Παγκόσμια Εβδομάδα Εμβολιασμού: Η πρόληψη ως στρατηγική δημόσιας υγείας και ο ρόλος της καινοτομίας στα εμβόλια

  • Γιάννα Σουλάκη
Βλάσης Κριτσιώνης, GSK
Η Παγκόσμια Εβδομάδα Εμβολιασμού έρχεται να υπενθυμίσει τον καθοριστικό ρόλο της πρόληψης στη δημόσια υγεία, σε μια περίοδο όπου η επιστήμη των εμβολίων εξελίσσεται ραγδαία και η ανάγκη για ισχυρά εθνικά συστήματα ανοσοποίησης γίνεται ολοένα και πιο επιτακτική.

Στο πλαίσιο αυτό, στο iatropedia.gr φιλοξενούμε συνέντευξη του κ. Βλάση Κριτσιώνη, Εμπορικού Διευθυντή Εμβολίων Ενηλίκων και HIV, GSK Ελλάδος ο οποίος και αναλύει τη σημασία του εμβολιασμού, τις παγκόσμιες προκλήσεις, αλλά και τον ρόλο της καινοτομίας και της συνεργασίας στη διαμόρφωση ενός πιο ανθεκτικού και βιώσιμου συστήματος υγείας.

ΕΡ: Διανύοντας την Παγκόσμια Εβδομάδα Εμβολιασμού, πώς αξιολογείτε τη σημασία της για την προαγωγή της δημόσιας υγείας και τον ρόλο του εμβολιασμού, με βάση τον ηγετικό ρόλο της GSK στον τομέα των εμβολίων;

Β.Κ: Η Παγκόσμια Εβδομάδα Εμβολιασμού αποτελεί έναν θεμελιώδη θεσμό για τη διεθνή κοινότητα δημόσιας υγείας, καθώς αναδεικνύει με συνέπεια τον εμβολιασμό, ως έναν από τους πλέον καθοριστικούς πυλώνες πρόληψης, ανθεκτικότητας και συνολικής προστασίας των πληθυσμών.

Ο κ. Βλάσης Κριτσιώνης, Εμπορικός Διευθυντής Εμβολίων Ενηλίκων και HIV, GSK Ελλάδος

Άλλωστε, τα εμβόλια θεωρούνται η δεύτερη πιο αποτελεσματική παρέμβαση δημόσιας υγείας παγκοσμίως για την πρόληψη ασθενειών και τη διάσωση ζωών, μετά το καθαρό πόσιμο νερό. Πέρα από τον συμβολικό και ενημερωτικό της χαρακτήρα, η Παγκόσμια Εβδομάδα Εμβολιασμού λειτουργεί ως σημείο παγκόσμιας σύγκλισης μεταξύ Πολιτείας, επιστημονικής κοινότητας και ιδιωτικού τομέα, ενισχύοντας τη συλλογική δράση για την προαγωγή της ανοσοποίησης και τη μεγιστοποίηση των οφελών της για τη δημόσια υγεία.

Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, ο εμβολιασμός εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις πιο αποτελεσματικές και οικονομικά αποδοτικές παρεμβάσεις στον τομέα της υγείας, με αποδεδειγμένη συμβολή στη μείωση της νοσηρότητας, της θνησιμότητας και του συνολικού φορτίου των συστημάτων υγείας. Βέβαια, παρά τα τεκμηριωμένα αυτά οφέλη, η προτεραιοποίηση του ως επένδυση παραμένει διεθνώς δυσανάλογα χαμηλή, αντιστοιχώντας περίπου στο 0,5% των συνολικών δαπανών υγείας σε πολλές χώρες – γεγονός που αναδεικνύει ένα σαφές περιθώριο ενίσχυσης της στρατηγικής σημασίας που αποδίδεται στην πρόληψη με γνώμονα το μακροπρόθεσμο όφελος της κοινωνίας και των συστημάτων υγείας.

Την ίδια στιγμή, και αυτό αξίζει να υπογραμμιστεί ιδιαίτερα, η επιστημονική πρόοδος στον τομέα των εμβολίων είναι εξαιρετικά δυναμική. Σήμερα βρίσκονται υπό ανάπτυξη παγκοσμίως περίπου 100 νέα υποψήφια εμβόλια, εκ των οποίων σχεδόν τα μισά αφορούν νοσήματα για τα οποία δεν υπάρχει ακόμη διαθέσιμη προληπτική επιλογή. Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί απλώς μια επιστημονική πρόοδο, αλλά αναδεικνύει μια νέα εποχή για τη δημόσια υγεία, στην οποία η συστηματική επένδυση στην πρόληψη και η ενίσχυση των Εθνικών Προγραμμάτων Εμβολιασμού καθίστανται στρατηγικής και διαχρονικής σημασίας.

