Παχυσαρκία, Διαβήτης τύπου 2 και Καρκίνος: Ποιοι παθολογικοί μηχανισμοί τους συνδέουν

Νικόλαος Πισιμίσης
Βιολόγος, PhD Ιατρικής Σχολής Αθηνών.
Επιστημονικός Συνεργάτης Ιατρικής ΕΚΠΑ
Υπεύθυνος Ανάπτυξης Μοριακής Ογκολογίας στον Όμιλο Ιατρικού Αθηνών
Η παχυσαρκία είναι μια χρόνια, πολυσυστηματική νόσος και όχι απλά υπερβολική συσσώρευση λίπους. Επηρεάζει τον λιπώδη ιστό, τον μεταβολισμό, το ανοσοποιητικό, την όρεξη, αλλά και τον κίνδυνο καρκίνου.
Πιο συγκεκριμένα, στην παχυσαρκία, η υπερβολική ενεργειακή πρόσληψη αυξάνει το μέγεθος των λιποκυττάρων (υπερτροφία λιπώδη ιστού), τα οποία «πιέζονται» στα λειτουργικά/μεταβολικά τους όρια, προκαλώντας κυτταρικές και ιστικές διαταραχές που προάγουν τη φλεγμονή, όπως:
- Υποξία (χαμηλή οξυγόνωση), λόγω ταχείας επέκτασης του λιπώδους ιστού, δίχως ικανοποιητική αγγείωση. Η υποξία πυροδοτεί φλεγμονώδεις αποκρίσεις, ώστε να προσκληθούν μακροφάγα και να προάγουν την απαραίτητη αγγειογένεση.
- Κυτταρικό στρες, λόγω υπερβολικής συσσώρευσης λιπιδίων, που διαταράσσει α) τη φυσιολογική παραγωγή πρωτεϊνών (ER stress), και β) τη μιτοχονδριακή λειτουργία (αυξημένη παραγωγή ελεύθερων ριζών οξυγόνου/ROS).
- Παρατεταμένο μηχανικό στρες, λόγω της διόγκωσης των λιποκυττάρων, το οποίο λειτουργεί ως σήμα κυτταρικής δυσλειτουργίας ή βλάβης και οδηγεί σε αυξημένη παραγωγή προφλεγμονωδών μεσολαβητών («σημάτων κινδύνου»), ενισχύοντας τη φλεγμονώδη απόκριση.
- Απόπτωση (θάνατο των λιποκυττάρων), όταν οι παραπάνω διαταραχές οδηγούν σε συνεχή/εκτενή κυτταρική δυσλειτουργία.
Χρόνια φλεγμονή χαμηλού βαθμού ως χαρακτηριστικό της παχυσαρκίας
Η φλεγμονή στην παχυσαρκία, δεν είναι οξεία όπως σε μια μόλυνση, αλλά συστηματική (χαμηλού βαθμού και χρόνια) και που χαρακτηρίζεται από τη διαρκή παρουσία προφλεγμονωδών μεσολαβητών στην κυκλοφορία του αίματος, που επηρεάζουν όργανα όπως ήπαρ, μυς και πάγκρεας.
Βασικές επιδράσεις της συστηματικής φλεγμονής είναι:
- η διόγκωση/δυσλειτουργία των λιποκυττάρων που τα οδηγεί σε νέκρωση/απόπτωση
- η προσέλκυση ανοσοκυττάρων στον νεκρωτικό/αποπτωτικό λιπώδη ιστό (προφλεγμονώδη μακροφάγα)
- η αύξηση προφλεγμονωδών σημάτων
- η μειωμένη ανταπόκριση στην ινσουλίνη
- η διαταραχή ορμονών του λιπώδους ιστού, όπως η λεπτίνη και η αδιπονεκτίνη.
Συνολικά, αυτές οι διαταραχές δημιουργούν έναν βρόγχο ανατροφοδότησης που συντηρεί τη χρόνια φλεγμονή χαμηλού βαθμού.
Παχυσαρκία: Η φλεγμονή ως γέφυρα με τον διαβήτη
Η ινσουλίνη είναι απαραίτητη για τη μεταφορά της γλυκόζης (σάκχαρο) από την κυκλοφορία στα κύτταρα. Στην παχυσαρκία, λόγω της έκκρισης προφλεγμονωδών μεσολαβητών, οι μύες και το ήπαρ ανταποκρίνονται λιγότερο αποτελεσματικά στην ινσουλίνη (ινσουλινοαντίσταση). Έτσι, για να διατηρηθεί φυσιολογικό το σάκχαρο, το πάγκρεας αυξάνει την παραγωγή ινσουλίνης (β-κύτταρα παγκρέατος), προκαλώντας υπερινσουλιναιμία (υπερτροφία και πολλαπλασιασμός των β-κυττάρων του παγκρέατος).
Στη χρόνια φλεγμονή, η αυξημένη (παθολογική) απελευθέρωση ελεύθερων λιπαρών οξέων και τα διαταραγμένα ορμονικά σήματα επηρεάζουν συστηματικά το ήπαρ, τους μυς και το πάγκρεας. Τα λιπαρά οξέα συσσωρεύονται στο ήπαρ και στους μυς, προκαλώντας στεατική νόσο και επιδείνωση της ινσουλινοαντίστασης αντίστοιχα.
