Διαταραχή πανικού και αγοραφοβία: Όταν ο φόβος αρχίζει να περιορίζει τη ζωή μας
Μια κρίση πανικού μπορεί να διαρκέσει λίγα λεπτά. Η αγοραφοβία, όμως, που ενδέχεται να αναπτυχθεί στη συνέχεια, μπορεί να περιορίσει τη ζωή ενός ανθρώπου για χρόνια. Πώς φτάνει κάποιος να φοβάται ακόμη και να βγει από το σπίτι του, να εξαρτάται από τους οικείους του και να χάνει σταδιακά την αυτονομία του; Και μπορεί αυτή η πορεία να αντιστραφεί;

Δρ. Παλικρούσης Λ. Θωμάς
Ψυχολόγος / Γνωστικός Συμπεριφορικός Ψυχοθεραπευτής, MSc
Η Αντιγόνη είναι 38 ετών. Πριν από δύο χρόνια, λίγες ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα, αποφάσισε να ταξιδέψει με λεωφορείο στο χωριό των γονιών της, αναζητώντας λίγη ξεκούραση ύστερα από μια ιδιαίτερα πιεστική περίοδο στην εργασία της. Το λεωφορείο ήταν γεμάτο λόγω των εορτών και, λίγο μετά την αναχώρηση, άρχισε να αισθάνεται δυσφορία από τον συνωστισμό.
Παρατηρώντας ότι η αναπνοή της είχε αλλάξει, φοβήθηκε πως δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά, αισθάνθηκε ζάλη και σκέφτηκε: «Κι αν πάθω κάτι εδώ μέσα; Πώς θα με βοηθήσουν;». Ο φόβος κορυφώθηκε σε κρίση πανικού και ζήτησε από τον οδηγό να σταματήσει.
Οι ιατρικές εξετάσεις που ακολούθησαν δεν ανέδειξαν κάποια οργανική αιτία για το επεισόδιο. Ωστόσο, εκείνο το ταξίδι έμελλε να αλλάξει τη ζωή της. Αρχικά απέφευγε τα λεωφορεία, αργότερα τα καταστήματα και τις ουρές, ενώ σταδιακά άρχισε να φοβάται ακόμη και τις μετακινήσεις με αυτοκίνητο.
Σήμερα έχει σταματήσει να εργάζεται και δυσκολεύεται να παραμείνει μόνη, ακόμη και στο σπίτι. Ο σύζυγός της εργάζεται ως πωλητής με φορτηγό διανομής (ex-van) και η Αντιγόνη τον συνοδεύει καθημερινά στα επαγγελματικά του δρομολόγια, περνώντας σχεδόν όλη την ημέρα στη θέση του συνοδηγού. Η παρουσία της δυσκολεύει την εργασία του, ενώ μεγάλο μέρος της φροντίδας του παιδιού τους έχει αναλάβει η πεθερά της.
Η Αντιγόνη βλέπει την οικογένειά της να προσαρμόζει ολόκληρη την καθημερινότητά της στους φόβους της. Κι ενώ κάποτε ταξίδευε για να ξεκουραστεί, σήμερα περνά τις ημέρες της σε διαδρομές που δεν επέλεξε, μόνο και μόνο για να μη μείνει μόνη.
Η ιστορία της Αντιγόνης περιγράφει μια πραγματική κλινική κατάσταση. Μια κρίση πανικού συνήθως κορυφώνεται μέσα σε λίγα λεπτά. Εκείνο που μπορεί να παραμείνει είναι η διαρκής ανησυχία μήπως επαναληφθεί. Όταν ο άνθρωπος αρχίζει να αποφεύγει καταστάσεις στις οποίες φοβάται ότι δεν θα μπορέσει να διαφύγει ή να βρει βοήθεια, ο περιορισμός μπορεί να επεκταθεί πολύ πέρα από τις ίδιες τις κρίσεις.
