ΔΕΠΥ: Νέα μελέτη εγκεφάλου εντοπίζει 3 διαφορετικά νευροβιολογικά μοτίβα – Γιατί αυτό μπορεί να αλλάξει τη θεραπεία

  • Αθηνά Γκόρου
ΔΕΠΥ
Ερευνητές εντόπισαν τρεις διακριτούς «βιοτύπους» της ΔΕΠΥ με διαφορετικό «αποτύπωμα» στον εγκέφαλο.

Η  ΔΕΠΥ, Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας διαγιγνώσκεται επισήμως ως μία ενιαία διαταραχή. Στην πράξη όμως, η εικόνα που παρουσιάζουν τα παιδιά – και αργότερα οι ενήλικες – διαφέρει σημαντικά. Κάποιοι δυσκολεύονται κυρίως να συγκεντρωθούν. Άλλοι δεν μπορούν να μείνουν ακίνητοι. Άλλοι εμφανίζουν έντονες εκρήξεις θυμού ή συναισθηματική αστάθεια παράλληλα με απροσεξία και παρορμητικότητα.

Για γιατρούς και οικογένειες, αυτό συχνά σημαίνει μια πορεία θεραπείας που βασίζεται στη δοκιμή διαφορετικών φαρμάκων μέχρι να βρεθεί το κατάλληλο. Μια νέα μελέτη απεικόνισης εγκεφάλου, που δημοσιεύτηκε στα τέλη Φεβρουαρίου στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Psychiatry, έρχεται να δώσει μια πιθανή εξήγηση. Ίσως αυτή η ποικιλία δεν είναι τυχαία. Ίσως η ΔΕΠΥ δεν είναι μία διαταραχή που εκδηλώνεται με διαφορετικούς τρόπους. Ενδεχομένως να πρόκειται για μια  «ομπρέλα» που καλύπτει συγγενείς, αλλά νευροβιολογικά διακριτές καταστάσεις.

Η ερευνητική ομάδα από την Κίνα, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Αυστραλία ανέλυσε απεικονιστικές εξετάσεις εγκεφάλου 446 παιδιών με ΔΕΠΥ.  Εστιάζοντας στη φαιά ουσία, τον εγκεφαλικό ιστό που περιέχει τα σώματα των νευρικών κυττάρων, οι επιστήμονες αναζήτησαν διαφορές στη δομή και τη λειτουργία του εγκεφάλου. Η φαιά ουσία είναι κρίσιμη για την επεξεργασία και τη μετάδοση πληροφοριών.

Από την ανάλυση προέκυψαν τρία διακριτά πρότυπα λειτουργίας. Οι ερευνητές τα ονόμασαν «βιοτύπους». Κάθε ένας φαίνεται να έχει διαφορετική χημική και νευροβιολογική υπογραφή.

Η Μελίσα Π. ΝτελΜπέλο, παιδοψυχίατρος στο Κολέγιο Ιατρικής του Πανεπιστημίου του Σινσινάτι και ερευνήτρια της μελέτης, σημειώνει ότι τα ευρήματα ουσιαστικά επιβεβαιώνουν αυτό που ήδη παρατηρούν οι κλινικοί γιατροί. Όπως λέει, στην πράξη οι γιατροί προσπαθούν να αντιστοιχίσουν τα συμπτώματα με την καταλληλότερη θεραπεία. Το νέο στοιχείο είναι ότι πλέον υπάρχουν βιολογικά δεδομένα που στηρίζουν αυτή τη διαφοροποίηση.

Τι αλλάζει πραγματικά αυτή η μελέτη

Σε αντίθεση με τις μέχρι σήμερα ταξινομήσεις της ΔΕΠΥ, που βασίζονται αποκλειστικά στην παρατήρηση συμπτωμάτων, η συγκεκριμένη μελέτη ακολούθησε μια διαφορετική πορεία. Οι ερευνητές δεν ξεκίνησαν από τις κλινικές περιγραφές. Ξεκίνησαν από τον ίδιο τον εγκέφαλο. Χρησιμοποίησαν απεικονιστικά δεδομένα και άφησαν τους αλγορίθμους να ομαδοποιήσουν τα παιδιά με βάση τα κοινά νευροβιολογικά χαρακτηριστικά τους, χωρίς να λάβουν υπόψη τους αρχικά τα συμπτώματα.