Τελικά, και ίσως πιο ουσιαστικά, η πραγματική αξία του εμβολιασμού αποτυπώνεται στην καθημερινή κλινική και κοινωνική πραγματικότητα: στη μείωση των νοσηλειών, στην αποτροπή σοβαρών επιπλοκών και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών.

ΕΡ: Ποια είναι τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν τη στρατηγική προσέγγιση της GSK στην παγκόσμια έρευνα, ανάπτυξη και παραγωγή εμβολίων;

Β.Κ: Στην GSK, η δέσμευσή μας στα εμβόλια στηρίζεται στην βαθιά πεποίθηση ότι η πρόληψη πρέπει να είναι άμεσα προσβάσιμη, αξιόπιστη και παγκοσμίως διαθέσιμη, χωρίς διακοπές και χωρίς περιορισμούς. Για τον λόγο αυτό, συνεχίζουμε να επενδύουμε σε μια ανθεκτική και ευέλικτη παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα εμβολίων, ικανή να ανταποκρίνεται με ταχύτητα και κλίμακα στις ανάγκες των πληθυσμών. Η GSK διαθέτει ένα από τα ευρύτερα χαρτοφυλάκια εμβολίων παγκοσμίως, με παρουσία σε περισσότερες από 160 χώρες, χορηγώντας καθημερινά περισσότερες από 1 εκατομμύριο δόσεις, ενώ 4 στα 10 παιδιά διεθνώς εμβολιάζονται κάθε χρόνο με εμβόλιο της εταιρείας. Να σας δώσω και μερικά επιπλέον στοιχεία.

Σήμερα, το δίκτυο παραγωγής εμβολίων μας περιλαμβάνει 33 εξειδικευμένες μονάδες παγκοσμίως, με περισσότερους από 24.000 ανθρώπους να εργάζονται καθημερινά για τη διασφάλιση υψηλής ποιότητας και σταθερής προμήθειας. Μόνο το 2025, παραδώσαμε 389 εκατομμύρια δόσεις εμβολίων, με ρυθμό έγκαιρης και πλήρους παράδοσης που φτάνει το 99%.

Παράλληλα, επαναπροσδιορίζουμε τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται και παράγονται τα εμβόλια, αξιοποιώντας ψηφιακές τεχνολογίες, “έξυπνη” παραγωγή και εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης. Μέσα από αυτά τα συστήματα, μπορούμε να προσομοιώνουμε κρίσιμες διαδικασίες παραγωγής, να προβλέπουμε πιθανές αποκλίσεις και να επιταχύνουμε την κλιμάκωση από το εργαστήριο στην εμπορική παραγωγή.

Στο ίδιο πλαίσιο, η καινοτομία αποτελεί κεντρικό στρατηγικό άξονα της GSK, με συνεχή επένδυση στην έρευνα και ανάπτυξη νέων υποψήφιων εμβολίων, αξιοποιώντας προηγμένες τεχνολογίες. Η αξιοποίηση προηγμένων τεχνολογικών πλατφορμών, όπως mRNA, ανοσοενισχυτικά και νέες ανοσολογικές προσεγγίσεις, επιτρέπει την ανάπτυξη πιο στοχευμένων, αποτελεσματικών και προσαρμοσμένων λύσεων για διαφορετικούς πληθυσμούς και ανάγκες.

Τέλος, η βιωσιμότητα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της στρατηγικής μας, με 23 παραγωγικές μονάδες ήδη να αξιοποιούν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όπως η ηλιακή ενέργεια, συμβάλλοντας στη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος της παραγωγής εμβολίων. Για εμάς, η καινοτομία στην παραγωγή εμβολίων δεν είναι απλώς τεχνολογική εξέλιξη, είναι προϋπόθεση για την προστασία της δημόσιας υγείας σήμερα και στο μέλλον.

