Γιατί αποφεύγουμε τις σχέσεις;

  • Μαρία Τσιλιμιγκάκη
φίλοι
Το κυνήγι της αγάπης είναι ένα κίνητρο μεγάλης δυναμικής για το ανθρώπινο είδος. Την ψάχνουμε με το δικό του τρόπο ο καθένας και για αρκετούς δίνει νόημα στη ζωή τους. Όμως μεγαλώνουμε με διαφορετικές απόψεις για το πώς λειτουργούν οι σχέσεις και διατηρούμε διαφορετικές στάσεις και πεποιθήσεις για τις δυνατότητες της αγάπης. Ανεξάρτητα από το που στέκεται ο καθένας μας, είτε στο απομονωμένο νησί είτε στη θέση του αθεράπευτα ρομαντικού, όλοι κρύβουμε μέσα μας κάποιον φόβο γύρω από το συγκεκριμένο ζήτημα.

γράφει η Ιωάννα Θεοδωρακοπούλου, PsyD, MSc

ψυχολόγος, ψυχοθεραπεύτρια,

ειδικός υπογονιμότητας

Παρατηρούμε ανθρώπους να αμφισβητούν το θέμα του έρωτα και της αγάπης. Αρκετοί φοβούνται την οικειότητα ενώ την ίδια στιγμή τρέμουν μην μείνουν μόνοι. Αυτός ο φόβος μας κάνει τον άνθρωπο να αντιστέκεται σε οτιδήποτε τον πλησιάζει περισσότερο από όσο μπορεί να διαχειριστεί. Σίγουρα θα έχετε ακούσει ή και νοιώσει ότι θέλετε κάποιον μέχρι την στιγμή που θα σας θελήσει αυτός ο κάποιος ή αρχίζετε να επιθυμείτε κάποιον όταν εκείνος αποστασιοποιείται. Βέβαια υπάρχουν και εκείνοι που πάντα είναι σε κάποια σχέση ή σχέσεις,  συχνά πυκνά άκριτα και με μόνο οδηγό τον φόβο της μοναξιάς. Σε αυτή την περίπτωση, παρατηρούμε ακατάπαυστη ανησυχία μην χάσουν τον άλλον, για το πώς αισθάνεται ο άλλος για εκείνους, και με συνεχώς ενεργοποιημένα τα ραντάρ για τον εντοπισμό σημαδιών επερχόμενης απόρριψης.

Έχουμε όμως και την περίπτωση ανθρώπων που δεν μπορούν να ταυτιστούν με καμία από τις δύο πλευρές σε συναισθηματικό επίπεδο και συνήθως εμφανίζουν ανησυχία σε βαθμό απόγνωσης, είτε βρίσκονται σε κάποια σχέση είτε όχι.  Αυτές οι «μάχες» με την οικειότητα προκύπτουν από αυτή ακριβώς την αμφίβολη τοποθέτησή μας. Οι, συχνά, λιγότερο συνειδητοί φόβοι που προανέφερα, κάνουν δύσκολο τον εντοπισμό αυτού του γλυκού συναισθήματος αγάπης για τον άλλον και του άλλου προς εμάς, και ακόμα πιο μεγάλη πρόκληση την συντήρησή του. Είτε ο φόβος μας αφορά την πιθανή εγκατάλειψη από τον σύντροφό μας είτε την απώλεια της ανεξαρτησίας και τον εγκλωβισμό μας, οι ανησυχίες μας για το πόσο κοντά θα έρθουμε τον άλλον άνθρωπο μας ωθούν σε συμπεριφορές που τις περισσότερες φορές επιφέρουν καταστροφικές συνέπειες στις σχέσεις μας.

Η αναγνώριση του προβλήματος

Το ερώτημα που προκύπτει στους περισσότερους από εμάς είναι πώς θα καταφέρουμε να εντοπίσουμε, να αναγνωρίσουμε, να δεχτούμε και να διαχειριστούμε τους φόβους μας αυτούς. Η απάντηση αρχικά βρίσκεται στο παρελθόν και στον τρόπο που μάθαμε να συνδεόμαστε στις πρώτες σχέσεις μας (οικογενειακό περιβάλλον) και πώς μας επηρέασαν. Όσο κι αν σας παραξενεύει, το πόσο πολύ ή λίγο «αντέχουμε» να έρθουμε κοντά σε κάποιον άλλον έχει να κάνει με εκείνες τις σχέσεις. Οι πρώτες πρώτες συναναστροφές μας με γονείς ή κηδεμόνες, αποτελούν την βάση των προσδοκιών μας και συνήθως χωρίς επίγνωση, των αναζητήσεών μας στις μελλοντικές μας σχέσεις.

