Στον «πάγο» οι βιοδείκτες: Εγκλωβισμένοι χιλιάδες ογκολογικοί ασθενείς εννέα μήνες μετά το ΦΕΚ

  • Γιάννα Σουλάκη
βιοδείκτες
Εννέα μήνες μετά την έκδοση του ΦΕΚ (Οκτώβριος 2025), για την ένταξη 37 νέων βιοδεικτών στο σύστημα –κάτι ανάλογο του οποίου είχε να συμβεί από το 2014– η κλινική εφαρμογή του νέου πλαισίου παραμένει ουσιαστικά παγωμένη.

Οι διαπραγματεύσεις για τις αποζημιώσεις αυτών των κρίσιμων εξετάσεων καθυστερούν δραματικά, με αποτέλεσμα οι βιοδείκτες στην πράξη να μην αποζημιώνονται.

Η καθυστέρηση αυτή αναγκάζει τους ασθενείς είτε να στερούνται τις απαραίτητες μοριακές εξετάσεις –γεγονός που περιορίζει ή καθυστερεί την πρόσβασή τους σε στοχευμένες ή ανοσοθεραπευτικές επιλογές– είτε να τις πληρώνουν εξολοκλήρου από την τσέπη τους.

Την ώρα που το μέγεθος της ανάγκης είναι τεράστιο: η εφαρμογή της απόφασης αναμένεται να δώσει πρόσβαση σε περίπου 23.000 ασθενείς με διαφορετικά νεοπλάσματα.

Είναι χαρακτηριστικό πώς το 20% των 69.000 νέων περιστατικών καρκίνου ετησίως στη χώρα μας χρήζει εξετάσεων που δεν αποζημιώνονται.

Το χαμένο «διαβατήριο» για τις θεραπείες και η φωνή της βιομηχανίας

Στη σύγχρονη ογκολογία, ο βιοδείκτης αποτελεί το «διαβατήριο» του ασθενούς προς την κατάλληλη εξατομικευμένη θεραπεία. Τα παραπάνω τονίστηκαν τη διάρκεια σχετικής συνέντευξης Τύπου με τη συμμετοχή εκπροσώπων της Εταιρείας Ογκολόγων Παθολόγων Ελλάδας (ΕΟΠΕ), του ΕΟΠΥΥ, του ΣΦΕΕ, της ΕΕΠΑ, της ΕΛΛΟΚ και του ΕΣΥΔ.

Οι φορείς ανέδειξαν έντονα την ανάγκη να μετατραπεί άμεσα η θεσμική πρόοδος σε πραγματική δυνατότητα πρόσβασης.

Η αντιπρόεδρος του ΣΦΕΕ και υπεύθυνη Αποζημίωσης, ΗΤΑ, Διαπραγμάτευσης και Φαρμακευτικής Δαπάνης, Έλενα Χουλιάρα, αποτύπωσε ανάγλυφα το μέγεθος του προβλήματος:

«Στην Ογκολογία, αυτός ο χαμένος χρόνος σημαίνει χαμένες θεραπευτικές ευκαιρίες. Χρειαζόμαστε εγρήγορση όλων των σχετιζόμενων φορέων, πρέπει να κλείσουν άμεσα οι διαπραγματεύσεις του ΕΟΠΥΥ με τους παρόχους. Αν και το ΦΕΚ του Οκτωβρίου για την τιμολόγηση 37 ζευγών βιοδεικτών ήταν σημαντικό, η έλλειψη εφαρμοστικών αποφάσεων για την παράλληλη αξιολόγηση φαρμάκων και βιοδεικτών κρατά την καινοτομία εγκλωβισμένη. Εννέα μήνες μετά την έκδοση του ΦΕΚ, υπάρχουν ήδη νέοι βιοδείκτες σε αναμονή», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Η ίδια ξεκαθάρισε παράλληλα ότι το ζήτημα της ποιότητας των εξετάσεων είναι αδιαπραγμάτευτο για την ασφάλεια των ασθενών:

«Δεν αμφισβητείται, η ποιότητα δεν μπαίνει καν σε διαπραγμάτευση. Είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της θεραπείας. Σκεφτείτε τι θα συμβεί, αν η θεραπευτική προσέγγιση βασιστεί σε ένα λανθασμένο εργαστηριακό αποτέλεσμα βιοδεικτών. Οι συνέπειες θα είναι καταστροφικές».

Το οικονομικό παράδοξο και το κόστος του χαμένου χρόνου

Η τρέχουσα κατάσταση δημιουργεί ένα έντονο οικονομικό και κοινωνικό παράδοξο, καθώς το μέσο κόστος ανά εξέταση ανέρχεται στα 200 ευρώ.

Πολλοί ασθενείς που δεν μπορούν να ανταποκριθούν στα έξοδα καταφεύγουν σε προγράμματα δωρεάν κάλυψης από φαρμακευτικές εταιρείες και την ΕΟΠΕ.