Το εντυπωσιακό είναι ότι οι ομάδες που προέκυψαν «ταίριαξαν» με τις κλινικές εικόνες που οι γιατροί παρατηρούν εδώ και χρόνια στα ιατρεία. Δηλαδή, η βιολογία επιβεβαίωσε την κλινική εμπειρία. Αυτό προσδίδει ισχυρότερη επιστημονική βάση στην ιδέα ότι η ΔΕΠΥ δεν είναι μια ενιαία διαταραχή που απλώς εκδηλώνεται διαφορετικά, αλλά ένα φάσμα καταστάσεων με διακριτές νευροβιολογικές ρίζες.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι τα ευρήματα επαναλήφθηκαν σε ανεξάρτητη ομάδα παιδιών. Αυτό μειώνει την πιθανότητα τα αποτελέσματα να είναι τυχαία και ενισχύει την αξιοπιστία της μεθόδου. Παράλληλα, η ανάλυση έδειξε ότι κάθε βιοτύπος είχε διαφορετική «μοριακή υπογραφή», δηλαδή διαφορετικά πρότυπα χημικής δραστηριότητας στον εγκέφαλο, γεγονός που υποδηλώνει διαφορετικούς υποκείμενους μηχανισμούς.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι δεν προτείνουν νέες διαγνωστικές κατηγορίες. Ωστόσο, αν τα ευρήματα επιβεβαιωθούν και σε μελλοντικές μελέτες, θα μπορούσαν να ανοίξουν τον δρόμο για πιο στοχευμένες θεραπείες. Αντί της σημερινής διαδικασίας «δοκιμής και λάθους» στη φαρμακευτική αγωγή, ίσως στο μέλλον να είναι εφικτό να επιλέγεται θεραπεία με βάση το νευροβιολογικό προφίλ κάθε παιδιού.

ΔΕΠΥ – Οι τρεις βιοτύποι που εντόπισε η μελέτη

Βιοτύπος 1: Σοβαρή μικτή μορφή με συναισθηματική απορρύθμιση

Ο πρώτος βιοτύπος αφορούσε παιδιά με έντονα προβλήματα τόσο απροσεξίας όσο και υπερκινητικότητας, σε συνδυασμό με σοβαρή συναισθηματική αστάθεια. Οι ερευνητές εντόπισαν διαταραχές σε κυκλώματα που σχετίζονται με τη ρύθμιση των συναισθημάτων, όπως ο προμετωπιαίος φλοιός – περιοχή που εμπλέκεται στον αυτοέλεγχο και στη λήψη αποφάσεων – και το ωχρό σώμα (pallidum), το οποίο φιλτράρει τις παρορμήσεις πριν μετατραπούν σε συμπεριφορά.

Η Μανπρίτ Κ. Σινγκ, παιδοψυχίατρος στο University of California Davis Health και συν-συγγραφέας της μελέτης, περιγράφει την εικόνα ως «ένα υπερφορτωμένο κέντρο ελέγχου». Τα συστήματα που ρυθμίζουν συναίσθημα και παρορμήσεις φαίνεται να κατακλύζονται.

Κλινικά, αυτά τα παιδιά εμφανίζουν έντονες εναλλαγές διάθεσης, εκρήξεις θυμού και επιθετικότητα. Ο Στίβεν Πλισκά, ψυχίατρος στο University of Texas Health Science Center στο Σαν Αντόνιο, τονίζει ότι πρόκειται για την ομάδα με τον υψηλότερο κίνδυνο μελλοντικών ψυχιατρικών προβλημάτων, όπως κατάθλιψη, αγχώδεις διαταραχές ή διπολική διαταραχή. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι αυτή η ομάδα χρειάζεται την πιο έγκαιρη και εντατική παρέμβαση.