Η αγοραφοβία συχνά συνυπάρχει με τη Διαταραχή Πανικού, αλλά αποτελεί ξεχωριστή διαγνωστική κατηγορία. Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η αγοραφοβία μπορεί να στερήσει από έναν άνθρωπο όχι μόνο τις δραστηριότητες που απολαμβάνει, αλλά ακόμη και τη δυνατότητα να ανταποκρίνεται στις βασικές ανάγκες της καθημερινότητάς του.
Διαταραχή Πανικού και Αγοραφοβία: Δύο διαταραχές που συχνά συνυπάρχουν
Η λέξη αγοραφοβία προέρχεται από την αρχαία ελληνική αγορά και τον φόβο. Ωστόσο, παρά την ονομασία της, η αγοραφοβία δεν περιορίζεται στον φόβο της αγοράς ή των ανοιχτών χώρων. Ένας άνθρωπος μπορεί να αισθάνεται εξίσου παγιδευμένος μέσα σε ένα ασανσέρ, σε ένα γεμάτο λεωφορείο ή στη μέση μιας γέφυρας. Αυτό που τον τρομάζει δεν είναι απαραίτητα ο χώρος, αλλά η σκέψη ότι, αν συμβεί κάτι δυσάρεστο, δεν θα μπορεί να απομακρυνθεί ή να βρει βοήθεια.
Σύμφωνα με την πέμπτη έκδοση του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου Ψυχικών Διαταραχών (DSM-5) της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας, η αγοραφοβία περιλαμβάνει έντονο φόβο ή άγχος για τουλάχιστον δύο από πέντε κατηγορίες καταστάσεων: (1) τη χρήση δημόσιων συγκοινωνιών, (2) την παρουσία σε ανοιχτούς χώρους, (3) την παραμονή σε κλειστούς χώρους, (4) την αναμονή σε ουρά ή την παρουσία σε πλήθος και (5) την έξοδο από το σπίτι χωρίς συνοδεία.
Ο φόβος είναι δυσανάλογος προς τον πραγματικό κίνδυνο, επιμένει συνήθως τουλάχιστον έξι μήνες και προκαλεί σημαντική δυσφορία ή λειτουργική έκπτωση.
Ας σκεφτούμε κάποιον που φοβάται ότι θα λιποθυμήσει μέσα σε ένα κατάστημα ή ότι θα χάσει τον έλεγχο του εντέρου του ενώ περιμένει στην ουρά. Δεν χρειάζεται να έχει προηγηθεί κρίση πανικού στο συγκεκριμένο μέρος. Μπορεί να αρκεί η πεποίθηση ότι, εάν εμφανιστούν αυτά τα συμπτώματα, θα βρεθεί αβοήθητος ή θα εκτεθεί μπροστά στους άλλους. Έτσι, ακόμη και μια συνηθισμένη δραστηριότητα μπορεί να αποκτήσει απειλητικό χαρακτήρα.
Η σχέση της αγοραφοβίας με τη Διαταραχή Πανικού έχει απασχολήσει την επιστημονική κοινότητα επί δεκαετίες. Παλαιότερες θεραπευτικές προσεγγίσεις αντιμετώπιζαν τις κρίσεις πανικού ως δευτερογενείς εκδηλώσεις της αγοραφοβίας, ενώ μεταγενέστερες θεωρίες έδωσαν μεγαλύτερη έμφαση στον πανικό ως πιθανό παράγοντα ανάπτυξης της αποφυγής. Ήδη από το 1978, οι Goldstein & Chambless είχαν περιγράψει τον «φόβο του φόβου»: ο άνθρωπος αρχίζει να φοβάται τις ίδιες τις τρομακτικές αισθήσεις του άγχους.
Η διαγνωστική ταξινόμηση μεταβλήθηκε επίσης. Ενώ στο DSM-IV η Διαταραχή Πανικού μπορούσε να διαγνωστεί με ή χωρίς αγοραφοβία, από το DSM-5, το 2013, οι δύο διαταραχές αναγνωρίζονται ως αυτοτελείς διαγνώσεις.
