Βία κατά των επαγγελματιών υγείας: Γιατί η έμφυλη διάσταση απαιτεί ξεχωριστή αντιμετώπιση
Η βία κατά των επαγγελματιών υγείας αναδεικνύεται ως ένα σύνθετο πρόβλημα, το οποίο επηρεάζει άμεσα τόσο την ασφάλεια των εργαζομένων όσο και τη λειτουργία των ίδιων των συστημάτων υγείας. Μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο του 2026 στο Open Research Europe, χαρτογραφεί την έκταση του φαινομένου σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ φωτίζει ιδιαίτερα την έμφυλη διάστασή του προβλήματος.
Οι γυναίκες, που αποτελούν την πλειονότητα του προσωπικού υγείας, εμφανίζονται πιο ευάλωτες, κυρίως σε μορφές μη σωματικής βίας και παρενόχλησης. Παράλληλα, η μελέτη καταγράφει ότι, αν και υπάρχουν διεθνή και ευρωπαϊκά εργαλεία προστασίας, η εφαρμογή τους παραμένει άνιση και συχνά ανεπαρκής, ενώ σημαντικός αριθμός περιστατικών, σε βάρος των γυναικών, δεν καταγράφεται ή δεν αναφέρεται.
Στο επίπεδο των συμπερασμάτων, η ανάλυση συγκλίνει στα εξής:
- η βία και η έμφυλη διάστασή της στους χώρους υγείας, συνδέονται με δομικές αδυναμίες στην οργάνωση της εργασίας και στην προστασία των εργαζομένων
- αντανακλούν συνθήκες εργασίας που δεν διασφαλίζουν επαρκώς την αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα των επαγγελματιών υγείας
- συνδέονται με ελλιπή μέτρα πρόληψης και περιορισμένους μηχανισμούς ελέγχου
- αναδεικνύουν την ανεπαρκή σύνδεση των πολιτικών υγείας και ασφάλειας με τις πολιτικές ισότητας
Τέλος, η μελέτη υπογραμμίζει την ανάγκη για μια πιο ολοκληρωμένη και συστηματική προσέγγιση στην αντιμετώπιση του φαινομένου. Επισημαίνει ότι η αποτελεσματική διαχείριση της βίας δεν μπορεί να βασίζεται σε αποσπασματικά μέτρα, αλλά προϋποθέτει την ουσιαστική εφαρμογή των υφιστάμενων κανόνων και την ενσωμάτωση της πρόληψης στην καθημερινή λειτουργία των οργανισμών υγείας.
Η βία στην εργασία ως διεθνές πρόβλημα
Η βία στην εργασία αποτελεί ένα ευρύ διεθνές ζήτημα δημόσιας υγείας και ασφάλειας. Σύμφωνα με τη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας (ILO), περίπου ένας στους πέντε εργαζόμενους παγκοσμίως έχει βιώσει κάποια μορφή βίας ή παρενόχλησης στον χώρο εργασίας, είτε σωματική, είτε ψυχολογική είτε σεξουαλική.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τα δεδομένα της Έρευνας για τις Συνθήκες Εργασίας, δείχνουν ότι η έκθεση σε αρνητικές κοινωνικές συμπεριφορές στον χώρο εργασίας παραμένει σημαντική, με περίπου 14% των εργαζομένων στην ΕΕ να αναφέρουν τέτοια εμπειρία μέσα σε έναν χρόνο.
Η βία στην εργασία αναγνωρίζεται επίσης από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO) ως σημαντικός παράγοντας κινδύνου για τη σωματική και ψυχική υγεία των εργαζομένων, με επιπτώσεις που εκτείνονται από τραυματισμούς και άγχος έως επαγγελματική εξουθένωση και αποχώρηση από την εργασία.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Διεθνής Οργανισμός Τυποποίησης (ISO), εντάσσει τη βία και την παρενόχληση στους βασικούς ψυχοκοινωνικούς κινδύνους που πρέπει να αξιολογούνται και να προλαμβάνονται συστηματικά στο εργασιακό περιβάλλον.