Παράλληλα, η χρόνια έκθεση των β-κυττάρων σε υψηλά επίπεδα γλυκόζης και λιπαρών οξέων προκαλεί γλυκολιποτοξικότητα, μεταβολικό στρες και σταδιακή μείωση της παραγωγής ινσουλίνης, οδηγώντας τελικά σε σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

Γιατί η παχυσαρκία και καρκίνος συνδέονται
Η παχυσαρκία θεωρείται η δεύτερη πιο προλήψιμη αιτία καρκίνου μετά το κάπνισμα και σχετίζεται με τουλάχιστον 13 διαφορετικούς τύπους όγκων (όπως του ενδομητρίου, του μαστού, του παχέος εντέρου και του παγκρέατος).
Η σύνδεση της παχυσαρκίας με τον καρκίνο είναι πολυπαραγοντική και βασίζεται σε ένα σύνθετο πλέγμα μεταβολικών, ορμονικών και ανοσολογικών διαταραχών, καθώς και άλλων παραγόντων (ηλικία, κληρονομικότητα, κάπνισμα, διατροφή, σωματική δραστηριότητα και συνοδές παθολογίες).
Διαφαίνεται πλέον ότι το μεταβολικό περιβάλλον της παχυσαρκίας ευνοεί μηχανισμούς που σχετίζονται με την ανάπτυξη και εξέλιξη όγκων. Αποδεδειγμένα, η υπερινσουλιναιμία ενισχύει τη δράση του αυξητικού παράγοντα IGF-1, ευνοώντας τον πολλαπλασιασμό, την επιβίωση «εξαλλαγμένων» κυττάρων με αυξημένο αριθμό υποδοχέων ινσουλίνης/IGF-1, οδηγώντας στη δημιουργία συμπαγών όγκων.
Σε ορμονικό επίπεδο, ο λιπώδης ιστός εκκρίνει λεπτίνη και αδιπονεκτίνη, που ρυθμίζουν την ενεργειακή ομοιόσταση, τον μεταβολισμό και τη φλεγμονή. Η έκκριση τους διαταράσσεται στην παχυσαρκία, λόγω παθολογικής διόγκωσης/δυσλειτουργίας του λιπώδους ιστού.
- Η λεπτίνη αποτελεί το εσωτερικό σήμα, ότι τα ενεργειακά αποθέματα του οργανισμού είναι επαρκή. Στην παχυσαρκία τα επίπεδα της λεπτίνης αυξάνονται, γεγονός που κυτταρικά μεταφράζεται ως ενεργειακή επάρκεια, που μπορεί να αξιοποιηθεί για αγγειογένεση και μεταστάσεις. Η παθολογία αυτή υποστηρίζεται και από την ανοσοκατασταλτική δράση της λεπτίνης τοπικά.
- Η αδιπονεκτίνη σε φυσιολογικά επίπεδα έχει αντιφλεγμονώδη και αντιπολλαπλασιαστική δράση. Στην παχυσαρκία, ο δυσλειτουργικός λιπώδης ιστός παράγει χαμηλή ποσότητα αδιπονεκτίνης, στερώντας από τον οργανισμό μια σημαντική προστατευτική ασπίδα!
Τέλος, ο λιπώδης ιστός γύρω από έναν όγκο (μικροπεριβάλλον) μπορεί να επηρεάζει τις συνθήκες επιβίωσής του, καθώς:
- Τα μακροφάγα που προσελκύονται από νεκρωτικά λιποκύτταρα, τροποποιούνται και ουσιαστικά καταστέλλουν την επίθεση του ανοσοποιητικού συστήματος τοπικά.
- Τα καρκινικά κύτταρα αξιοποιούν τα παθολογικά υψηλά επίπεδα λιπιδίων από το μικροπεριβάλλον ως πηγή ενέργειας, για την ταχεία ανάπτυξή τους και τη διείσδυση σε άλλους ιστούς.
- Η χαμηλή οξυγόνωση (υποξία) στον διογκωμένο λιπώδη ιστό, προάγει τη δημιουργία νέων αγγείων και την τροφοδοσία του όγκου (αντιμετώπιση υποξίας).
- Το αυξημένο οξειδωτικό στρες στο μικροπεριβάλλον του όγκου, προκαλεί επιπλέον βλάβες στο DNA των καρκινικών κύτταρων, ευνοώντας τη συσσώρευση παθολογικών γενετικών αλλοιώσεων, που προσφέρουν πλεονέκτημα επιβίωσης στα καρκινικά κύτταρα, συμβάλλοντας δραστικά στην εξέλιξη της νόσου προς πιο επιθετικές μορφές.
Τι αλλάζει στη θεραπευτική προσέγγιση
Η σύγχρονη αντιμετώπιση της παχυσαρκίας αναγνωρίζει ότι δεν αρκούν μόνο η διατροφή και η άσκηση. Η ρύθμιση της όρεξης, η ινσουλινοευαισθησία, η φλεγμονή και η πρόληψη επιπλοκών απαιτούν μακροχρόνια παρακολούθηση.
Φάρμακα όπως οι αγωνιστές GLP-1/GIP μπορούν να βοηθήσουν, ενώ άλλες μέθοδοι παραμένουν ερευνητικές. Η θεραπεία πρέπει να εξατομικεύεται, χωρίς στίγμα και πάντα με ιατρική καθοδήγηση και τακτική αξιολόγηση των κινδύνων.
Πηγή
Martínez-Godfrey J, Pomares-Bri I, de Juan-Maciá P, Olivares-Vicente M, Barrajón-Catalán E, Micol V, Roche E, Herranz-López M. Innovations in Obesity Treatment: Beyond Adipose Tissue Dysfunction. Obesity Reviews. 2026;0:e70164. DOI: 10.1111/obr.70164.