Μάλιστα, διεθνής μελέτη των Annelieke Roest και συνεργατών της, από το Πανεπιστήμιο του Groningen στην Ολλανδία και άλλα ερευνητικά ιδρύματα, που δημοσιεύθηκε το 2019 στο Depression and Anxiety, ανέλυσε δεδομένα 136.357 ενηλίκων από 27 χώρες.
Οι ερευνητές εκτίμησαν ότι το 1,5% του πληθυσμού εμφανίζει αγοραφοβία κάποια στιγμή στη ζωή του, ενώ μόνο το 18,2% όσων είχαν Διαταραχή Πανικού πληρούσε επίσης τα κριτήρια αγοραφοβίας κατά DSM-5. Τα ευρήματα αυτά υπογραμμίζουν ότι οι δύο διαταραχές, παρά τη στενή σχέση τους, δεν ταυτίζονται.
Πώς ο φόβος αρχίζει να περιορίζει τη ζωή μας;
Η αποφυγή ενός πραγματικού κινδύνου αποτελεί φυσιολογική αντίδραση προστασίας. Όταν, όμως, ο άνθρωπος υπερεκτιμά την απειλή, η αποφυγή μπορεί να λειτουργήσει διαφορετικά: απομακρύνεται από μια κατάσταση, αισθάνεται ανακούφιση και σταδιακά πείθεται ότι η απομάκρυνση ήταν εκείνη που τον προστάτευσε. Μια λύση που φαίνεται αποτελεσματική βραχυπρόθεσμα μπορεί, τελικά, να συντηρεί το ίδιο το πρόβλημα.
Αυτό συνέβη και στην Αντιγόνη. Μετά την πρώτη κρίση πανικού, απέφυγε να ξανά ταξιδέψει με λεωφορείο. Όταν χρειάστηκε να επισκεφθεί τους γονείς της, προτίμησε να τη μεταφέρει ο σύζυγός της. Αισθάνθηκε ασφαλέστερη και θεώρησε ότι είχε βρει μια λύση.
Στη συμπεριφορική ψυχολογία, η διαδικασία αυτή ονομάζεται αρνητική ενίσχυση: η αποφυγή μειώνει προσωρινά το άγχος, αυξάνοντας την πιθανότητα να επαναληφθεί. Παράλληλα, το άτομο στερείται την ευκαιρία να διαπιστώσει ότι μπορεί να αντιμετωπίσει την κατάσταση χωρίς να συμβεί η καταστροφή που φοβάται.
Με τον καιρό, οι αποφυγές μπορεί να επεκταθούν. Από το λεωφορείο στο αυτοκίνητο, από ένα πολυσύχναστο κατάστημα σε κάθε δημόσιο χώρο και, τελικά, ακόμη και σε μια σύντομη έξοδο από το σπίτι. Ο άνθρωπος αρχίζει να περιορίζεται σε μια προσωπική ζώνη ασφάλειας, η οποία μπορεί σταδιακά να μικραίνει.
Η παρουσία ενός οικείου προσώπου συχνά προσφέρει ανακούφιση, αλλά όταν θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε μετακίνηση, μπορεί να συντηρεί την πεποίθηση ότι δεν είναι ικανός να τα καταφέρει μόνος του.
Η εξέλιξη αυτή δεν είναι αναπόφευκτη. Οι κρίσεις πανικού και η αγοραφοβία επηρεάζονται από διαφορετικούς βιολογικούς, ψυχολογικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες, ενώ το έντονο στρες μπορεί να συμβάλει στην ευαλωτότητα ενός ανθρώπου χωρίς να αποτελεί από μόνο του επαρκή εξήγηση. Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι οι παράγοντες που πυροδότησαν την πρώτη κρίση δεν είναι απαραίτητα οι ίδιοι με εκείνους που συντηρούν τις αποφυγές.