Οι χώροι υγείας είναι περιβάλλον υψηλού κινδύνου
Στον χώρο της υγείας, ο κίνδυνος έκθεσης σε βία είναι ακόμη μεγαλύτερος σε σχέση με άλλους επαγγελματικούς τομείς. Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει η μελέτη, περίπου το 11% όλων των περιστατικών βίας στον χώρο εργασίας καταγράφεται σε υγειονομικά περιβάλλοντα, σε παγκόσμιο επίπεδο.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι οι εργαζόμενοι στην υγεία εκτίθενται συχνότερα σε αρνητικές συμπεριφορές σε σχέση με άλλους κλάδους. Σύμφωνα με δεδομένα που βασίζονται στην Έρευνα για τις Συνθήκες Εργασίας στην Ευρώπη, το 23% των επαγγελματιών υγείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση δήλωσε ότι βίωσε τουλάχιστον μία μορφή αρνητικής κοινωνικής συμπεριφοράς μέσα στους προηγούμενους 12 μήνες. Το ποσοστό αυτό είναι σημαντικά υψηλότερο, σε σύγκριση με το σύνολο των εργαζομένων στην ΕΕ, όπου το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται περίπου στο 14%.
Τα βασικά στοιχεία για γιατρούς και νοσηλευτές
Σύμφωνα με τη μελέτη στο Open Research Europe, στοιχεία του ΠΟΥ, που προκύπτουν από διεθνείς έρευνες, δείχνουν ότι περίπου το 70% των γιατρών και νοσηλευτών που συμμετείχαν σε αυτές, αναφέρουν έκθεση σε κάποια μορφή βίας κατά την εργασία τους, ενώ έως και το 38% δηλώνει ότι έχει υποστεί σωματική βία τουλάχιστον μία φορά στην καριέρα του.
Ιδιαίτερα ευάλωτοι είναι όσοι βρίσκονται σε άμεση επαφή με ασθενείς, όπως οι εργαζόμενοι σε Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών. Σε αυτά τα περιβάλλοντα, η οργή ασθενών και συγγενών αποτελεί τη συχνότερη μορφή βίας, αντανακλώντας την ένταση και την πίεση που επικρατούν στο σύστημα υγείας.
Πιο αναλυτικά, πανευρωπαϊκή έρευνα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO/Europe, 2024–2025), που εξετάζει τις συνθήκες εργασίας και την ψυχική υγεία των επαγγελματιών υγείας σε 29 χώρες, καταγράφει τα εξής ποσοστά, με βάση τις απαντήσεις των συμμετεχόντων:
- 71% έχουν βιώσει επιθετικότητα από ασθενείς ή συγγενείς
- 35% έχουν δεχθεί απειλές
- 32% έχουν υποστεί εκφοβισμό
- 15% έχουν βιώσει σωματική βία
- 12% έχουν αναφέρει σεξουαλική παρενόχληση
Η ίδια έρευνα καταγράφει ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά και στην Ελλάδα. Πιο αναλυτικά, οι Έλληνες επαγγελματίες υγείας, που συμμετείχαν στην έρευνα, ανέφεραν ότι έχουν υποστεί:
- 80% επιθετικότητα από ασθενείς και συγγενείς
- 43% περιστατικά εκφοβισμού (bullying)
- 34% απειλές
- 12% σωματική βία
- 14% σεξουαλική παρενόχληση
Τα ευρήματα αυτά κατατάσσουν τη χώρα μεταξύ των πλέον επιβαρυμένων στην Ευρώπη και αναδεικνύουν τη βία ως συστηματικό στοιχείο της καθημερινότητας των υγειονομικών.
- Διαβάστε επίσης – ΠΟΥ: 9 στους 10 υγειονομικούς στην Ελλάδα έχουν πέσει θύμα βίας – 1 στους 3 έχουν κατάθλιψη
Η έμφυλη διάσταση της βίας
Η έμφυλη διάσταση είναι κρίσιμη, καθώς οι γυναίκες αποτελούν την πλειοψηφία του ανθρώπινου δυναμικού στον τομέα της υγείας. Ωστόσο, η αυξημένη έκθεσή τους σε περιστατικά βίας, δεν εξηγείται μόνο από αυτή την αριθμητική υπεροχή. Εξηγείται από ένα σύνολο παραγόντων που σχετίζονται με τις συνθήκες εργασίας, την οργανωσιακή κουλτούρα, και ευρύτερα κοινωνικά πρότυπα και αντιλήψεις για τους ρόλους φύλου. Οι γυναίκες επαγγελματίες υγείας εμφανίζονται συστηματικά πιο εκτεθειμένες, κυρίως σε μορφές μη σωματικής βίας, όπως λεκτική επιθετικότητα, εκφοβισμό και σεξουαλική παρενόχληση. Συμπεριφορές που συχνά δεν καταγράφονται ή δεν καταγγέλλονται στον ίδιο βαθμό με τη σωματική βία, παρότι επηρεάζουν ουσιαστικά την καθημερινότητα και την επαγγελματική τους ασφάλεια.
