Ευαισθησία και αυτο-αμφισβήτηση: Τα «μειονεκτήματα» που οδηγούν στην επιτυχία
Η ευαισθησία και η αυτο-αμφισβήτηση δεν περιλαμβάνονται συνήθως στα χαρακτηριστικά που συνδέονται με την επιτυχία. Στα περισσότερα επαγγελματικά και κοινωνικά περιβάλλοντα, η επιτυχία ταυτίζεται με τη δύναμη, την αυτοπεποίθηση, την αντοχή στην πίεση και την ψυχραιμία απέναντι στην αρνητική κριτική. Έτσι, όσοι θεωρούνται «υπερευαίσθητοι» καλούνται να «σκληρύνουν» και να πάψουν να αμφιβάλλουν τόσο για τον εαυτό τους.
Ωστόσο, η ψυχολογική έρευνα δείχνει ότι ορισμένα χαρακτηριστικά που εκλαμβάνονται ως μειονεκτήματα, μπορούν, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, να μετατραπούν σε ισχυρά εργαλεία μάθησης και επιτυχίας. Το κρίσιμο δεν είναι αν υπάρχουν, αλλά πώς τα αξιοποιεί κανείς.
Δύο τέτοια χαρακτηριστικά είναι η ευαισθησία στην κριτική και η αυτοαμφισβήτηση.
Ευαισθησία στην κριτική
Η ευαισθησία στην κριτική αντιμετωπίζεται συχνά με επιφύλαξη, καθώς ταυτίζεται με την ιδέα ότι κάποιος επηρεάζεται υπερβολικά, δυσκολεύεται να διαχειριστεί την αποδοκιμασία, άρα δυσκολέυεται να αντέξει την πίεση.
Σε ανταγωνιστικά περιβάλλοντα, όπου κυριαρχούν ως πλεονεκτήματα η αποφασιστικότητα και η αυτοπεποίθηση, το να επηρεάζεται κανείς από την αρνητική κριτική συχνά εκλαμβάνεται ως αδυναμία, μειονέκτημα ή ένδειξη μειωμένης ικανότητας
Από ψυχολογική σκοπιά, όμως, η ευαισθησία στην κριτική δεν είναι απλώς μια συναισθηματική αντίδραση, αλλά μπορεί να λειτουργεί ως μια πιο οξυμένη ικανότητα αντίληψης και επεξεργασίας της ανατροφοδότησης.
Μελέτη του 2025 για την ευαισθησία στην απόρριψη, έδειξε ότι ορισμένα άτομα αντιλαμβάνονται πιο άμεσα και λεπτομερώς τα αρνητικά ερεθίσματα του περιβάλλοντος, όπως μια αλλαγή στον τόνο της φωνής, μια ένδειξη αποδοκιμασίας, μια υποψία δυσαρέσκειας. Αν και αυτή η αυξημένη ευαισθησία μπορεί να προκαλεί δυσφορία, ταυτόχρονα παρέχει έγκαιρη και ακριβή πληροφόρηση για πιθανή κακή απόδοση ή για ασυμφωνία με τις προσδοκίες του περιβάλλοντος.
Η ευαισθησία στην αρνητική ανατροφοδότηση έχει συσχετιστεί με καλύτερη απόδοση, κυρίως σε περιβάλλοντα όπου απαιτείται συνεχής μάθηση και προσαρμογή. Μελέτη του 2019 έδειξε ότι τα άτομα που επενδύουν γνωστικά και συναισθηματικά στην ανατροφοδότηση τείνουν να προσαρμόζονται ταχύτερα. Εγκαταλείπουν νωρίτερα αναποτελεσματικές στρατηγικές, διορθώνουν πορεία εγκαίρως και αναθεωρούν τις προσδοκίες τους προς μια πιο ρεαλιστική κατεύθυνση.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο αναδεικνύεται η μετατόπιση από το φαινομενικό μειονέκτημα στο λειτουργικό πλεονέκτημα, καθώς η συναισθηματική αντίδραση λειτουργεί ως «ενισχυτής σήματος». Εκεί που άλλοι ίσως αγνοήσουν ένα λάθος ή μια αστοχία, το ευαίσθητο άτομο θα σταθεί, θα το επεξεργαστεί και θα το αξιοποιήσει ως δεδομένο προς βελτίωση.
Σε επαγγέλματα όπως η συγγραφή, ο σχεδιασμός ή η ηγεσία, στα οποία η πρόοδος βασίζεται στη συνεχή αναθεώρηση και βελτίωση, η επιτυχία δεν προκύπτει από την άμεση τελειότητα, αλλά από τη συνεχή προσαρμογή. Το ευαίσθητο άτομο, το οποίο βρίσκεται διαρκώς σε εγρήγορση απέναντι στα σήματα του περιβάλλοντος, εντοπίζει γρήγορα τι δεν λειτουργεί σωστά. Και αυτό αποτελεί κρίσιμο πλεονέκτημα. Αντίθετα, όσοι είναι λιγότερο δεκτικοί στην κριτική μπορεί να φαίνονται πιο σίγουροι, αλλά συχνά σπαταλάνε χρόνο επιμένοντας σε λανθασμένες κατευθύνσεις.