Όταν η καθημερινότητα γίνεται όλο και μικρότερη
Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να φοβάται κάποιος να ταξιδέψει και στο να μην μπορεί να βγει από το σπίτι για να αγοράσει τρόφιμα. Ανάμεσα στο να αποφεύγει μια συναυλία και στο να αδυνατεί να μεταβεί μόνος σε ένα σούπερ μάρκετ. Και ακόμη μεγαλύτερη ανάμεσα στο να αναζητά περιστασιακά βοήθεια και στο να εξαρτάται από τους άλλους για σχεδόν κάθε καθημερινή του ανάγκη.
Σε σοβαρές περιπτώσεις, η αγοραφοβία, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχει με διαταραχή πανικού, μπορεί να προκαλέσει λειτουργική έκπτωση ακόμη και σε επίπεδα αναπηρίας. Ένας άνθρωπος που διαθέτει τη σωματική ικανότητα να εργαστεί, να μετακινηθεί ή να φροντίσει την οικογένειά του μπορεί να αδυνατεί να πραγματοποιήσει αυτές τις δραστηριότητες εξαιτίας του φόβου. Παράλληλα, η απώλεια της εργασίας και η κοινωνική απομόνωση ενδέχεται να επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την ψυχική του κατάσταση.
Οι συνέπειες επεκτείνονται συχνά στην οικογένεια. Οι οικείοι αναλαμβάνουν πρόσθετες ευθύνες, περιορίζουν τις προσωπικές τους δραστηριότητες και προσαρμόζουν την καθημερινότητά τους στις ανάγκες του ανθρώπου που υποφέρει. Εκείνος, αντιλαμβανόμενος αυτή την εξάρτηση, μπορεί να αισθάνεται ενοχές ή να θεωρεί ότι αποτελεί βάρος για τους αγαπημένους του. Δεν χάνει μόνο την αυτονομία του, αλλά συχνά και την αίσθηση ότι μπορεί να προσφέρει στους άλλους.
Η Αντιγόνη το βιώνει καθημερινά. Βλέπει τον σύζυγό της να προσπαθεί να ανταποκριθεί στις επαγγελματικές του υποχρεώσεις έχοντας την διαρκώς δίπλα του, ενώ η πεθερά της έχει αναλάβει μεγάλο μέρος της ανατροφής του παιδιού της. Το βράδυ επιστρέφει κουρασμένη από μια ολόκληρη ημέρα διαδρομών στις οποίες δεν είχε κανέναν προσωπικό προορισμό.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η πιο σκληρή πλευρά της αγοραφοβίας: ο άνθρωπος μπορεί να θέλει να ζήσει ανεξάρτητα, να διαθέτει όλες τις σωματικές δυνατότητες για να το κάνει, αλλά ο φόβος να τον εμποδίζει να απομακρυνθεί ακόμη και λίγα μέτρα από εκείνον που θεωρεί ότι τον προστατεύει.
Υπάρχει αποτελεσματική θεραπεία για την αγοραφοβία;
Η αγοραφοβία είναι αντιμετωπίσιμη, ακόμη και όταν οι περιορισμοί έχουν διαρκέσει για χρόνια. Η Γνωστική Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT) αποτελεί μία από τις πλέον τεκμηριωμένες θεραπευτικές προσεγγίσεις, με τη σταδιακή έκθεση να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην αντιμετώπιση της αποφυγής.
Η θεραπεία, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην προτροπή να αντιμετωπίσει κάποιος τους φόβους του. Δύο βασικοί θεραπευτικοί στόχοι είναι να διαπιστώσει ο άνθρωπος ότι μπορεί να αντιμετωπίσει καταστάσεις στις οποίες αισθάνεται παγιδευμένος και ότι οι τρομακτικές αισθήσεις του πανικού δεν συνεπάγονται την καταστροφική απώλεια ελέγχου που φοβάται.
