Πλήρη γαλακτοκομικά: Πόσες μερίδες δεν αύξησαν βάρος και χοληστερόλη, σύμφωνα με μελέτη

  • Αθηνά Γκόρου
γαλακτοκομικά
Το εύρημα ενισχύει την άποψη ότι ένα τρόφιμο δεν πρέπει να κρίνεται μόνο από τα κορεσμένα λιπαρά που περιέχει. Ωστόσο, χρειάζεται να επιβεβαιωθεί σε μεγαλύτερες και μακροχρόνιες μελέτες

Τα πλήρη γαλακτοκομικά συχνά αντιμετωπίζονται ως λιγότερο υγιεινή επιλογή, επειδή περιέχουν περισσότερα κορεσμένα λιπαρά. Νέα έρευνα, όμως, δείχνει ότι η επίδρασή τους στον οργανισμό μπορεί να είναι πιο σύνθετη από όσο υποδηλώνει η διατροφική ετικέτα.

Για να εξετάσουν αυτή τη σχέση, οι επιστήμονες παρακολούθησαν ενήλικες με υπερβάλλον βάρος ή παχυσαρκία, οι οποίοι κατανάλωναν τρεις μερίδες πλήρων γαλακτοκομικών την ημέρα επί 12 εβδομάδες. Στο τέλος της περιόδου δεν εμφάνισαν μεγαλύτερη αύξηση στο βάρος ή στο σωματικό λίπος, ούτε δυσμενείς μεταβολές στη χοληστερόλη και σε άλλους δείκτες του μεταβολισμού, σε σύγκριση με όσους ακολούθησαν διατροφή με λίγα γαλακτοκομικά.

Το εύρημα δεν σημαίνει ότι τα πλήρη γαλακτοκομικά μπορούν να καταναλώνονται χωρίς μέτρο. Δείχνει, όμως, ότι η παρουσία κορεσμένων λιπαρών δεν αρκεί από μόνη της για να προβλέψει την επίδρασή τους στην υγεία. Στη συγκεκριμένη μελέτη, τρεις καθημερινές μερίδες δεν προκάλεσαν τις αρνητικές αλλαγές που συχνά αποδίδονται αυτομάτως σε αυτά τα τρόφιμα.

Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό The Journal of Nutrition.

Πώς πραγματοποιήθηκε η έρευνα

Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου του Τορόντο παρακολούθησαν 74 ενήλικες με υπερβάλλον βάρος ή παχυσαρκία. Οι συμμετέχοντες κατανεμήθηκαν τυχαία σε τρεις ομάδες:

  • Η πρώτη ακολούθησε διατροφή με λίγα γαλακτοκομικά και περιορισμό των συνολικών θερμίδων.
  • Η δεύτερη κατανάλωνε τρεις μερίδες πλήρων γαλακτοκομικών την ημέρα, λαμβάνοντας περίπου όσες θερμίδες χρειαζόταν για να διατηρήσει σταθερό το βάρος της.
  • Η τρίτη κατανάλωνε επίσης τρεις μερίδες, χωρίς συγκεκριμένο περιορισμό στην ημερήσια πρόσληψη θερμίδων.

Όλοι ενθαρρύνθηκαν να ακολουθούν τις γενικές κατευθύνσεις του διατροφικού οδηγού του Καναδά.

Ο σχεδιασμός επέτρεψε στους επιστήμονες να εξετάσουν χωριστά την επίδραση των γαλακτοκομικών και εκείνη του θερμιδικού περιορισμού. Έτσι, μπορούσαν να διαπιστώσουν αν τυχόν αλλαγές οφείλονταν στα ίδια τα τρόφιμα ή απλώς στο ότι κάποιος έτρωγε λιγότερο.

Πλήρη γαλακτοκομικά – Τι έδειξαν οι 12 εβδομάδες

Δεν καταγράφηκαν αρνητικές μεταβολές:

  • στο σωματικό βάρος,
  • στο ποσοστό λίπους και στη σύσταση του σώματος,
  • στην κατανάλωση ενέργειας από τον οργανισμό,
  • στη χοληστερόλη και στα υπόλοιπα λιπίδια του αίματος,
  • στην ανταπόκριση του οργανισμού στην ινσουλίνη.

Η ινσουλίνη είναι η ορμόνη που βοηθά τη γλυκόζη να περάσει από το αίμα στα κύτταρα, ώστε να χρησιμοποιηθεί ως ενέργεια. Όταν τα κύτταρα δεν ανταποκρίνονται σωστά σε αυτήν, αναπτύσσεται αντίσταση στην ινσουλίνη, η οποία με την πάροδο του χρόνου συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο διαβήτη τύπου 2.

Στην παρούσα έρευνα δεν εντοπίστηκαν ενδείξεις ότι η καθημερινή κατανάλωση των πλήρων γαλακτοκομικών επιβάρυνε αυτόν τον δείκτη μέσα στις 12 εβδομάδες.

Οι συμμετέχοντες στις δύο συγκεκριμένες ομάδες προσλάμβαναν, επίσης, μεγαλύτερες ποσότητες ασβεστίου, πρωτεΐνης και βιταμίνης D. Πρόκειται για θρεπτικά συστατικά που συμβάλλουν στη διατήρηση των οστών, των μυών και της φυσιολογικής λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος.

Παρατηρήθηκαν ακόμη χαμηλότερες τιμές αρτηριακής πίεσης. Ωστόσο, το εύρημα χρειάζεται να επιβεβαιωθεί σε μεγαλύτερες και πιο μακροχρόνιες μελέτες.