Βεβαίως, όταν η δυσφορία από την κριτική, συνδέεται με μια γενικευμένη αρνητική εικόνα του εαυτού και όχι με συγκεκριμένα δεδομένα που αφορούν την εργασία, μπορεί να υπονομεύσει την απόδοση. Το όφελος ενεργοποιείται μόνο όταν η ευαισθησία συνοδεύεται από ικανότητα ρύθμισης και προσανατολισμού προς τη μάθηση.
Το ουσιώδες, λοιπόν, δεν είναι ότι κάποιος πληγώνεται εύκολα, αλλά ότι αντιλαμβάνεται έγκαιρα τις συνέπειες και αξιοποιεί την πληροφορία που λαμβάνει. Όταν τη διαχειρίζεται με ωριμότητα και επίγνωση, αυτή η ιδιότητα μετατρέπεται σε μοχλό αυτογνωσίας και ουσιαστικής βελτίωσης.
Η αυτο-αμφισβήτηση ως μορφή γνωστικής εγρήγορσης
Αν η ευαισθησία στην κριτική αφορά την ανταπόκριση σε εξωτερικά ερεθίσματα, η αυτο-αμφισβήτηση σχετίζεται με την εσωτερική αξιολόγηση. Στο κοινωνικό και επαγγελματικό πεδίο, συχνά, αλλά όχι και σωστά, η αυτοπεποίθηση ταυτίζεται με την ικανότητα. Με βάση αυτή τη λογική, η αμφιβολία εκλαμβάνεται ως ανασφάλεια ή ακόμη και ως ένδειξη ανεπάρκειας. Για αυτόν τον λόγο, άλλωστε, συχνά συμβουλεύουμε όσους αμφιβάλλουν, να φαίνονται πιο σίγουροι για τον εαυτό τους, ακόμη κι αν δεν νιώθουν έτσι.
Ωστόσο, μελέτη για τη μεταγνώση, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Intelligence, δείχνει ότι όσοι επανεξετάζουν συστηματικά τα συμπεράσματά τους τείνουν να γίνονται ακριβέστεροι με την πάροδο του χρόνου. Παραμένουν λιγότερο επιρρεπείς στην υπερβολική αυτοπεποίθηση και πιο ανοιχτοί σε πληροφορίες που ενδέχεται να διαψεύδουν τις αρχικές τους πεποιθήσεις.
Νευροεπιστημονικές μελέτες για την παρακολούθηση σφαλμάτων καταδεικνύουν ότι άτομα με ισχυρότερα νευρωνικά σήματα ανίχνευσης λαθών, εντοπίζουν τα σφάλματά τους ταχύτερα και διορθώνουν αποτελεσματικότερα την πορεία τους. Τα σήματα αυτά συνδέονται στενά με πρότυπα αυτοκριτικής σκέψης, δηλαδή με τον τύπο εσωτερικού διαλόγου που συχνά θεωρείται προβληματικός.
Όταν η αυτο-αμφισβήτηση έχει γνωστικό και όχι συναισθηματικά εμμονικό χαρακτήρα, διατηρεί τις πεποιθήσεις ευέλικτες και αποτρέπει την προσκόλληση σε μία μόνο ερμηνεία. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε πεδία όπου τα αποτελέσματα είναι αβέβαια ή καθυστερούν, όπως η επιστήμη, η ιατρική, η επιχειρηματικότητα ή η τέχνη.
Όσοι αμφιβάλλουν δημιουργικά, τείνουν να «δοκιμάζουν» νοητικά τις αποφάσεις τους, να εξετάζουν πιθανά σενάρια αποτυχίας και να προετοιμάζονται πιο διεξοδικά. Δεν θεωρούν δεδομένη την ορθότητά τους και γι’ αυτό είναι συχνά καλύτερα προετοιμασμένοι.
Ενδιαφέρον εύρημα σε πολλούς τομείς είναι ότι άτομα με υψηλές επιδόσεις συχνά αναφέρουν χαμηλότερη υποκειμενική αυτοπεποίθηση από τους συνομηλίκους τους. Αντιλαμβάνονται περισσότερους πιθανούς κινδύνους και αναγνωρίζουν τα κενά στις γνώσεις τους. Αυτή η επίγνωση τους ωθεί σε πληρέστερη προετοιμασία.
Φυσικά, η αυτο-αμφισβήτηση μπορεί να γίνει δυσλειτουργική όταν οδηγεί σε παράλυση και αντικαθιστά τη δράση. Ηπαραγωγική αμφιβολία εντείνει τη γνωστική συμμετοχή και οδηγεί σε έλεγχο και βελτίωση. Η μη παραγωγική αμφιβολία, αντίθετα, καταλήγει σε έναν φαύλο κύκλο υπερανάλυσης που δεν παράγει ουσιαστική διέξοδο. Με άλλα λόγια, η ουσία δεν βρίσκεται στο αν αμφιβάλλει κανείς για τον εαυτό του, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αξιοποιεί αυτή την αμφιβολία.
Φωτογραφία: istock