ΕΡ: Πώς μετουσιώνει στην Ελλάδα η GSK τη δέσμευσή της για άμεση και ισότιμη πρόσβαση του πληθυσμού στον εμβολιασμό;

Β.Κ: Στην Ελλάδα, η GSK λειτουργεί με σαφή και σταθερό προσανατολισμό στη διασφάλιση ισότιμης πρόσβασης στον εμβολιασμό, μέσα από στενή και διαρκή συνεργασία με την Πολιτεία, την επιστημονική κοινότητα και τους επαγγελματίες υγείας της πρωτοβάθμιας φροντίδας. Η προσέγγιση αυτή δεν περιορίζεται μόνο στη διάθεση καινοτόμων εμβολίων, αλλά επεκτείνεται ουσιαστικά στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης προς τα εμβόλια, στην αναβάθμιση της ενημέρωσης του κοινού και στην αύξηση της εμβολιαστικής κάλυψης, με ιδιαίτερη έμφαση σε ηλικιωμένους και ευάλωτους πληθυσμούς.
Παράλληλα, επενδύουμε συστηματικά στην εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας, καθώς και στην υλοποίηση στοχευμένων εκστρατειών ευαισθητοποίησης, με στόχο η πρόληψη να ενσωματώνεται ως συνειδητή και τεκμηριωμένη επιλογή υγείας σε κάθε στάδιο της ζωής.
Υπό αυτό το πρίσμα, η πρόληψη μέσω του εμβολιασμού αναδεικνύεται ως το πιο αποτελεσματικό, κοινωνικά δίκαιο και οικονομικά βιώσιμο εργαλείο για τη βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας. Στη GSK Ελλάδος παραμένουμε σταθερά προσηλωμένοι στην υποστήριξη πρωτοβουλιών που ενισχύουν τη δημόσια υγεία και προάγουν τη διά βίου ανοσοποίηση. Παράλληλα, η χώρα μας συμμετέχει ενεργά σε διεθνή ερευνητικά προγράμματα και κλινικές μελέτες, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην επιστημονική πρόοδο και τη συνεχή ανάπτυξη δράσεων για τον παιδικό και ενήλικο πληθυσμό και υπογραμμίζοντας τη στρατηγική δέσμευση στη διά βίου προστασία.

ΕΡ: Τα τελευταία χρόνια έχει αναδειχθεί έντονα η σημασία του εμβολιασμού των ενηλίκων, ωστόσο, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς, η εμβολιαστική τους κάλυψη παραμένει χαμηλότερη σε σύγκριση με τον παιδικό πληθυσμό. Ποια είναι η εκτίμησή σας για αυτή την απόκλιση;

Β.Κ: Πράγματι, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει καταγραφεί στον παιδιατρικό εμβολιασμό, η εμβολιαστική κάλυψη των ενηλίκων παραμένει σημαντικά χαμηλότερη, ως αποτέλεσμα ενός σύνθετου συνδυασμού παραγόντων που σχετίζονται με την ενημέρωση, τις αντιλήψεις και τη συμπεριφορά υγείας.

Σε αντίθεση με τον παιδικό πληθυσμό, όπου ο εμβολιασμός αποτελεί δομημένο και αναπόσπαστο μέρος της τακτικής ιατρικής παρακολούθησης, στους ενήλικες παρατηρείται συχνά υποεκτίμηση του προσωπικού κινδύνου, αλλά και περιορισμένη προτεραιοποίηση της πρόληψης στην καθημερινή πρακτική υγείας. Η περιορισμένη κατανόηση της επιβάρυνσης που προκαλούν τα λοιμώδη νοσήματα, σε συνδυασμό με την ελλιπή αντίληψη της αξίας της πρόληψης στην ενήλικη ζωή, συντελούν στη δημιουργία ενός σημαντικού κενού εμβολιαστικής κάλυψης.

Η εμπειρία της πανδημίας COVID-19 λειτούργησε ως κρίσιμος καταλύτης, αναδεικνύοντας με σαφήνεια ότι τα λοιμώδη νοσήματα δεν επηρεάζουν μόνο την ατομική υγεία, αλλά και τη συνολική ανθεκτικότητα των συστημάτων υγείας, καθώς και τη σταθερότητα της οικονομίας και της κοινωνικής λειτουργίας.

