσουν τη σχέση μεταξύ ψηφιακής τεχνολογίας και συμπτωμάτων ΔΕΠΥ δημοσιεύτηκε το 2018 στο έγκριτο ιατρικό περιοδικό JAMA. Η ερευνητική ομάδα, με επικεφαλής τον Κ. Κ. Ρα (Kara C. Ra), ανέλυσε τα δεδομένα 2.587 εφήβων ηλικίας 15-16 ετών από δημόσια σχολεία της Καλιφόρνια, οι οποίοι δεν είχαν προηγουμένως διαγνωστεί με διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ).

Στόχος της μελέτης ήταν να εξεταστεί εάν η συχνή χρήση ψηφιακών μέσων,όπως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα ηλεκτρονικά παιχνίδια και οι πλατφόρμες streaming, σχετίζεται με την εμφάνιση συμπτωμάτων που συνδέονται με τη ΔΕΠΥ σε εφήβους που μέχρι τότε θεωρούνταν «υγιείς» ως προς αυτή τη διάγνωση.

Οι συμμετέχοντες παρακολουθήθηκαν για διάστημα 24 μηνών, ενώ απαντούσαν σε ερωτηματολόγια σχετικά με:

  • τη συχνότητα χρήσης 14 μορφών ψηφιακών μέσων (π.χ. social media, βίντεο, μουσική, μηνύματα, διαδικτυακά παιχνίδια),
  • και την εμφάνιση συμπτωμάτων απροσεξίας και/ή υπερκινητικότητας-παρορμητικότητας, τα οποία αξιολογούνται βάσει διαγνωστικών κριτηρίων για τη ΔΕΠΥ.

ΔΕΠΥ και οθόνες – Τι έδειξε η μελέτη;

Τα αποτελέσματα ήταν σαφή: οι έφηβοι που ανέφεραν συχνή ή πολύ συχνή χρήση των ψηφιακών μέσων ήταν κατά 10%–11% πιο πιθανό να εμφανίσουν  συμπτώματα που μοιάζουνμε τα διαγνωστικά χαρακτηριστικά της ΔΕΠΥ, σε σχέση με τους συνομηλίκους τους που χρησιμοποιούσαν σπανιότερα τέτοια μέσα.

Συγκεκριμένα, οι ερευνητές διαπίστωσαν αυξημένη παρουσία:

  • απροσεξίας, όπως η δυσκολία οργάνωσης και ολοκλήρωσης καθημερινών εργασιών,
  • και υπερκινητικότητας/παρορμητικότητας, όπως η αδυναμία να μείνει κάποιος καθιστός για ώρα ή να περιμένει τη σειρά του για να μιλήσει ή να κάνει κάποια εργασία.

Τι σημαίνουν αυτά τα ευρήματα;

Η μελέτη δεν αποδεικνύει αιτιακή σχέση – δηλαδή, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η τεχνολογία προκαλεί ΔΕΠΥ. Όμως, τα δεδομένα δείχνουν ότι υπάρχει σαφής συσχέτιση: η υψηλή έκθεση σε ψηφιακά μέσα σχετίζεται με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης συμπτωμάτων τύπου ΔΕΠΥ (που μοιαζουν δηλαδή), ιδιαίτερα σε εφήβους χωρίς προγενέστερη διάγνωση.

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι αυτό μπορεί να οφείλεται στην υψηλή ένταση ερεθισμάτων που προσφέρουν τα ψηφιακά μέσα (ειδοποιήσεις, αλλαγές εικόνας, ανταμοιβές σε παιχνίδια), η οποία μπορεί να δυσκολεύει τον εγκέφαλο να προσαρμοστεί σε πιο «αργές», απαιτητικές συνθήκες συγκέντρωσης όπως το σχολείο ή η μελέτη.

Προσοχή στην ερμηνεία

Παρότι τα ευρήματα της μελέτης είναι εντυπωσιακά, οι ειδικοί συνιστούν προσοχή στην ερμηνεία. Ο παιδοψυχολόγος δρ Μάικλ Μάνος, από την Cleveland Clinic, τονίζει ότι δεν πρέπει να εξάγουμε βιαστικά συμπεράσματα:

«Το ότι ένα παιδί παίζει πολλές ώρες με παιχνίδια ή περνά χρόνο στα social δεν σημαίνει ότι θα αναπτύξει ΔΕΠΥ. Όμως, τέτοιες συμπεριφορές μπορεί να αναδείξουν λανθάνουσες δυσκολίες προσοχής», επισημαίνει.

