«Αντί για μπάρα πρωτεΐνης, φάτε ένα κομμάτι παρμεζάνα» λέει η νέα τάση στα social – Τι ισχύει
Κατά τη διάρκεια της γυμναστικής, το σώμα δεν καίει απλώς θερμίδες. Η άσκηση — είτε πρόκειται για βάρη, είτε για τρέξιμο, είτε για οποιαδήποτε άλλη μορφή φυσικής δραστηριότητας — «πιέζει» τους μύες, προκαλώντας μικροσκοπικές φθορές στις μυϊκές ίνες. Αυτές οι μικροφθορές είναι φυσιολογικές και απαραίτητες, καθώς αποτελούν το ερέθισμα για να γίνουν οι μύες πιο δυνατοί και ανθεκτικοί.
Άλλωστε, αμέσως μετά την προπόνηση, ο οργανισμός μπαίνει σε φάση αποκατάστασης.
Σε αυτό το στάδιο ενεργοποιεί μηχανισμούς που επιδιορθώνουν τις φθορές και ενισχύουν τον μυϊκό ιστό. Για να το πετύχει αυτό, χρειάζεται πρωτεΐνη, καθώς τα αμινοξέα που τη συνθέτουν λειτουργούν ως «δομικά υλικά» για την αποκατάσταση και την ενδυνάμωση των μυών.
Σύμφωνα με έρευνα που εξετάζει την επίδραση της πρωτεΐνης στη μεταπροπονητική ανασύνθεση των μυών, η πρόσληψή της μετά την άσκηση ενεργοποιεί και ενισχύει τη μυϊκή πρωτεϊνοσύνθεση ενώ ταυτόχρονα στοιχείο πρωτεΐνης εμποδίζει το σπάσιμο των μυϊκών ινών, οδηγώντας σε μεγαλύτερο καθαρό όφελος για τον μυϊκό ιστό τόσο μετά από άσκηση με αντιστάσεις όσο και από αερόβια άσκηση. PubMed
Οι επιστήμονες έχουν τεκμηριώσει αυτό το όφελος με αρκετές μελέτες. Μια μετα-ανάλυση που εξετάζει συμπληρώματα πρωτεΐνης διαπίστωσε ότι η πρόσληψη πρωτεΐνης συνδέεται με μεγαλύτερη αύξηση τόσο της δύναμης όσο και της μυϊκής μάζας σε άτομα που προπονούνται τακτικά.
Μπάρα πρωτεΐνης vs παρμεζάνα
Και εδώ τίθεται το εξής ζήτημα: ναι πρωτεΐνη μετά την προπόνηση, αλλά από ποια πηγή. Οι πλέον συνηθσμένες επιλογές μας συγκλίνουν σε ένα ρόφημα ή μια μπάρα πρωτεΐνης, ωστόσο, τον τελευταίο καιρό, αρκετοί influencers προτείνουν μια εναλλακτική λύση αντί τις κλασικές μπάρες πρωτεΐνης: λίγα κομμάτια παρμεζάνας.
Το επιχείρημά τους είναι ότι η παρμεζάνα αποτελεί μια «πιο καθαρή» πηγή πρωτεΐνης, χωρίς τα πρόσθετα που περιέχουν τα έτοιμα προϊόντα.
Είναι όμως πράγματι μια πιο υγιεινή επιλογή η παρμεζάνα ή πρόκειται απλώς για ακόμη μία ακόμη διατροφική τάση των social media; Οι ειδικοί κάνουν τη σύγκριση και απαντούν.
Όπως εξηγεί η Στέφανι Τζόνσον , επίκουρη καθηγήτρια κλινικών και προληπτικών επιστημών διατροφής στη Σχολή Επαγγελμάτων Υγείας του Πανεπιστημίου Rutgers, η παρμεζάνα δεν είναι «καθαρή πρωτεΐνη», όπως συχνά παρουσιάζεται. Πρόκειται για μια ολοκληρωμένη τροφή, η οποία περιέχει επίσης λίπος και μικρή ποσότητα υδατανθράκων, στοιχεία που δεν πρέπει να αγνοούνται.