Η κατανόηση αυτή δεν επιτυγχάνεται μόνο μέσα από καθησυχαστικές συμβουλές, αλλά κυρίως μέσα από κατάλληλα σχεδιασμένες θεραπευτικές εμπειρίες, που του επιτρέπουν να επανεξετάσει τις απειλητικές προβλέψεις του.
Όταν συνυπάρχει διαταραχή πανικού, η θεραπεία χρειάζεται επίσης να αντιμετωπίζει τον φόβο των σωματικών αισθήσεων, συνδυάζοντας, όπου ενδείκνυται, γνωστικές παρεμβάσεις και ασκήσεις ενδοδεκτικής έκθεσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί και φαρμακευτική αγωγή, έπειτα από ιατρική αξιολόγηση.
Ακόμη και ύστερα από χρόνια σοβαρών περιορισμών, η ουσιαστική βελτίωση παραμένει εφικτή, ενώ η κατάλληλη επαγγελματική βοήθεια μπορεί να αποτελέσει το πρώτο βήμα προς την ανάκτηση της αυτονομίας.
Η ζωή μπορεί να ξαναρχίσει
Ας επιστρέψουμε για τελευταία φορά στην Αντιγόνη. Ίσως το πρώτο βήμα της θεραπείας της να είναι να παραμείνει μόνη στο σπίτι για λίγη ώρα ή να περπατήσει χωρίς συνοδεία μέχρι το κοντινό κατάστημα. Όμως, αν τη ρωτούσαμε τι πραγματικά επιθυμεί, πιθανότατα δεν θα μας μιλούσε για λεωφορεία, καταστήματα ή αποστάσεις. Θα μας μιλούσε για το παιδί της, που θέλει να μεγαλώσει δίπλα του, για τη δουλειά της, για τους γονείς της. Για όλα εκείνα που κάποτε αποτελούσαν ένα αυτονόητο κομμάτι της ζωής της και σήμερα μοιάζουν απρόσιτα.
Σε συνέντευξή του στη LiFO το 2017, ο αξέχαστος ηθοποιός Τάκης Σπυριδάκης (1958-2019) είχε αναφερθεί στις δυσκολίες του με τα πλήθη, λέγοντας: επειδή έχω μια αγοραφοβία και δεν τα πηγαίνω ιδιαίτερα καλά με τα πλήθη. Σε διαφορετικό πλαίσιο, μιλώντας για τη ζωή γενικότερα, είχε πει: Είναι όμορφη η ζωή. Αργά το κατάλαβα.
Χωρίς να συνδέουμε τα δύο προσωπικά του βιώματα, η τελευταία αυτή φράση προσφέρει μια αφορμή να σκεφτούμε κάτι ευρύτερο: πόσο πολύτιμος είναι ο χρόνος που μπορεί να στερεί ο φόβος από έναν άνθρωπο. Όχι μόνο από τις μετακινήσεις και τις δραστηριότητές του, αλλά από τις στιγμές που θα ήθελε να ζήσει με τους ανθρώπους που αγαπά.
Ο πραγματικός στόχος της θεραπείας, επομένως, δεν είναι απλώς να μπορέσει κάποιος να μπει ξανά σε ένα λεωφορείο ή να περπατήσει σε ένα εμπορικό κέντρο. Είναι να ανακτήσει τη δυνατότητα να εργάζεται, να φροντίζει τους ανθρώπους που αγαπά, να παίρνει αποφάσεις και να κάνει σχέδια για το μέλλον. Να μη χρειαστεί κάποτε να κοιτάξει πίσω και να συνειδητοποιήσει πόσα χρόνια περίμενε να πάψει να φοβάται, αντί να προσπαθήσει να ζήσει.
Γιατί η ζωή δεν χρειάζεται να περιμένει μέχρι να εξαφανιστεί κάθε ίχνος φόβου.
Φωτογραφία: istock




