ΔΕΠΥ, διπολική διαταραχή και ανορεξία: Μελέτη του Κέιμπριτζ εξετάζει τον ρόλο ενός τεστ ούρων στην έγκαιρη διάγνωση
Μια απλή εξέταση ούρων θα μπορούσε στο μέλλον να συμβάλλει στον εντοπισμό ψυχιατρικών και νευροαναπτυξιακών διαταραχών, όπως η διπολική διαταραχή, η ΔΕΠΥ και η νευρική ανορεξία, πολύ νωρίτερα από ό,τι συμβαίνει σήμερα, σύμφωνα με νέα μελέτη ερευνητών του Πανεπιστημίου Κέιμπριτζ.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες του Τμήματος Χημικής Μηχανικής και Βιοτεχνολογίας και του Τμήματος Χημείας Yusuf Hamied του πανεπιστημίου και δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό BMC Psychiatry. BMC Psychiatry.
Τι ακριβώς εξέτασαν οι επιστήμονες
Οι ερευνητές δεν πραγματοποίησαν κλασική κλινική δοκιμή με ασθενείς με διαταραχές, αλλά χρησιμοποίησαν μια γενετική ερευνητική μέθοδο που ονομάζεται «Μεντελική τυχαιοποίηση» (Mendelian randomization).
Πρόκειται για μια τεχνική που αξιοποιεί μεγάλα γενετικά και βιολογικά δεδομένα, προκειμένου να εντοπιστούν πιθανές αιτιώδεις σχέσεις ανάμεσα σε μια νόσο και συγκεκριμένους βιολογικούς δείκτες. Οι επιστήμονες εξηγούν ότι η μέθοδος αυτή λειτουργεί σαν ένα είδος «εικονικής κλινικής μελέτης», χωρίς να απαιτούνται αρχικά χρονοβόρες και ακριβές εργαστηριακές δοκιμές.
Στόχος της ομάδας ήταν να ανακαλύψει ουσίες στα ούρα που θα μπορούσαν μελλοντικά να χρησιμοποιηθούν ως αντικειμενικοί δείκτες για την υποστήριξη της διάγνωσης ψυχιατρικών διαταραχών.
Τι βρήκαν οι ερευνητές στα ούρα
Οι επιστήμονες εντόπισαν 67 βιολογικούς δείκτες στα ούρα που συνδέονται με ψυχιατρικές διαταραχές, ενώ 21 από αυτούς φαίνεται να είναι ειδικοί για συγκεκριμένες παθήσεις
Μεταξύ αυτών, σύμφωνα με τη μελέτη:
- στην ανορεξία παρατηρήθηκαν αλλαγές στα επίπεδα της βιταμίνης Β6,
- στη ΔΕΠΥ εντοπίστηκαν διαφοροποιήσεις σε μια ουσία που ονομάζεται N,N-dimethylglycine,
- ενώ στη διπολική διαταραχή και τη σχιζοφρένεια καταγράφηκαν μεταβολές σε δείκτες όπως η κρεατίνη και η τυροσίνη.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι αυτοί οι δείκτες θα μπορούσαν μελλοντικά να χρησιμοποιηθούν υποστηρικτικά για πιο έγκαιρη αναγνώριση ψυχικών διαταραχών.
Ψυχιατρικές διαταρχές – Γιατί θεωρείται σημαντικό το εύρημα
Η διάγνωση ψυχικών διαταραχών παραμένει μέχρι σήμερα μια ιδιαίτερα σύνθετη διαδικασία, καθώς βασίζεται κυρίως σε κλινικές αξιολογήσεις, συνεντεύξεις και παρατήρηση συμπτωμάτων.
Σε αρκετές περιπτώσεις, οι ασθενείς χρειάζονται χρόνια μέχρι να λάβουν σωστή διάγνωση. Σύμφωνα με τους ερευνητές, στο Ηνωμένο Βασίλειο η διπολική διαταραχή μπορεί να χρειαστεί κατά μέσο όρο περισσότερα από εννέα χρόνια μέχρι να διαγνωστεί, ενώ σημαντικές καθυστερήσεις καταγράφονται και στη ΔΕΠΥ ή στις διατροφικές διαταραχές, ιδιαίτερα σε παιδιά και εφήβους.
Η επικεφαλής της μελέτης, καθηγήτρια Σαμπίν Μπαν, διευθύντρια του Cambridge Center for Neuropsychiatric Research, δήλωσε ότι μια εξέταση ούρων αποτελεί «γρήγορη, μη επεμβατική και εύκολη διαδικασία», η οποία θα μπορούσε στο μέλλον να προσφέρει στους γιατρούς ένα επιπλέον εργαλείο για πιο έγκαιρη αναγνώριση ψυχιατρικών παθήσεων.
Όπως σημείωσε, αν τα ευρήματα επιβεβαιωθούν σε κλινικές δοκιμές, θα μπορούσαν να συμβάλουν τόσο στην ταχύτερη διάγνωση όσο και στη μείωση της πίεσης στα συστήματα ψυχικής υγείας.
Οι ειδικοί κρατούν επιφυλάξεις
Παρά τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα, οι ίδιοι οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι η έρευνα βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο και δεν σημαίνει ότι σύντομα θα υπάρξει διαθέσιμο διαγνωστικό τεστ για τις ψυχιατρικές διαταραχές.
Οι βιολογικοί δείκτες που εντοπίστηκαν πρέπει πρώτα να επιβεβαιωθούν σε μεγάλες κλινικές μελέτες με πραγματικούς ασθενείς, ώστε να φανεί αν μπορούν πράγματι να χρησιμοποιηθούν αξιόπιστα στην καθημερινή ιατρική πράξη.
Η πρώτη συγγραφέας της μελέτης, η υποψήφια διδάκτορας Τζιχάν Ζάκι, εξήγησε ότι τα ευρήματα αποτελούν ένα πρώτο βήμα προς την ανάπτυξη εργαλείων που θα μπορούσαν να βοηθήσουν τους γιατρούς να εντοπίζουν ψυχιατρικές διαταραχές νωρίτερα.
Οι ερευνητές σημειώνουν επίσης ότι η εξέταση ούρων δεν προορίζεται να αντικαταστήσει την ψυχιατρική αξιολόγηση, αλλά ενδεχομένως να λειτουργήσει υποστηρικτικά στο μέλλον, σε συνδυασμό με την κλινική εκτίμηση των ειδικών.
Η μελέτη εντάσσεται σε μια ευρύτερη ερευνητική προσπάθεια του Πανεπιστημίου Κέιμπριτζ για την ανάπτυξη μη επεμβατικών βιολογικών τεστ, τόσο για ψυχιατρικές παθήσεις όσο και για άλλες σοβαρές ασθένειες, όπως ο καρκίνος του πνεύμονα.
Φωτογραφία: istock




