Τι σαμποτάρει την ευτυχία μας και πώς να το υπερβούμε
Η ευτυχία δεν είναι η τελευταία στάση, ένας προορισμός όπου φτάνουμε ακολουθώντας οδηγίες ή κάνοντας απλώς τα «σωστά πράγματα». Δεν είναι ένα βραβείο που απονέμεται όταν όλα στη ζωή μας μπουν σε τάξη, ούτε μια κατάσταση που διατηρείται αυτόματα μόλις επιτευχθούν ορισμένες εξωτερικές προϋποθέσεις.
Κι όμως, αυτή είναι μια ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση: ότι η ευτυχία έρχεται όταν ξεπεράσουμε όλα τα εμπόδια, όταν πάψουμε να νιώθουμε άγχος, θλίψη ή αβεβαιότητα. Ότι αρκεί να λείπουν τα αρνητικά για να νιώσουμε καλά.
- Διαβάστε επίσης: Το χρήμα δεν φέρνει την ευτυχία, επιβεβαιώνει νέα έρευνα
Όμως, όπως επισημαίνουν πολλοί ειδικοί της ψυχικής υγείας — και όπως επιβεβαιώνεται από πληθώρα ερευνών — αυτή η αντίληψη είναι παραπλανητική. Η ευτυχία δεν ταυτίζεται με την απουσία δυσφορίας. Δεν αρκεί να μην υποφέρουμε για να είμαστε καλά, καθώς η πραγματική ευεξία δεν περιορίζεται σε μια ουδέτερη ή «ήσυχη» συναισθηματική κατάσταση. Το νόημα δηλαδή δεν είναι απλώς να μη νιώθουμε άσχημα, αλλά να νιώθουμε ζωντανοί και πλήρεις.
Η ευτυχία δεν είναι απλώς η απουσία θλιψης
Πολλοί πιστεύουν πως το να είναι κανείς καλά, σημαίνει απλώς να μην έχει άγχος, θλίψη ή κατάθλιψη. Όμως, η επιστημονική έρευνα δείχνει ότι αυτή η αντίληψη δεν είναι ακριβής.
Σύμφωνα με το λεγόμενο «μοντέλο των δύο αξόνων» (dual-continua model), η ψυχική δυσφορία και η ευεξία, δεν είναι δύο αντίθετοι πόλοι του ίδιου πράγματος, αλλά δύο ξεχωριστές (αν και αλληλένδετες) διαστάσεις της ψυχικής υγείας.
Αυτό σημαίνει ότι μπορεί κάποιος να μην έχει εμφανή συμπτώματα κατάθλιψης ή άγχους, αλλά, ταυτόχρονα, να μη βιώνει ικανοποίηση στη ζωή του. Αντίστροφα, είναι δυνατόν, ένα άτομο που αντιμετωπίζει δυσκολίες ψυχικής υγείας, να βρίσκει παρόλα αυτά στιγμές χαράς και αυθεντικής σύνδεσης με τους άλλους.
Αν περιοριστούμε μόνο στο να μην αισθανόμαστε άσχημα, μπορεί να καταλήξουμε με μια ζωή που είναι απλώς λιγότερο δυσάρεστη — αλλά όχι πραγματικά γεμάτη. Η ευτυχία δεν αναπτύσσεται μόνο μέσα από την ανακούφιση από το αρνητικό, αλλά απαιτεί ενεργή επένδυση σε σχέσεις, εμπειρίες και επιλογές που μας θρέφουν και μας ενώνουν με ό,τι έχει νόημα για εμάς.
Η ευτυχία δεν «βαθμολογείται»
Μια ακόμη παγίδα είναι η συνεχής αυτο-αξιολόγηση: «Είμαι αρκετά ευτυχισμένος;». Σχετική έρευνα δείχνει ότι το να παρακολουθούμε και να κρίνουμε συνεχώς το επίπεδό της ευτυχίας μας, σχετίζεται με κατώτερη συνολική ευεξία, σε αντίθεση με το να εστιάζουμε σε αυτό που έχουμε, απολαμβάνοντας ουσιώδεις εμπειρίες και δράσεις της ζωής μας.
