Έντονη προπόνηση: Πότε η μυϊκή κόπωση γίνεται επικίνδυνη για καρδιά και νεφρούς

  • Αθηνά Γκόρου
προπόνηση
Το φυσιολογικό «πιάσιμο» μετά την άσκηση βοηθά τους μύες να δυναμώσουν. Όταν όμως η καταπόνηση ξεπεράσει τα όρια του οργανισμού, μπορεί να οδηγήσει σε ραβδομυόλυση, μια σπάνια αλλά σοβαρή κατάσταση που απειλεί ακόμη και την καρδιά και τους νεφρούς.

«Πιο δυνατά, πιο γρήγορα, πιο έντονα». Για πολλούς αυτή είναι η φιλοσοφία της άσκησης. Οι μύες, άλλωστε, έχουν την ικανότητα να προσαρμόζονται στις αυξημένες απαιτήσεις και να γίνονται πιο δυνατοί μετά από κάθε προπόνηση.  Υπάρχει όμως ένα όριο, πέρα από το οποίο η φυσιολογική μυϊκή καταπόνηση μετατρέπεται σε σοβαρή μυϊκή βλάβη. Η κατάσταση αυτή ονομάζεται ραβδομυόλυση και χαρακτηρίζεται από τη διάσπαση των σκελετικών μυών. Ως αποτέλεσμα απελευθερώνονται στην κυκλοφορία του αίματος πρωτεΐνες και ηλεκτρολύτες, που μπορούν να προκαλέσουν βλάβες στους νεφρούς, την καρδιά και άλλα όργανα.

Τα περιστατικά φαίνεται να αυξάνονται

«Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι τα περιστατικά της ραβδομυόλυσης (ER) έχουν αυξηθεί από το 2020», αναφέρει ο Nick Kruijt, ακαδημαϊκός ερευνητής στο Radboud University Medical Centre.

Αρχικά η κατάσταση παρατηρούνταν κυρίως σε νεοσύλλεκτους στρατιώτες, όπου η υπερβολική σωματική καταπόνηση και η υπερθέρμανση του οργανισμού αποτελούν συχνό φαινόμενο. Πλέον, όμως, εμφανίζεται όλο και συχνότερα και σε ερασιτέχνες αθλούμενους, ιδιαίτερα σε αθλήματα και προγράμματα που περιλαμβάνουν έντονες εκκεντρικές ασκήσεις. Δηλαδή ασκήσεις κατά τις οποίες ο μυς δουλεύει ενώ επιμηκύνεται, όπως στο αργό κατέβασμα ενός βάρους ή στα καθίσματα (squats).

Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η αύξηση των καταγεγραμμένων περιστατικών οφείλεται σε περισσότερους από έναν παράγοντες. Στην αύξηση των περιστατικών ενδέχεται να συνέβαλαν και η επιστροφή πολλών ανθρώπων στην άσκηση μετά την πανδημία, καθώς και η δημοτικότητα των απαιτητικών προπονήσεων υψηλής έντασης και των fitness challenges, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Η διάγνωση δεν είναι πάντα εύκολη

Η διάγνωση της ραβδομυόλυσης δεν είναι πάντοτε εύκολη, καθώς δεν υπάρχει ένα και μόνο εύρημα που να την επιβεβαιώνει. Οι γιατροί βασίζονται κυρίως στην κρεατινική κινάση (CK), ένα ένζυμο που απελευθερώνεται στο αίμα όταν καταστρέφονται μυϊκά κύτταρα. Ωστόσο, τα επίπεδά της μπορεί να αυξηθούν σημαντικά ακόμη και μετά από μια ιδιαίτερα απαιτητική προπόνηση, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι πρόκειται για ραβδομυόλυση.

Για να περιοριστεί αυτή η ασάφεια, ο Nick Kruijt και οι συνεργάτες του συμμετείχαν πρόσφατα σε ομάδα ειδικών που πρότεινε νέα διαγνωστικά κριτήρια. Σύμφωνα με τη σχετική συναίνεση, για να τεθεί η διάγνωση της ραβδομυόλυσης από καταπόνηση, τα επίπεδα της CK θα πρέπει να υπερβαίνουν τουλάχιστον κατά 50 φορές το ανώτερο φυσιολογικό όριο.

Τα συμπτώματα που χρειάζονται προσοχή

Η διάγνωση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη επειδή τα συμπτώματα δεν είναι πάντα χαρακτηριστικά.

Η κλασική εικόνα περιλαμβάνει έντονο μυϊκό πόνο, μυϊκή αδυναμία και πολύ σκουρόχρωμα ούρα, τα οποία συχνά περιγράφονται ότι έχουν το χρώμα του μαύρου τσαγιού. Ωστόσο, η τριάδα αυτή δεν εμφανίζεται σε όλους τους ασθενείς.

Παράλληλα, επειδή ο μυϊκός πόνος και η κόπωση θεωρούνται αναμενόμενα μετά από έντονη άσκηση, αρκετοί αθλούμενοι αποδίδουν τα συμπτώματά τους στο συνηθισμένο «πιάσιμο» και καθυστερούν να αναζητήσουν ιατρική βοήθεια.

Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο

Μεγαλύτερο κίνδυνο διατρέχουν όσοι αυξάνουν απότομα την ένταση ή τη διάρκεια της προπόνησής τους, γυμνάζονται πολλές ημέρες χωρίς επαρκή χρόνο αποκατάστασης ή συμμετέχουν σε προγράμματα που καταπονούν μεγάλες μυϊκές ομάδες. Ο κίνδυνος αυξάνεται ακόμη περισσότερο όταν η άσκηση γίνεται σε συνθήκες υψηλής θερμοκρασίας.

«Η αυξημένη θερμοκρασία του σώματος μπορεί να συμβάλει στη διάσπαση των μυών», επισημαίνει ο Coen Bongers, θερμοφυσιολόγος στο Radboud University Medical Centre (Radboudumc).

Η πρόληψη ξεκινά από τη σωστή προπόνηση

Σύμφωνα με τους ειδικούς,  την εμφάνιση της ραβδομυόλυσης  μπορεί να αυξήσουν η αφυδάτωση, μια πρόσφατη ιογενής λοίμωξη και ορισμένα φάρμακα, όπως οι στατίνες. Οι επιστήμονες εξετάζουν επίσης κατά πόσο συμβάλλουν η υπερβολική κατανάλωση καφεΐνης, το αλκοόλ και ορισμένα αντικαταθλιπτικά. Άρα δεν συνανταται εύκολα, οπότε δεν θα ήταν χρήσιμο να αποτρέπεται κάποιος από την άσκηση, φοβούμενος.

Ο Chris Gaffney, λέκτορας στο Lancaster University, υπενθυμίζει ότι ο οργανισμός χρειάζεται χρόνο για να προσαρμοστεί στις αυξημένες απαιτήσεις της προπόνησης.

Για να μειωθεί ο κίνδυνος, οι ειδικοί συνιστούν:

  • σταδιακή αύξηση της έντασης και της διάρκειας της προπόνησης, ιδιαίτερα μετά από περίοδο αποχής.
  • επαρκή αποκατάσταση,
  • καλή ενυδάτωση
  • και διακοπή της άσκησης όταν εμφανιστούν έντονος μυϊκός πόνος, υπερβολική αδυναμία ή σκουρόχρωμα ούρα.

Με πληροφορίες από nationalgeographic.com

Φωτογραφία: istock