Από το 2015, τα προγράμματα αυτά στήριξαν περισσότερα από 3.500 άτομα με καρκίνο ωοθηκών, ενδομητρίου, πνεύμονα, μαστού, γαστρικό και ουροθηλιακό καρκίνο, καλύπτοντας ουσιαστικά κενά. Ωστόσο, η επιστημονική κοινότητα προειδοποιεί ότι η ισότιμη πρόσβαση απαιτεί ένα σταθερό και προβλέψιμο κρατικό πλαίσιο χρηματοδότησης.

Τα δεδομένα της αγοράς και των επιστημονικών μελετών αποκαλύπτουν τα εξής:

  • Για τις ασθενείς με γυναικολογικό καρκίνο, η ανάγκη για μη αποζημιούμενο βιοδείκτη αγγίζει το 100%.
  • Ο βιοδείκτης HRD, απολύτως απαραίτητος για τον καρκίνο των ωοθηκών, παραμένει «κλειδωμένος» και απροσπέλαστος λόγω λανθασμένης διατύπωσης στα έγγραφα του ΕΟΠΥΥ.
  • Μελέτη του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής (ΠΑΔΑ) εκτιμά ότι η πραγματική ανάγκη για τη δαπάνη βιοδεικτών ανέρχεται στα 18 εκατ. ευρώ, όμως το Υπουργείο Υγείας την έχει συμπιέσει στα 5 εκατ. ευρώ.
  • Η επένδυση αυτή θεωρείται εξαιρετικά ανταποδοτική, καθώς κάθε 1 ευρώ που επενδύεται σε βιοδείκτη επιστρέφει 12 ευρώ στο σύστημα υγείας, αποτρέποντας άστοχες και ακριβές θεραπείες.

Βιοδείκτες: Η επιστήμη προσπερνά τη γραφειοκρατία

Την ώρα που το σύστημα πασχίζει να εντάξει μεμονωμένους δείκτες, η επιστήμη κινείται με πολύ ταχύτερους ρυθμούς.

Η Δρ. Ασπασία Διβανέ, βιολόγος – εργαστηριακή γενετίστρια και αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Ιατρικών Γενετιστών Ελλάδος, εξηγεί ότι το μοντέλο οφείλει να αλλάξει ριζικά:

«Η επιστήμη έχει ήδη προχωρήσει. Δεν μιλάμε πλέον για μεμονωμένους βιοδείκτες, αλλά για στοχευμένα γονιδιακά πάνελ ανά τύπο καρκίνου. Η κατεύθυνση της Ογκολογίας ακριβείας είναι οι ολοκληρωμένες γονιδιωματικές προσεγγίσεις, όπως η ανάλυση ολόκληρου του λεγόμενου εξώματος (WES)», είπε.

Η Δρ. Διβανέ κρούει επίσης τον κώδωνα του κινδύνου για τη βιωσιμότητα των εργαστηρίων, καθώς προστίθενται 4-8 νέοι βιοδείκτες ετησίως, αριθμός που θα εκτοξευθεί λόγω τεχνητής νοημοσύνης. Όπως επισημαίνει, απαιτούνται διορθώσεις στο ΦΕΚ, καθώς «η ποιότητα δεν μπορεί να χρηματοδοτείται από εκείνους που καλούνται να την παραγάγουν. Η Πολιτεία οφείλει να διασφαλίσει ένα βιώσιμο σύστημα χρηματοδότησης, χωρίς να μεταφέρει το βάρος στα εργαστήρια μέσω clawback και rebate».

Οι προϋποθέσεις για ένα σύγχρονο οικοσύστημα ογκολογίας

Προκειμένου η Ιατρική Ακριβείας να γίνει πραγματικότητα και να μην παραμείνει η θεσμική πρόβλεψη κενό γράμμα, οι φορείς επισημαίνουν ότι απαιτείται η άμεση διευθέτηση καίριων ζητημάτων, όπως:

  • Ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων του ΕΟΠΥΥ: Από την πλευρά του ΕΟΠΥΥ εκφράζεται αισιοδοξία ότι η διαπραγμάτευση με τους παρόχους θα κλείσει σύντομα, ώστε να ενεργοποιηθεί η συνταγογράφηση.
  • Ενεργοποίηση του Οργανισμού HTA: Ο νέος Οργανισμός Health Technology Assessment καλείται να αναλάβει την έγκαιρη, παράλληλη αξιολόγηση φαρμάκων και βιοδεικτών, εξαλείφοντας τις καθυστερήσεις.
  • Διασφάλιση ποιότητας και υποστήριξη του ΕΣΥ: Είναι αναγκαία η λειτουργία διαπιστευμένων εργαστηρίων από το ΕΣΥΔ και η στοχευμένη υποστήριξη και πιστοποίηση των εργαστηρίων των δημόσιων νοσοκομείων.
  • Αποζημίωση και ρόλος των παθολογοανατόμων: Η άμεση συμμετοχή τους εγγυάται τη σωστή προαναλυτική διαχείριση και την καταλληλότητα του βιολογικού υλικού, γι’ αυτό και απαιτείται η επαρκής αποζημίωση της εργασίας τους.

Η ΕΟΠΕ επαναλαμβάνει ότι η ευθύνη του συνολικού θεραπευτικού σχεδιασμού και της συνταγογράφησης των βιοδεικτών στους συμπαγείς όγκους ανήκει αποκλειστικά στους Παθολόγους Ογκολόγους.