Βιοτύπος 2: Κυρίως υπερκινητικότητα και παρορμητικότητα

Ο δεύτερος βιοτύπος χαρακτηρίζεται λιγότερο από προβλήματα συγκέντρωσης και περισσότερο από δυσκολία στον έλεγχο των παρορμήσεων. Σύμφωνα με τη Σινγκ, πρόκειται για ένα «κύκλωμα φρένου που δεν συγχρονίζεται σωστά». Η επικοινωνία ανάμεσα στον πρόσθιο φλοιό του προσαγωγίου – περιοχή που βοηθά στον έλεγχο λαθών και στην αναστολή συμπεριφοράς – και στο ωχρό σώμα εμφανίζεται διαταραγμένη.

Το αποτέλεσμα δεν είναι τόσο η διάσπαση προσοχής, όσο η δυσκολία να «φρενάρει» κανείς μια παρόρμηση. Κλινικά, αυτό μεταφράζεται σε ανησυχία, διακοπή των άλλων, απαντήσεις πριν ολοκληρωθεί η ερώτηση ή πράξεις χωρίς σκέψη.

Βιοτύπος 3: Κυρίως απροσεξία

Ο τρίτος βιοτύπος συνδέθηκε με διαταραχές στην άνω μετωπιαία έλικα, περιοχή που σχετίζεται με τη μνήμη εργασίας και τη διατήρηση της προσοχής. Σε αυτά τα παιδιά η υπερκινητικότητα είναι λιγότερο εμφανής. Το βασικό πρόβλημα είναι η δυσκολία διατήρησης συγκέντρωσης. Αυτή η μορφή, σύμφωνα με τον Πλισκά, παρατηρείται συχνότερα σε κορίτσια και συχνά περνά απαρατήρητη, καθώς δεν συνοδεύεται από έντονες διασπαστικές συμπεριφορές. Πολλά παιδιά μπορεί να δυσκολεύονται για χρόνια στο σχολείο πριν λάβουν διάγνωση.

Τι σημαίνουν τα ευρήματα

Οι συγγραφείς διευκρινίζουν ότι οι «βιοτύποι» δεν αποτελούν νέες διαγνωστικές κατηγορίες. Η ΔΕΠΥ εξακολουθεί να διαγιγνώσκεται με βάση τη συμπεριφορική αξιολόγηση και όχι με εγκεφαλικές εξετάσεις.

Ωστόσο, αν τα αποτελέσματα επιβεβαιωθούν από μελλοντικές έρευνες, ενδέχεται να βοηθήσουν τους γιατρούς να επιλέγουν πιο στοχευμένα τη φαρμακευτική αγωγή, μειώνοντας την ανάγκη για μακροχρόνια δοκιμή διαφορετικών φαρμάκων.

Η Σινγκ τονίζει ότι το σημαντικό μήνυμα είναι πως η ΔΕΠΥ είναι πιο σύνθετη από όσο συχνά παρουσιάζεται. Δεν πρόκειται απλώς για «δυσκολία συγκέντρωσης», αλλά για ένα φάσμα νευροβιολογικών διαφορών με διαφορετικές εκφάνσεις.

Είτε οι απεικονίσεις εγκεφάλου ενταχθούν ποτέ στη διαγνωστική πράξη είτε όχι, η μελέτη ενισχύει την ιδέα ότι η ΔΕΠΥ δεν είναι μια ενιαία κατάσταση. Είναι μια πολυδιάστατη διαταραχή, που πιθανόν περιλαμβάνει διαφορετικές βιολογικές διαδρομές και άρα ίσως απαιτεί και πιο εξατομικευμένες θεραπείες στο μέλλον.

Φωτογραφία: (Photo By Jeremy Drey/MediaNews Group/Reading Eagle via Getty Images)