Γνωστική ασυμφωνία: Όταν άλλα πιστεύουμε κι άλλα κάνουμε και πώς κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας ότι όλα πάνε καλά

  • Αθηνά Γκόρου
γνωστική ασυμφωνία
Γιατί ο νους δυσκολεύεται να αντέξει τις αντιφάσεις, πώς βρίσκει τρόπους να τις δικαιολογήσει και πότε αυτή η εσωτερική σύγκρουση μπορεί να γίνει αφορμή για πραγματική αλλαγή

«Ξέρω ότι πρέπει να γυμνάζομαι, αλλά δεν προλαβαίνω». «Καπνίζω, αλλά κατά τα άλλα προσέχω πολύ την υγεία μου». «Αυτή η δουλειά με εξαντλεί, αλλά δεν είναι και τόσο άσχημη».

Όλοι έχουμε πιάσει κάποια στιγμή τον εαυτό μας να σκέφτεται κάπως έτσι. Ξέρουμε κάτι, το πιστεύουμε, ίσως το θεωρούμε σημαντικό και παρ’ όλα αυτά κάνουμε το αντίθετο.

Αυτή η απόσταση ανάμεσα σε όσα πιστεύουμε ότι είμαστε και σε όσα τελικά κάνουμε έχει όνομα. Στην Ψυχολογία ονομάζεται γνωστική ασυμφωνία (cognitive dissonance).

Η θεωρία διατυπώθηκε από τον κοινωνικό ψυχολόγο Leon Festingerέναν από τους σημαντικότερους ερευνητές της κοινωνικής ψυχολογίας και περιγράφει την εσωτερική ένταση που δημιουργείται όταν δύο πεποιθήσεις μας συγκρούονται ή όταν η συμπεριφορά μας δεν ταιριάζει με τις αξίες και τις απόψεις μας. Δεν πρόκειται για ψυχική διαταραχή, αλλά για μια πολύ συνηθισμένη ανθρώπινη εμπειρία. Η ψυχολογική έρευνα έχει δείξει ότι όταν δημιουργείται αυτή η ασυνέπεια, οι άνθρωποι αναζητούν τρόπους να αποκαταστήσουν ξανά μια αίσθηση συνοχής.

Όταν αλλάζουμε την ιστορία για να αντέξουμε την αντίφαση

Ας πάρουμε το κλασικό παράδειγμα του καπνίσματος. Κάποιος γνωρίζει ότι βλάπτει την υγεία του. Ταυτόχρονα καπνίζει και απολαμβάνει το τσιγάρο του.

Θα μπορούσε να μειώσει τη σύγκρουση κόβοντας το κάπνισμα. Αυτό όμως είναι δύσκολο. Έτσι, υπάρχει ένας ευκολότερος δρόμος: να αλλάξει λίγο την ιστορία που λέει στον εαυτό του.

«Δεν καπνίζω και τόσο πολύ». «Ξέρω ανθρώπους που κάπνιζαν και έζησαν μέχρι τα 90». «Τόσα πράγματα είναι βλαβερά».

Το γεγονός δεν άλλαξε. Άλλαξε όμως ο τρόπος με τον οποίο το ερμηνεύουμε. Άλλαξε το αφήγημα

Δεν πρόκειται απαραίτητα για ένα συνειδητό ψέμα. Συχνά είναι ένας τρόπος να προστατεύσουμε την εικόνα που έχουμε για εμάς. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι είμαστε λογικοί, συνεπείς και ότι οι αποφάσεις μας έχουν νόημα. Όταν μια πράξη μας απειλεί αυτή την εικόνα, μπορεί να μειώσουμε τη σημασία της, να προσθέσουμε νέα επιχειρήματα ή να βρούμε μια εξήγηση που κάνει την αντίφαση πιο υποφερτή.

Γι’ αυτό η γνωστική ασυμφωνία βρίσκεται παντού: σε μια συνήθεια που ξέρουμε ότι μας βλάπτει, σε μια σχέση που δεν μας κάνει καλό, σε μια δουλειά που μας εξαντλεί αλλά συνεχίζουμε να υπερασπιζόμαστε.

Όταν πρώτα αλλάζει η πράξη και μετά η πεποίθηση

Υπάρχει όμως και μια πιο παράξενη πλευρά του φαινομένου. Τι συμβαίνει όταν κάνουμε κάτι που δεν πιστεύουμε πραγματικά επειδή μας πίεσαν, μας αντάμειψαν, φοβηθήκαμε τις συνέπειες ή απλώς προσαρμοστήκαμε σε αυτό που κάνουν οι άλλοι;

Τότε μένουν απέναντί μας δύο πραγματικότητες. Από τη μία: «Δεν συμφωνώ με αυτό». Από την άλλη: «Κι όμως το έκανα, το είπα ή το υποστήριξα».