Γιατί δεν αρκεί να κοιτάμε μόνο τα κορεσμένα λιπαρά

Οι διατροφικές οδηγίες σε πολλές χώρες προτείνουν εδώ και χρόνια γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα με μειωμένα λιπαρά. Η σύσταση βασίζεται στη λογική ότι ο περιορισμός των κορεσμένων λιπαρών μπορεί να συμβάλει στη μείωση της χοληστερόλης και του καρδιαγγειακού κινδύνου.

Οι μελέτες σε ανθρώπους, όμως, δεν δείχνουν με συνέπεια ότι τα πλήρη γαλακτοκομικά οδηγούν σε χειρότερη υγεία. Μια πιθανή εξήγηση είναι ότι τα τρόφιμα δεν λειτουργούν στον οργανισμό ως απλά αθροίσματα μεμονωμένων συστατικών.

Στα γαλακτοκομικά, οι πρωτεΐνες, τα λιπαρά, το ασβέστιο και τα υπόλοιπα θρεπτικά στοιχεία βρίσκονται ενωμένα μέσα σε μια ιδιαίτερη φυσική δομή. Αυτή ονομάζεται «μήτρα του τροφίμου».

Για παράδειγμα, η καζεΐνη και οι πρωτεΐνες ορού γάλακτος συνυπάρχουν με το λίπος και τα μέταλλα. Ο τρόπος με τον οποίο είναι οργανωμένα μπορεί να επηρεάζει:

  • πόσο γρήγορα γίνεται η πέψη,
  • πόση ποσότητα κάθε συστατικού απορροφάται,
  • πότε φθάνει στην κυκλοφορία του αίματος,
  • πώς τελικά χρησιμοποιείται από τον οργανισμό.

Με άλλα λόγια, τα κορεσμένα λιπαρά ενός γαλακτοκομικού προϊόντος δεν είναι βέβαιο ότι έχουν ακριβώς την ίδια επίδραση με την ίδια ποσότητα λιπαρών όταν αυτή προέρχεται από διαφορετικό τρόφιμο.

Τι μπορεί να αλλάξει στις διατροφικές συμβουλές

Η έρευνα δεν ανατρέπει από μόνη της τις επίσημες οδηγίες. Προσθέτει, όμως, στοιχεία σε μια ευρύτερη αλλαγή που συντελείται στη διατροφική επιστήμη, καθώς τα τρόφιμα εξετάζονται όλο και περισσότερο ως σύνολα και όχι μόνο με βάση ένα μεμονωμένο συστατικό τους.

Αυτό μπορεί να έχει ιδιαίτερη σημασία για τους μεγαλύτερους σε ηλικία ανθρώπους. Με τα χρόνια, οι ενεργειακές ανάγκες συχνά μειώνονται, ενώ η ανάγκη για επαρκή πρόσληψη πρωτεΐνης, ασβεστίου και βιταμίνης D παραμένει.

Ένα τρόφιμο με αρκετά θρεπτικά συστατικά σε σχετικά μικρή ποσότητα μπορεί να είναι χρήσιμο, αρκεί να εντάσσεται στις συνολικές ανάγκες και στην κατάσταση της υγείας κάθε ανθρώπου.

Τι δεν αποδεικνύει η μελέτη

Τα αποτελέσματα χρειάζονται προσεκτική ερμηνεία. Η έρευνα:

  • διήρκεσε μόνο 12 εβδομάδες,
  • περιέλαβε 74 άτομα,
  • αφορούσε αποκλειστικά ενήλικες με υπερβάλλον βάρος ή παχυσαρκία,
  • εξέτασε εργαστηριακούς και σωματικούς δείκτες, όχι την εμφάνιση εμφραγμάτων, διαβήτη ή άλλων παθήσεων σε βάθος χρόνου.

Επομένως, δεν αποδεικνύει ότι τα πλήρη γαλακτοκομικά προστατεύουν από χρόνιες ασθένειες ούτε ότι ταιριάζουν σε όλους. Δεν σημαίνει επίσης ότι η ποσότητα μπορεί να αυξηθεί χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι συνολικές θερμίδες, η υπόλοιπη διατροφή και τυχόν προβλήματα υγείας.

Συμπερασματικά, το βασικό μήνυμα είναι ότι η ποιότητα μιας τροφής δεν μπορεί να κριθεί μόνο από μία λέξη στην ετικέτα της. Η συνολική διατροφή, η ποσότητα και η φυσική μορφή του τροφίμου έχουν επίσης σημασία

Σημαντική σημείωση για τη χρηματοδότηση της έρευνας

Η έρευνα χρηματοδοτήθηκε εν μέρει από το Dairy Research Cluster 3, ένα κοινό πρόγραμμα του καναδικού κράτους και του γαλακτοκομικού κλάδου. Επικεφαλής του ήταν η οργάνωση Dairy Farmers of Canada, η οποία εκπροσωπεί τους γαλακτοπαραγωγούς της χώρας και προωθεί τα συμφέροντα και τα προϊόντα του κλάδου. Στη χρηματοδότηση συμμετείχε και το ομοσπονδιακό υπουργείο Γεωργίας και Αγροδιατροφής του Καναδά. Επομένως, η μελέτη έχει άμεση οικονομική σύνδεση με τη βιομηχανία γαλακτοκομικών.

Φωτογραφία: istock