Πρόσφυγες και ψυχική υγεία στην Ελλάδα: Υψηλά ποσοστά κατάθλιψης και άγχους – Κενά και εμπόδια στη φροντίδα
Πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο στην Ελλάδα, βρίσκονται στο επίκεντρο νέας επιστημονικής μελέτης που εξετάζει τις ψυχικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, αλλά και τα εμπόδια στην πρόσβαση σε υπηρεσίες υποστήριξης. Η έρευνα δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2026 στο επιστημονικό περιοδικό International Journal for Equity in Health και βασίζεται σε ανασκόπηση της διαθέσιμης βιβλιογραφίας
Το βασικό συμπέρασμα της ανασκόπησης είναι σαφές: οι ανάγκες ψυχικής υγείας είναι μεγάλες και συχνά παραμένουν ακάλυπτες. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, τουλάχιστον ένας στους τρεις αιτούντες άσυλο και πρόσφυγες στην Ελλάδα, εμφανίζει προβλήματα ψυχικής υγείας, όπως κατάθλιψη, μετατραυματικό στρες ή αγχώδεις διαταραχές.
Σε αρκετές έρευνες τα ποσοστά είναι ακόμη υψηλότερα. Η ανασκόπηση αναφέρει ότι η σοβαρή ψυχολογική επιβάρυνση ξεπέρασε το 84% σε τρεις μεγάλες έρευνες, ενώ τα ποσοστά για:
- PTSD κυμάνθηκαν από 35% έως 81%
- κατάθλιψη από 33% έως 67%
- γενικευμένη αγχώδη διαταραχή έφτασαν περίπου το 27,9% σε μία μελέτη
- αϋπνία το 33,6% σε άλλη έρευνα
Οι ερευνητές επισημαίνουν πάντως ότι δεν υπάρχουν ακόμη μεγάλες επιδημιολογικές ή διαχρονικές μελέτες για τον προσφυγικό πληθυσμό στην Ελλάδα. Άρα, τα ευρήματα πρέπει να διαβάζονται με προσοχή. Παρ’ όλα αυτά, η συνολική εικόνα είναι σταθερή: η ψυχική επιβάρυνση είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που παρατηρείται στον γενικό πληθυσμό.
Από πού προέρχεται αυτή η επιβάρυνση
Η μελέτη δείχνει ότι η ψυχική δυσφορία δεν οφείλεται μόνο στο τραύμα πριν από τη φυγή. Δεν αφορά μόνο τον πόλεμο, τις διώξεις ή τη βία στη χώρα προέλευσης. Συνδέεται και με όσα ακολουθούν μετά την άφιξη στη χώρα υποδοχής.
Οι βασικές πηγές πίεσης που αναδεικνύονται στη μελέτη είναι τρεις
- τραυματικές εμπειρίες πριν και κατά τη διαδρομή της μετανάστευσης, όπως πόλεμος, βασανιστήρια, έμφυλη βία και επικίνδυνες διελεύσεις συνόρων
- απώλεια και πένθος, δηλαδή θάνατοι, χωρισμοί από συγγενείς, απώλεια σπιτιού, κοινωνικού ρόλου και αίσθησης του ανήκειν
- στρεσογόνοι παράγοντες στη ζωή στην Ελλάδα, όπως συνθήκες στους καταυλισμούς, ανασφάλεια, μακρές διαδικασίες ασύλου, φόβος απέλασης και κοινωνικός αποκλεισμός
Στις ποιοτικές μελέτες που συμπεριλήφθηκαν, πολλοί πρόσφυγες περιγράφουν τους καταυλισμούς ως υπερπλήρεις, φτωχά συντηρημένους και με περιορισμένη ιδιωτικότητα. Άλλοι μιλούν για αβεβαιότητα, έλλειψη ενημέρωσης και απουσία ξεκάθαρης προοπτικής. Αυτές οι καθημερινές πιέσεις, σύμφωνα με τους συγγραφείς, επηρεάζουν σημαντικά την ψυχική υγεία. Μάλιστα δεν την επιβαρύνουν απλώς. Τη διαμορφώνουν.
Τι υπηρεσίες υπάρχουν σήμερα
Σύμφωνα με τη μελέτη, το σύστημα στηρίζεται σε ένα μικτό μοντέλο: υπηρεσίες μέσα στις δομές φιλοξενίας, δημόσιες μονάδες ψυχικής υγείας και υπηρεσίες μη κυβερνητικών οργανώσεων.