Σε ένα περιβάλλον δημογραφικής γήρανσης, η ενίσχυση της ανοσοποίησης των ενηλίκων καθίσταται πλέον στρατηγικής σημασίας και προϋποθέτει στοχευμένη ενημέρωση, ευκολότερη πρόσβαση και διαρκή ενδυνάμωση της εμπιστοσύνης ως προς τα εμβόλια με επιστημονικά στοιχεία.

ΕΡ: Με περισσότερα από 50 χρόνια δυναμικής παρουσίας της GSK στην Ελλάδα και διαθέτοντας το ευρύτερο χαρτοφυλάκιο εμβολίων στον κλάδο, για την πρόληψη της πλειονότητας των ασθενειών που περιγράφονται στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμού για παιδιά, εφήβους και ενήλικες, πώς αξιολογείτε την ανάγκη για μια ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική εμβολιασμού;

Β.Κ: Η Ελλάδα αν και διαθέτει ένα σύγχρονο και πλήρες Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών, οι πρόσφατες υγειονομικές εξελίξεις – με χαρακτηριστικό παράδειγμα την επανεμφάνιση νοσημάτων που είχαν για χρόνια τεθεί υπό έλεγχο, όπως η ιλαρά, ο κοκκύτης και η μηνιγγίτιδα αναδεικνύουν με σαφήνεια την ανάγκη περαιτέρω ενίσχυσης της πρόληψης και της ανθεκτικότητας του συστήματος υγείας εν συνόλω. Την ίδια στιγμή, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι ο εμβολιασμός εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις πιο αποδοτικές επενδύσεις, με σημαντικό όφελος τόσο για τη δημόσια υγεία, τους πολίτες όσο και για τη βιωσιμότητα του συστήματος υγείας.

Η Ατζέντα Εμβολιασμού 2030 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας αποτελεί έναν ολοκληρωμένο οδικό χάρτη για την αύξηση των εμβολιασμών και την ενίσχυση των υγειονομικών συστημάτων, καθιστώντας τα πιο ευέλικτα, συμπεριληπτικά και ανθεκτικά. Στο πλαίσιο αυτό, είναι απαραίτητη η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής, των επαγγελματιών υγείας, των ενώσεων ασθενών, των αρχών και της φαρμακοβιομηχανίας. Μια δομημένη συνεργασία θα επιταχύνει την πρόσβαση σε νέα και υφιστάμενα εμβόλια, θα σώσει ζωές, θα βελτιώσει την ποιότητα ζωής των πολιτών, θα διασφαλίσει την ετοιμότητα απέναντι σε μελλοντικές κρίσεις και θα ενισχύσει τη βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας.

Υπό αυτό το πρίσμα, η ανάγκη για μια ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική εμβολιασμού δεν αφορά απλώς την επικαιροποίηση ενός υγειονομικού πλαισίου, αλλά τη μετάβαση σε ένα νέο μοντέλο πρόληψης, όπου ο εμβολιασμός αντιμετωπίζεται ως διαχρονική, διά βίου παρέμβαση υγείας – από τη βρεφική ηλικία έως την τρίτη ηλικία. Ο ενήλικος εμβολιασμός, ειδικότερα, αναδεικνύεται σε κρίσιμο πεδίο πολιτικής υγείας, καθώς παραμένει υπο-ανεπτυγμένος παρά την αυξανόμενη επιβάρυνση από λοιμώδη νοσήματα σε γηράσκοντες πληθυσμούς.

Πέρα από τη συνεργασία, απαιτείται ένας έγκαιρος και προοπτικός σχεδιασμός, ώστε να προβλέπονται οι μελλοντικές ανάγκες και προκλήσεις. Η συλλογική στρατηγική και η πρώιμη δράση είναι καθοριστικής σημασίας, καθώς η πρόβλεψη των μελλοντικών αναγκών και η δημιουργία των απαραίτητων υποδομών εξασφαλίζουν τη διαθεσιμότητα των εμβολίων και την προστασία του πληθυσμού.

Στην GSK, δεσμευόμαστε τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε τοπικό επίπεδο για την προαγωγή του εμβολιασμού. Για να καταστεί η χώρα μας πρότυπο αριστείας, είναι απαραίτητο να ενοποιήσουμε όλες αυτές τις μεμονωμένες πολιτικές σε ένα συνεκτικό Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τον Εμβολιασμό, εναρμονισμένο με τους στόχους της IA2030, καθορίζοντας έναν σαφή οδικό χάρτη για την πλήρη εμβολιαστική κάλυψη του πληθυσμού._