Με άλλα λόγια, η υπερβολική χρήση ψηφιακών μέσων δεν προκαλεί τη ΔΕΠΥ, αλλά μπορεί να πυροδοτήσει συμπεριφορές που της μοιάζουν, ειδικά σε παιδιά που έχουν ήδη κάποια προδιάθεση για δυσκολίες συγκέντρωσης ή ρύθμισης της προσοχής τους.

Ο βασικός παράγοντας εδώ είναι η υπερδιέγερση της προσοχής. Οι συνεχείς ειδοποιήσεις, τα βίντεο και τα μηνύματα δημιουργούν μια συνεχόμενη διάσπαση. Το παιδί μπορεί να δυσκολεύεται να παραμείνει συγκεντρωμένο, ακόμη κι όταν απλώς νιώθει τη δόνηση του κινητού στην τσέπη του μέσα στην τάξη. Κι αυτό αρκεί για να αποσπάσει το μυαλό του από το μάθημα.

Η επίδραση στις κοινωνικές δεξιότητες

Η τεχνολογία δεν επηρεάζει μόνο την προσοχή, αλλά και τον τρόπο που τα παιδιά κοινωνικοποιούνται. Όταν οι επαφές τους γίνονται κυρίως μέσω ψηφιακών μέσων, χάνεται ένα κρίσιμο μέρος της ανθρώπινης επικοινωνίας: οι εκφράσεις του προσώπου, ο τόνος της φωνής, η σωματική γλώσσα. «Αυτά είναι τα σημεία που μας βοηθούν να κατανοούμε τις σχέσεις», λέει ο Δρ. Μάνος. Και αυτά δεν μαθαίνονται από ένα βιντεοπαιχνίδι ή ένα chat.

Ένα ακόμη ανησυχητικό φαινόμενο είναι η συναισθηματική εξάρτηση από τις οθόνες. Πολλά παιδιά δείχνουν συμπτώματα άγχους αποχωρισμού όταν τους παίρνεις τη συσκευή. «Κάποια παιδιά κάνουν πραγματικά κρίσεις θυμού», λέει χαρακτηριστικά ο ειδικός.

Επιπλέον, η συνεχής αναμονή ειδοποιήσεων δημιουργεί ένταση και ανυπομονησία, ένα συνεχές «σε εγρήγορση» που κουράζει το νευρικό σύστημα. Δεν είναι τυχαίο ότι ορισμένα παιδιά εμφανίζουν ευερεθιστότητα, νευρικότητα και αϋπνία χωρίς προφανή λόγο.

Ποια είναι η λύση;

Η Αμερικανική Παιδιατρική Ακαδημία (AAP) συστήνει καθόλου οθόνες για παιδιά κάτω των 3 ετών, και μέχρι μία ώρα την ημέρα για παιδιά προσχολικής και σχολικής ηλικίας.

Ο δρ Μάνος προτείνει τη συνεχή συμμετοχή των γονιών στη χρήση της τεχνολογίας. Το να παρακολουθεί ένας γονιός μαζί με το παιδί, να συζητούν, να σχολιάζουν, ενισχύει τον δεσμό. Όμως ακόμη πιο σημαντικό είναι να δώσουμε εμείς οι ίδιοι το παράδειγμα. Όπως λέει:

«Τα παιδιά μαθαίνουν μέσα από την πραγματική αλληλεπίδραση με άλλους ανθρώπους, όχι από προσχεδιασμένα σενάρια και εικονικούς χαρακτήρες.»

Η τεχνολογία είναι εργαλείο. Μπορεί να εκπαιδεύσει, να διασκεδάσει, να φέρει σε επαφή. Όμως η υπερβολή θολώνει τα όρια της πραγματικής ζωής, και ιδιαίτερα για ένα παιδί που ακόμα διαμορφώνει τον εαυτό του, η ισορροπία είναι απαραίτητη.

 Φωτογραφία: istock