Αν υπάρχει ένας ισχυρός εξωτερικός λόγος, μπορούμε εύκολα να εξηγήσουμε την πράξη μας: «Το έκανα επειδή αναγκάστηκα» ή «επειδή το αντάλλαγμα ήταν μεγάλο». Όταν όμως αυτή η εξήγηση δεν είναι αρκετή, μένει ένα πιο δύσκολο ερώτημα: «Τότε γιατί το έκανα;»

Σε αυτό ακριβώς βασίστηκε το περίφημο πείραμα των Leon Festinger και James Carlsmith το 1959. Οι συμμετέχοντες έκαναν μια εξαιρετικά βαρετή εργασία και στη συνέχεια τους ζητήθηκε να πουν σε άλλον ότι ήταν ενδιαφέρουσα. Κάποιοι πληρώθηκαν 20 δολάρια και άλλοι μόλις 1.

Θα περίμενε κανείς ότι όσοι πήραν περισσότερα χρήματα θα έπειθαν περισσότερο και τον εαυτό τους. Συνέβη το αντίθετο.

Οι άνθρωποι που πήραν 20 δολάρια είχαν μια εύκολη εξήγηση: «Το είπα επειδή πληρώθηκα καλά». Εκείνοι που πήραν μόνο 1 δολάριο δεν είχαν μια τόσο ισχυρή δικαιολογία. Και έτσι ορισμένοι μετακίνησαν λίγο την ίδια τους την άποψη: «Ίσως τελικά να μην ήταν και τόσο βαρετό».

Εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο παράδοξα σημεία της θεωρίας: δεν διαμορφώνουν μόνο οι πεποιθήσεις μας τις πράξεις μας. Μερικές φορές οι πράξεις που έχουμε ήδη κάνει αρχίζουν να αλλάζουν και τις πεποιθήσεις μας.

Μπορεί η ασυμφωνία να γίνει αφορμή για αλλαγή;

Παραδόξως, η ίδια ενόχληση που μας κάνει να ψάχνουμε δικαιολογίες, μπορεί να λειτουργήσει και προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Αντί να πούμε «δεν είναι και τόσο σοβαρό» ή «έτσι κάνουν όλοι», μπορούμε κάποια στιγμή να σταθούμε στην αντίφαση και να αναρωτηθούμε: «Αφού αυτό είναι πραγματικά σημαντικό για μένα, γιατί συνεχίζω να κάνω το αντίθετο;»

Εκεί η γνωστική ασυμφωνία μπορεί να γίνει κίνητρο. Η δυσφορία μάς δείχνει ότι κάτι δεν ταιριάζει ανάμεσα στις αξίες, στις επιθυμίες και στις πράξεις μας. Και για να σταματήσει αυτή η εσωτερική τριβή, υπάρχει πλέον και ένας άλλος δρόμος εκτός από τη δικαιολόγηση: να αλλάξουμε τη συμπεριφορά μας ώστε να έρθει πιο κοντά σε αυτό που πραγματικά πιστεύουμε ή θέλουμε.

Αυτό δεν συμβαίνει πάντα. Πολύ συχνά είναι ευκολότερο να αλλάξουμε την εξήγηση παρά τη ζωή μας. Υπάρχουν όμως ενδείξεις ότι, όταν η αντίφαση αναδεικνύεται με τον κατάλληλο τρόπο, μπορεί πράγματι να κινητοποιήσει αλλαγές.

Και πού μπορεί να βοηθήσει η ψυχοθεραπεία;

Η ψυχοθεραπεία δεν «θεραπεύει» τη γνωστική ασυμφωνία, γιατί η γνωστική ασυμφωνία δεν είναι διαταραχή. Μπορεί όμως να βοηθήσει έναν άνθρωπο να μην προσπεράσει αμέσως την αντίφαση με μια εύκολη δικαιολογία, αλλά να την κοιτάξει λίγο πιο προσεκτικά.

Τι θέλω πραγματικά; Τι θεωρώ σημαντικό; Γιατί συνεχίζω να κάνω κάτι που με απομακρύνει από αυτό; Και τι είναι αυτό που με δυσκολεύει να αλλάξω;

Αυτή η διερεύνηση έχει ιδιαίτερη σημασία όταν κάποιος νιώθει διχασμένος: θέλει να σταματήσει μια συνήθεια αλλά δεν θέλει να την αποχωριστεί, θέλει να φύγει από μια κατάσταση αλλά ταυτόχρονα βρίσκει συνεχώς λόγους για να παραμένει.

Μια προσέγγιση που δουλεύει ακριβώς με αυτή την αμφιθυμία απέναντι στην αλλαγή είναι η κινητοποιητική συνέντευξη (motivational interviewing). Αντί να λέει στον άνθρωπο τι «πρέπει» να κάνει, τον βοηθά να εξερευνήσει τις δύο πλευρές της σύγκρουσης και να διατυπώσει ο ίδιος τους λόγους για τους οποίους θα ήθελε να αλλάξει. Η γνωστική ασυμφωνία έχει προταθεί ως ένας από τους μηχανισμούς που μπορούν να βοηθήσουν στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί αυτή η προσέγγιση.

Η ουσία, επομένως, δεν είναι να εξαφανίσουμε κάθε εσωτερική αντίφαση. Μερικές φορές αξίζει να την ακούσουμε. Γιατί η γνωστική ασυμφωνία μπορεί να είναι είτε η αρχή μιας ακόμη καλύτερης δικαιολογίας είτε η στιγμή που αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι χρειάζεται πραγματικά να αλλάξει.

Φωτογραφία: istock