Συγκεκριμένα, 28 γραμμάρια παρμεζάνας αποδίδει περίπου 122 θερμίδες, 11 γραμμάρια πρωτεΐνης, 8 γραμμάρια λίπους — εκ των οποίων τα 5 είναι κορεσμένα — και περίπου 1 γραμμάριο υδατανθράκων.
Παράλληλα, η παρμεζάνα έχει υψηλή περιεκτικότητα σε νάτριο, φτάνοντας τα 450 χιλιοστόγραμμα ανά ουγγιά. Όπως επισημαίνει η Τζόνσον, η συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη νατρίου δεν θα πρέπει να ξεπερνά τα 2.300 mg, ενώ για άτομα με καρδιαγγειακά προβλήματα τα όρια είναι ακόμη χαμηλότερα.
Από την άλλη πλευρά, οι μπάρες πρωτεΐνης αποτελούν μια ιδιαίτερα ετερογενή κατηγορία προϊόντων. Δεν έχουν δηλαδή όλες την ίδια σύσταση. Σύμφωνα με την ίδια ειδικό, «οι περισσότερες μπάρες περιέχουν από 10 έως 20 γραμμάρια πρωτεΐνης ανά μερίδα, αν και συνολικά το εύρος κυμαίνεται από 5 έως και 30 γραμμάρια».
Η θερμιδική τους αξία, καθώς και η περιεκτικότητα σε λίπος, υδατάνθρακες και ζάχαρη, διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με τα συστατικά και το μέγεθος της μπάρας.
Η Τζούλια Ζουμπάνο, διαιτολόγος στην Κλινική του Κλίβελαντ, επισημαίνει ότι αν κάποιος ανησυχεί ιδιαίτερα για τα επεξεργασμένα συστατικά, η παρμεζάνα μπορεί να αποτελέσει μια καλύτερη επιλογή για σνακ, υπό την προϋπόθεση ότι η ποσότητα θα παραμείνει περιορισμένη. Όπως τονίζει, μία ουγγιά είναι αρκετή για να προσφέρει πρωτεΐνη χωρίς υπερβολική πρόσληψη λιπαρών και νατρίου.
Παράλληλα, η Ζουμπάνο υπογραμμίζει τη σημασία της ποικιλίας στις πηγές πρωτεΐνης. Η εναλλαγή σνακ βοηθά ώστε η διατροφή να περιλαμβάνει διαφορετικά θρεπτικά συστατικά, ενώ οι μπάρες πρωτεΐνης μπορούν να έχουν θέση κυρίως στις ημέρες που ο χρόνος είναι περιορισμένος.
«Οι μπάρες πρωτεΐνης είναι ιδιαίτερα βολικές και μπορούν να προσφέρουν οφέλη», αναφέρει, «αλλά παραμένουν έτοιμα, επεξεργασμένα τρόφιμα». Γι’ αυτό και η σύστασή της είναι σαφής: όταν υπάρχει διαθέσιμος χρόνος και πρόσβαση σε φρέσκα τρόφιμα, είναι προτιμότερο να επιλέγονται ολόκληρες τροφές και να αφήνονται τα επεξεργασμένα προϊόντα για τις πραγματικά απαιτητικές ημέρες.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η παρμεζάνα «νικά» τις μπάρες πρωτεΐνης ή το αντίστροφο, καθώς υπάρχουν κια μπάρες με ελάχιστα συστατικά, αλλά και μπάρες με πολλά πρόσθετα. Όπως επίσης και η παρμεζάνα είναι ένα φυσικά μεν επεξεργασμένο γαλακτοκομικό προϊόν με πιο απλή σύνθεση, αλλά και με υψηλή περιεκτικότητα σε κορεσμένα λιπαρά και αλάτι.
Και οι δύο τροφές δεν αποτελούν από μόνες τους μια «μαγική λύση». Η επιλογή εξαρτάται από τις ανάγκες, το πρόγραμμα και τη συνολική διατροφική ισορροπία του κάθε ατόμου — και όχι από τις τάσεις των social media.
Φωτογραφία: istock