Μέσα από τα βιώματά μας μαθαίνουμε πώς να λειτουργήσουμε σε μια σχέση και τί προβλέπουμε για τις συμπεριφορές και αντιδράσεις των άλλων. Για παράδειγμα, αν οι συναισθηματικές μας ανάγκες στην παιδική ηλικία δεν καλύφθηκα, μπορεί να φοβόμαστε να ξαναεμπιστευτούμε. Το πιο πιθανό είναι να έχουμε φόβο μην τυχόν εξαρτηθούμε από κάποιον ή και κάποιος άλλος από εμάς.

Το παιδί λοιπόν που ένοιωσε παραμελημένο από τους γονείς του, οι πιθανότητες να λειτουργήσει αποφευκτικά στις σχέσεις του είναι μεγάλες. Δηλαδή έχει καταλήξει ότι η καλύτερη μέθοδος για την εκπλήρωση των αναγκών του είναι να φέρεται σαν να μην έχει καμία απολύτως. Κι αυτό γίνεται γιατί ως παιδί απομακρύνθηκε από τον εαυτό του και τις ανάγκες του διότι ήταν πολύ επώδυνο τόσο να τις αισθάνεται όσο και το συναίσθημα της απογοήτευσης εν συνεχεία. Κι έτσι φθάνει να γίνεται ένας ενήλικας που απορρίπτει  τους άλλους, διότι δεν αναγνωρίζει τις επιθυμίες του και την ίδια στιγμή θεωρείς τους άλλους αδικαιολόγητα προσκολλημένους και υπέρ-ευαίσθητους. Άγεται και φέρεται σαν να μην έχει ανάγκη τίποτα από τους άλλους, άρα με άμυνα και μια αίσθηση ανεξαρτησίας που όμως δεν είναι αυτή η αυθεντική του ανάγκη. Μπορεί να φαίνεται αδιάφορος στις ανάγκες του άλλου αλλά πρώτα έχεις αδιαφορήσει για τις δικές του. Και όλα αυτά επιβεβαιώνονται από το έντονο άγχος που αισθάνεται όταν κάποιος φεύγει από τη ζωή του.

Από την άλλη, μπορεί ένα παιδί να μάθει το σχετίζεται με άγχος, όταν οι γονείς του κάποιες φορές κάλυπταν της ανάγκες του και άλλες φορές ήταν είτε αδιάφοροι ή στο άλλο άκρο παρεμβατικοί. Αυτό συνήθως γίνεται λόγω συναισθηματικής στέρησης και όχι λόγω αγάπης και ανάγκης για παροχή φροντίδας. Ζητάει ο γονέας κάλυψη από το παιδί αντί να την προσφέρει. Όλο αυτό  εξαντλεί και αγχώνει το παιδί αντί να το «θρέφει». Μεγαλώνουν απασχολούμενα με το να καλύψουν τις ανάγκες των γονέων τους, να προσαρμόσουν τις συνθήκες καταλλήλως και να κάνουν τους άλλους να τους αγαπήσουν. Κι έτσι ως ενήλικες αναζητούν περισσότερο την επιβεβαίωση και νοιώθουν ανασφαλείς και κτητικοί προς τον σύντροφό τους.

Παρόλο που ο τρόπος που έχουμε μάθει να σχετιζόμαστε από τα πρώτα χρόνια της ζωής μας δημιουργεί το καλούπι για τις σχέσεις που θα δημιουργήσουμε στη ζωή, αυτό το καλούπι μπορεί να σπάσει. Αποκτώντας επίγνωση για τον τρόπο που συνδεόμαστε, έχουμε ξεκάθαρη εικόνα για τους φόβους αγάπης και οικειότητας, και μέσω αυτής επιτρέπουμε στον εαυτό μας να προσεγγίσουμε τις σχέσεις με νέο τρόπο. Όποιοι κι αν είναι οι φόβοι και οι σκέψεις μας για την αγάπη, είναι απαραίτητο να αναγνωρίσουμε ότι είναι η αλήθεια μας. Όταν αρχίσουμε να κατανοούμε γιατί νοιώθουμε όπως νοιώθουμε, και δεχτούμε τι μας τρομάζει στις σχέσεις, θα έχουμε τη δυνατότητα να βρούμε την δική μας οπτική γωνία και να αποφασίσουμε πια συνειδητά, τι θέλουμε και πώς θα το βρούμε στη ζωή μας.