Αντί να ρωτάμε «είμαι ευτυχισμένος τώρα;», μια πιο χρήσιμη προσέγγιση θα ήταν: «Κάνω πράγματα που μπορούν να στηρίξουν την ευεξία μου μακροπρόθεσμα;»
Πώς να διαχειριστούμε την προδιάθεση του εγκεφάλου να «κολλάει» στα δύσκολα
Ή αλλιώς γιατί ο εγκέφαλός μας δίνει περισσότερο βάρος στα αρνητικά
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα της νευροεπιστήμης είναι πως ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι προγραμματισμένος να δίνει μεγαλύτερη προσοχή στις απειλές και τα αρνητικά γεγονότα, σε σχέση με τις θετικές εμπειρίες. Αυτή η φυσική τάση ονομάζεται αρνητική προκατάληψη (negativity bias) και έχει βαθιές εξελικτικές ρίζες: οι πρόγονοί μας έπρεπε να αντιδρούν άμεσα σε πιθανούς κινδύνους για να επιβιώσουν – ένα θρόισμα στα χόρτα θα μπορούσε να σημαίνει επιθέσεις ζώων ή άλλες απειλές.
Αυτό σημαίνει ότι ο εγκέφαλός μας ανιχνεύει και θυμάται πολύ πιο έντονα οτιδήποτε δυσάρεστο – είτε πρόκειται για έναν καβγά, μια απώλεια, ή μια απογοήτευση – ενώ συχνά προσπερνά γρήγορα τα θετικά ή ευχάριστα συμβάντα. Είναι πιο εύκολο να θυμόμαστε μια αρνητική κριτική παρά δέκα κομπλιμέντα.
Αυτή η «προκατάληψη υπέρ του αρνητικού» εντείνεται όταν το άγχος και η πίεση είναι παρατεταμένα. Όσο πιο στρεσαρισμένοι είμαστε σε κάποια φάση της ζωής μας, τόσο περισσότερο η προσοχή μας στρέφεται κυρίως σε όσα πάνε στραβά, παραμερίζοντας, σχεδόν υποτιμώντας, στιγμές που θα μπορούσαν να μας φέρουν ικανοποίηση και χαρά..
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι είμαστε «αρνητικοί» από τη φύση μας, αλλά ότι ο εγκέφαλος λειτουργεί με έναν μηχανισμό προστασίας: προτιμά να εντοπίζει πιθανούς κινδύνους, παρά να αφήνεται με ασφάλεια στο ευχάριστο.
Η κατανόηση αυτής της λειτουργίας, ωστόσο, δεν πρέπει να μας αποθαρρύνει. Το ότι ο εγκέφαλός μας τείνει να δίνει έμφαση στα αρνητικά δεν σημαίνει ότι είμαστε καταδικασμένοι να βιώνουμε λιγότερη χαρά ή νόημα. Το αντίθετο: όταν γνωρίζουμε αυτή την τάση, μπορούμε συνειδητά να την αντισταθμίσουμε.
Ακριβώς επειδή η προσοχή μας έχει την τάση να «κολλά» σε ό,τι πάει στραβά, χρειάζεται να την εκπαιδεύσουμε εκ νέου ώστε να μπορεί να διακρίνει και τα θετικά στοιχεία της καθημερινότητας – ακόμη κι αν είναι μικρά, σύντομα ή ήσυχα. Με άλλα λόγια, η ευεξία δεν είναι απλώς αποτέλεσμα θετικής σκέψης, αλλά μια ενεργή διαδικασία επανεκπαίδευσης του νου, ώστε να δίνει χώρο και βαρύτητα και στις στιγμές που μας φέρνουν σύνδεση, ικανοποίηση ή χαρά.
Η σύνδεση με άλλους δεν είναι πολυτέλεια. Είναι θεμέλιο της ευεξίας
Η επιστημονική βιβλιογραφία δείχνει σταθερά ότι η κοινωνική σύνδεση αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που επηρεάζουν την ευεξία και την ψυχική υγεία. Μελέτες έχουν τεκμηριώσει ότι η μοναξιά και η κοινωνική απομόνωση σχετίζονται με υψηλότερα ποσοστά κατάθλιψης, αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο και αυξημένη θνησιμότητα.
Το ουσιώδες δεν είναι να είμαστε κοινωνικά ενεργοί αδιάκοπα, αλλά να νιώθουμε ότι μας «βλέπουν», μας ακούν και μας εκτιμούν. Η ποιότητα των σχέσεων μετρά πολύ περισσότερο από τον αριθμό των κοινωνικών επαφών.
