Αναβλητικότητα: Όταν ο εγκέφαλος σαμποτάρει τους στόχους μας – Πώς σπάει το μοτίβο
Η αναβλητικότητα δεν είναι απλώς θέμα κακής διαχείρισης χρόνου ή έλλειψης θέλησης. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια σύνθετη εγκεφαλική λειτουργία που σχετίζεται με τον τρόπο που επεξεργαζόμαστε το στρες και την απειλή.
- Διαβάστε επίσης – Παλάτι της Μνήμης: Μια αρχαία τεχνική για να θυμάστε σχεδόν τα πάντα
Αναβολή vs Αδράνεια Είναι σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε ότι η συστηματική αναβολή, διαφέρει από την απλή αδράνεια ή την τεμπελιά. Ενώ η αδράνεια μπορεί να είναι μια παθητική κατάσταση, η αναβλητικότητα αφορά την καθυστέρηση σημαντικών πράξεων που ξέρουμε ότι πρέπει να ολοκληρώσουμε.
Πρόκειται για μια επώδυνη εσωτερική σύγκρουση. Από τη μία πλευρά είναι η λογική μας επιθυμία να προχωρήσουμε και από την άλλη μια αυτόματη αντίδραση του εγκεφάλου που μας «φρενάρει» την τελευταία στιγμή.
Ένας αρχέγονος μηχανισμός άμυνας
Όταν μια εργασία μάς φαίνεται «βουνό» ή μας προκαλεί άγχος, το νευρικό μας σύστημα την εκλαμβάνει ως κίνδυνο. Τότε, ο εγκέφαλος ενεργοποιεί μια «σιωπηλή» αμυντική διαδικασία, σπρώχνοντάς μας στην αποφυγή για να νιώσουμε άμεση ανακούφιση. Το μυαλό μας, δηλαδή, επιλέγει να μας «σώσει» από τη δυσφορία της στιγμής, ακόμα κι αν αυτό υπονομεύει τα μελλοντικά μας σχέδια.
Αυτή η τάση συνήθως ριζώνει σε παλιούς φόβους ή αποτυχίες του παρελθόντος. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Ενώ νομίζουμε ότι προστατευόμαστε από το στρες, στην πραγματικότητα παγιδευόμαστε στην αναμονή, σαμποτάροντας τους ίδιους τους στόχους που ποθούμε να κατακτήσουμε.
Μάλιστα, σε μια παλαιότερη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Journal of Research in Personality διαπιστώθηκε ότι οι αναβλητικοί άνθρωποι συχνά δημιουργούν επίτηδες εξωτερικά εμπόδια, όπως το να αφήνουν τα πάντα για την τελευταία στιγμή.
Με αυτόν τον τρόπο, αν το αποτέλεσμα δεν είναι καλό, μπορούν να «ρίξουν το φταίξιμο» στην έλλειψη χρόνου και όχι στις ικανότητές τους, προστατεύοντας έτσι την αυτοεκτίμησή τους.
Τα πολλά πρόσωπα του αυτοσαμποτάζ
«Το αυτοσαμποτάζ αφορά σκέψεις και συναισθήματα που υπονομεύουν τους μακροπρόθεσμους στόχους σας», εξηγεί ο Τιμ Πάτσιλ, ψυχολόγος με ειδίκευση στην αναβλητικότητα. Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι περισσότεροι άνθρωποι βιώνουν κατά καιρούς κάποια μορφή αυτοσαμποτάζ. Ωστόσο, ενώ για ορισμένους παραμένει ένα περιστασιακό φαινόμενο, για άλλους εξελίσσεται σε μια επίμονη συνήθεια που ανατρέπει την καθημερινότητά τους.
Η αναβλητικότητα είναι μόνο μία μορφή αυτοσαμποτάζ. Το ίδιο «μπλοκάρισμα» μπορεί να εκδηλωθεί με υπερφαγία, απερίσκεπτες αγορές, κακές αποφάσεις ή σκληρή αυτοκριτική. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η συναισθηματική μας αντίδραση υπερισχύει της λογικής, οδηγώντας μας να τα παρατήσουμε προκειμένου να γλιτώσουμε την πίεση.
Η «χημεία» της αναβολής στον εγκέφαλο
Ο κύριος υπεύθυνος της αναβλητικότητας είναι η αμυγδαλή, το τμήμα του εγκεφάλου που λειτουργεί ως «συναγερμός» κινδύνου. Εξελικτικά «σχεδιάστηκε» για να μας προστατεύει από εξωτερικούς κινδύνους,όπως τα άγρια ζώα, αλλά σήμερα ενεργοποιείται με τον ίδιο τρόπο μπροστά σε ένα deadline ή μια πιθανή αρνητική κριτική.
Στην πράξη, οι έρευνες δείχνουν ότι σε όσους αναβάλλουν συστηματικά:
- Η αμυγδαλή είναι πιο ευαίσθητη: Βλέπει την εργασία ως απειλή και δίνει εντολή για «φυγή».
- Το κέντρο συναισθήματος του εγκεφάλου δεν «συνεννοείται» καλά με το κέντρο αποφάσεων (πρόσθιος εγκέφαλος).
- Το συναίσθημα νικά: Λόγω αυτής της αδύναμης σύνδεσης, ο φόβος και η δυσφορία «μπλοκάρουν» τη λογική εντολή για δράση.
Πώς μπορούμε να αλλάξουμε το μοτίβο;
Το κλειδί βρίσκεται στη νευροπλαστικότητα, δηλαδή στην ικανότητα του εγκεφάλου να αλλάζει μέσα από νέες εμπειρίες. Καθώς κατανοούμε ότι η αναβλητικότητα δεν είναι ελάττωμα του χαρακτήρα μας αλλά μια εγκεφαλική λειτουργία, μπορούμε να εκπαιδεύσουμε τον εγκέφαλό μας από την αρχή.
Μέσω της συναισθηματικής αυτορρύθμισης, της διαχείρισης του άγχους και της σταδιακής έκθεσης σε όσα μας δυσκολεύουν, μπορούμε να δυναμώσουμε τη σύνδεση λογικής και συναισθήματος. Με την κατάλληλη γνώση και πρακτική, η «αμυντική» αντίδραση υποχωρεί, δίνοντας χώρο σε μια πιο λειτουργική και παραγωγική ζωή.
Φωτογραφία; istock