Ο ρόλος των συνθηκών εργασίας
Η μελέτη αναδεικνύει ότι τα περιστατικά έμφυλης βίας συνδέονται άμεσα με τον τρόπο λειτουργίας των δομών υγείας. Ο αυξημένος φόρτος εργασίας, τα απαιτητικά ωράρια και η πίεση χρόνου, επιβαρύνουν την καθημερινή επαφή με ασθενείς και συνοδούς και περιορίζουν τη δυνατότητα αποτελεσματικής διαχείρισης τέτοιων περιστατικών. Παράλληλα, η έλλειψη υποστήριξης, τα αυταρχικά μοντέλα διοίκησης και η απουσία σαφών διαδικασιών καταγγελίας συμβάλλουν στη διαιώνιση του προβλήματος.
Τι συμβαίνει στην Ευρώπη
Η συγκεκριμένη μελέτη εξετάζει το νομικό και θεσμικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση της έμφυλης βίας και παρενόχλησης (GBVH) σε εννέα ευρωπαϊκές χώρες: Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Σλοβενία, Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία, Σουηδία και Φινλανδία. Το ενδιαφέρον της δεν επικεντρώνεται στην αποσπασματική παρουσίαση κάθε χώρας, αλλά στη συγκριτική ανάλυση διαφορετικών μοντέλων ρύθμισης και αντιμετώπισης του φαινομένου.
Συγκεκριμένα, αναδεικνύονται δύο βασικές προσεγγίσεις. Από τη μία, χώρες όπως η Πορτογαλία, η Σλοβενία και η Ιταλία εντάσσουν την έμφυλη παρενόχληση κυρίως στο πλαίσιο της υγείας και ασφάλειας στην εργασία, αντιμετωπίζοντάς την ως ψυχοκοινωνικό κίνδυνο. Από την άλλη, χώρες όπως η Ισπανία, η Γερμανία, η Γαλλία, η Ολλανδία, η Σουηδία και η Φινλανδία την προσεγγίζουν πρωτίστως μέσα από το πλαίσιο της ισότητας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Δηλαδή ως μορφή διάκρισης που απαιτεί νομική προστασία και μηχανισμούς καταγγελίας και αποκατάστασης.
Δύο διαφορετικά μοντέλα αντιμετώπισης
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι καμία προσέγγιση δεν επαρκεί από μόνη της. Η έμφυλη βία και παρενόχληση χρειάζεται ταυτόχρονα νομική προστασία, πρόληψη, μηχανισμούς καταγγελίας, εκπαίδευση προσωπικού, συμμετοχή των εργαζομένων και συστηματική αξιολόγηση των κινδύνων. Η μελέτη επισημαίνει ότι, παρά την ύπαρξη διεθνών εργαλείων, όπως η Σύμβαση 190 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης και οι ευρωπαϊκές οδηγίες για την ισότητα και την ασφάλεια στην εργασία, παραμένουν σοβαρά κενά στην εφαρμογή τους.
Τι μέτρα προτείνονται
Στο πεδίο των μέτρων, οι ερευνητές προτείνουν μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση.
Τα συστήματα υγείας χρειάζονται:
- σαφείς διαδικασίες αναφοράς περιστατικών
- συστηματική καταγραφή και ανάλυση δεδομένων
- εκτίμηση και παρακολούθηση ψυχοκοινωνικών κινδύνων
- εκπαίδευση εργαζομένων και διοικήσεων
- παροχή ψυχολογικής υποστήριξης στα θύματα
- ενεργό συμμετοχή των επαγγελματιών υγείας στον σχεδιασμό πολιτικών πρόληψης
Φωτογραφία: istock