Για τους αιτούντες άσυλο, το πρώτο σημείο επαφής είναι συνήθως οι μονάδες υγείας και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης μέσα στις δομές. Από τον Ιούλιο του 2024, οι μονάδες αυτές λειτουργούν στο πλαίσιο του προγράμματος ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ, Στις μονάδες υποστήριξης, προβλέπεται να εργάζονται ψυχολόγοι και κοινωνικοί λειτουργοί και να γίνονται παραπομπές, όταν χρειάζεται, σε δευτεροβάθμια ή τριτοβάθμια φροντίδα.
Ωστόσο, οι συγγραφείς τονίζουν ότι στην πράξη η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη. Η διαθεσιμότητα υπηρεσιών διαφέρει από δομή σε δομή. Δεν είναι πάντα σαφές σε ποιο βαθμό ενσωματώνονται και συνδέονται με το δημόσιο σύστημα υγείας, ενώ οι διαδρομές παραπομπής χαρακτηρίζονται αποσπασματικές.
Γιατί η πρόσβαση παραμένει δύσκολη
Παρά τις προσπάθειες που έχουν γίνει, η πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας παραμένει περιορισμένη. Οι συγγραφείς μιλούν για δομικά εμπόδια που επηρεάζουν δυσανάλογα πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο.
Τα βασικά εμπόδια που αναδεικνύει η ανασκόπηση είναι:
- το περιορισμένο και ήδη επιβαρυμένο δημόσιο σύστημα ψυχικής υγείας
- οι γραφειοκρατικές και διοικητικές δυσκολίες πρόσβασης
- η έλλειψη προσωπικού με την κατάλληλη κατάρτιση
- η απουσία διερμηνέων και πολιτισμικών διαμεσολαβητών
- η ανεπαρκής προσαρμογή των υπηρεσιών στις γλωσσικές, πολιτισμικές και τραυματικές εμπειρίες των ανθρώπων αυτών
Η μελέτη δίνει ιδιαίτερη έμφαση και στο γεγονός ότι η ποιότητα της φροντίδας δεν εξαρτάται μόνο από το αν υπάρχει μια υπηρεσία. Εξαρτάται και από το αν αυτή η υπηρεσία είναι προσιτή, κατανοητή και κατάλληλη για τον συγκεκριμένο άνθρωπο.
Η μελέτη επισημαίνει επίσης ότι η χρήση των επίσημων υπηρεσιών ψυχικής υγείας παραμένει χαμηλή, όχι μόνο λόγω των εμποδίων στο σύστημα υγείας, αλλά και επειδή αρκετοί πρόσφυγες διστάζουν ή αρνούνται να ζητήσουν επαγγελματική βοήθεια. Σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε επτά καταυλισμούς, περισσότερο από το ένα τρίτο των ατόμων, τα οποία παρουσίαζαν σοβαρή ψυχολογική επιβάρυνση, αρνήθηκαν παραπομπή σε ψυχολόγο της δομής.
Τέλος, ένα ενδιαφέρον εύρημα της μελέτης, είναι ότι πολλοί πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο δεν βλέπουν την ψυχική υγεία μόνο ως ιατρικό ζήτημα. Τη συνδέουν κυρίως με την ανάγκη για ασφάλεια, αξιοπρέπεια και κοινωνικούς δεσμούς.
Τι προτείνει η μελέτη
Οι ερευνητές τονίζουν ότι η ψυχική υγεία των προσφύγων δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με ιατρικές παρεμβάσεις. Απαιτείται ευρύτερη πολιτική που να συνδέει την ψυχική υγεία με τη στέγαση, την κοινωνική ένταξη, την ασφάλεια και την πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες.
Μεταξύ των προτάσεων της μελέτης είναι η ένταξη των υπηρεσιών ψυχικής υγείας για πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο στο ΕΣΥ, η ενίσχυση των κοινοτικών μορφών υποστήριξης και η καλύτερη εκπαίδευση του προσωπικού.
Οι συγγραφείς τονίζουν, επίσης, ότι χρειάζονται περισσότερα ποσοτικά και διαχρονικά δεδομένα, καθώς και πιο στοχευμένη έρευνα για ιδιαίτερα ευάλωτες ομάδες, όπως οι ασυνόδευτοι ανήλικοι, οι επιζώντες έμφυλης βίας και τα άτομα με αναπηρία.
Φωτογραφία: istock