Μερικοί τρόποι να ενισχύσετε αυτή τη σύνδεση είναι:
- Να επικοινωνείτε τακτικά με έναν άνθρωπο που εκτιμάτε·
- Να ενσωματώνετε στιγμές σύνδεσης στην καθημερινότητά σας (π.χ. μια κοινή βόλτα ή γεύμα);
- Να δίνετε έμφαση στο βάθος και την παρουσία στις σχέσεις παρά στη συχνότητα.
Αυτή η σύνδεση ενισχύει την ευτυχία, όχι επειδή αφαιρεί το στρες από τη ζωή, αλλά επειδή μειώνει τις επιπτώσεις του και ενδυναμώνει το αίσθημα νοήματος και ένταξης.
«Λογότερα συνθήματα και πιο πολύ δουλειά»
Ή αλλιώς, λιγότερη θεωρία και περισσότερη πράξη
Συχνά σπαταλάμε περισσότερη ενέργεια στο να σκεφτόμαστε ή να μιλάμε για την ευτυχία παρά στο να προβαίνουμε σε πρακτικές ενέργειες που την υποστηρίζουν. Η έρευνα δείχνει ότι το να προγραμματίζουμε δραστηριότητες που έχουν νόημα, ευχαριστούν ή έχουν στόχο — όπως:
- δραστηριότητες που προσφέρουν ευχαρίστηση ή αποκατάσταση,
- εργασίες που ενδυναμώνουν την αίσθηση δεξιότητας και αυτοπεποίθησης,
- στιγμές σύνδεσης με άλλους,
…βοηθά σημαντικά στη βελτίωση της διάθεσης και της συνολικής λειτουργίας, ιδίως σε ανθρώπους που αντιμετωπίζουν δυσκολίες ψυχικής υγείας.
Ένας ακόμη λόγος να εντάξουμε στην καθημερινότητά μας δραστηριότητες με νόημα, είναι ότι μας βοηθούν να βιώσουμε αυτό που στην ψυχολογία ονομάζεται «ροή» (flow).
Πρόκειται για μια κατάσταση απόλυτης συγκέντρωσης και απορρόφησης, όπου είμαστε τόσο αφοσιωμένοι σε αυτό που κάνουμε, ώστε χάνουμε την αίσθηση του χρόνου και του εαυτού — σαν να «βυθιζόμαστε» σε μια εμπειρία που μας γεμίζει και μας προκαλεί δημιουργικά.
Ο όρος καθιερώθηκε από τον Ούγγρο ψυχολόγο Μιχάι Τσικσεντμιχάι (Mihály Csíkszentmihályi) και περιγράφει εκείνες τις στιγμές που κάνουμε κάτι που απαιτεί συγκέντρωση, δεξιότητα και προσπάθεια, αλλά είναι τόσο καλά προσαρμοσμένο στις ικανότητές μας, ώστε δεν μας αγχώνει, ούτε μας αφήνει αδιάφορους. Είναι κάτι ανάμεσα στο «δύσκολο» και το «εφικτό» — και γι’ αυτό απορροφά όλη την προσοχή μας.
Το σημαντικό είναι ότι η «ροή» δεν ανταμείβει τόσο το αποτέλεσμα, όσο την ίδια τη διαδικασία. Μας κάνει να νιώθουμε ζωντανοί και παρόντες, απλώς και μόνο επειδή είμαστε πλήρως εκεί — στο τώρα. Γι’ αυτό και δραστηριότητες που μας φέρνουν σε αυτήν την κατάσταση έχουν θετική επίδραση στη διάθεσή μας και στη συνολική ευεξία.
Εν τέλει, η ευτυχία δεν είναι κάτι που περιμένουμε να συμβεί, να πέσει από τον ουρανό,∙ είναι ένα συναίσθημα που καλλιεργείται, λίγο λίγο, μέσα στην καθημερινότητα. Στις πράξεις, στις σχέσεις, στην προσοχή που δίνουμε στο τι έχει πραγματικά αξία. Και γι’ αυτό αξίζει να τη βλέπουμε όχι ως στόχο, αλλά ως τρόπο ζωής.
Φωτογραφία: istock




