Ο Dr. Fagerström στο iatropedia.gr: Το «smoke free» μοντέλο της Σουηδίας που μείωσε το κάπνισμα στο 5% και το «μάθημα» για τους Έλληνες
Ένα από τα πρώτα πράγματα που ξενίζουν τον επισκέπτη, όταν περπατά στους δρόμους της Στοκχόλμης, είναι μια παράξενη, σχεδόν απόκοσμη αίσθηση «καθαρότητας» στον αέρα. Στα γεμάτα ζωντάνια μπαρ, στα υπαίθρια εστιατόρια κατά μήκος των καναλιών, ακόμα και στις πολυσύχναστες στάσεις των λεωφορείων, το σκηνικό ανατρέπει πλήρως την εικόνα που έχουμε συνηθίσει στην υπόλοιπη Ευρώπη: η εικόνα του ανθρώπου που ανάβει τσιγάρο είναι απλώς … ανύπαρκτη.
Η Σουηδία δεν έχει καταφέρει απλώς περιορίσει το κάπνισμα, αλλά το έχει σχεδόν οριστικά διαγράψει από την καθημερινότητά της, προσφέροντας ένα παράδειγμα προς μίμηση για τον υπόλοιπο κόσμο. Ένα μάθημα για το πώς η δημόσια υγεία μπορεί να κερδίσει τον πόλεμο ενάντια στον καπνό.
Στο πλαίσιο της διεθνούς ενημερωτικής συνάντησης δημοσιογράφων «Technovation Smoke – Free 2026» της PMI, που πραγματοποιήθηκε στη σουηδική πρωτεύουσα, είχαμε την ευκαιρία να αποκωδικοποιήσουμε το λεγόμενο «σουηδικό μοντέλο».
Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν από τους επιστήμονες είναι αποκαλυπτικά: μέσα σε μόλις 15 χρόνια, η Σουηδία κατάφερε να μειώσει το ποσοστό των καπνιστών από το 15% στο εντυπωσιακό 5,4%. Βρίσκεται, δηλαδή, μια ανάσα πριν από το ορόσημο του 5%, το οποίο σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) χαρακτηρίζει επίσημα μια χώρα ως «ελεύθερη καπνού» (smoke-free).
Την ίδια ώρα, ο ευρωπαϊκός μέσος όρος παραμένει καθηλωμένος στο 23%, σχεδόν πέντε φορές υψηλότερος από τον σουηδικό, ενώ ο ελληνικός αγγίζει σχεδόν το 36% στους ενήλικες, σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο.

Οι Σουηδοί έχουν τοποθετήσει το παραδοσιακό κάπνισμα, στις προθήκες των Μουσείων
Ο κορυφαίος Καθηγητής, Karl Fagerström, μιλά στο iatropedia.gr για την παρανόηση γύρω από τη νικοτίνη
Για να κατανοήσουμε την επιστημονική βάση πίσω από αυτή την επιτυχία, συνομιλήσαμε με τον Καθηγητή Κλινικής Ψυχολογίας, Karl Fagerström.
Ο Dr. Fagerström είναι ένας από τους κορυφαίους και πλέον αναγνωρισμένους ειδικούς παγκοσμίως στον τομέα της εξάρτησης από τη νικοτίνη και της διακοπής του καπνίσματος. Το 1999, έλαβε, μάλιστα, βραβείο από τον ΠΟΥ για το εξαιρετικό του ακαδημαϊκό και κλινικό του έργο, στον έλεγχο του καπνού.
Ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Έρευνας για τη Νικοτίνη και τον Καπνό (SRNT) και δημιουργός της περίφημης «Κλίμακας Fagerström» -του παγκόσμιου κλινικού εργαλείου που χρησιμοποιούν οι γιατροί για τη μέτρηση της εξάρτησης από το τσιγάρο-, ο Σουηδός ακαδημαϊκός έχει αφιερώσει τη ζωή του στην ανάπτυξη στρατηγικών απεξάρτησης.
Ως πρωτοπόρος στην ανάπτυξη των πρώτων ιατρικών προϊόντων υποκατάστασης νικοτίνης, τα λόγια του φέρουν το ειδικό βάρος μιας επιστημονικής διαδρομής δεκαετιών.
Ακολουθεί η αναλυτική συνέντευξη με τον Καθηγητή Karl Fagerström στο iatropedia.gr και τη δημοσιογράφο υγείας, Γιάννα Σουλάκη.
Γ.Σ.: Καθηγητά Fagerström, από τη μακρά πείρα σας στα θέματα της απεξάρτησης από το κάπνισμα, πιστεύετε ότι οι βλάβες που προκαλεί ο καπνός συγχέονται συχνά αναίτια με τη νικοτίνη; Είναι δηλαδή, η ίδια η νικοτίνη το κύριο πρόβλημα, ή τελικά η καύση του καπνού;
K.F: Ναι, δυστυχώς οι άνθρωποι εξακολουθούν να συγχέουν σε απόλυτο βαθμό τη νικοτίνη με τις καταστροφικές συνέπειες του καπνίσματος. Αν κάνετε μια έρευνα στο κοινό και ρωτήσετε ποιο είναι το πραγματικό πρόβλημα, το 60% με 70% θα σας απαντήσει λανθασμένα ότι η νικοτίνη είναι ο κύριος ένοχος για τα νοσήματα. Υπάρχει μια βαθιά, ριζωμένη παραπληροφόρηση και απαιτείται τεράστια προσπάθεια εκπαίδευσης για να διορθωθεί αυτό το λάθος.
Αυτό που μας δίδαξε η εμπειρία της Σουηδίας είναι η ξεκάθαρη διάκριση ανάμεσα στις δύο έννοιες. Η επιστήμη μας λέει ότι η νικοτίνη είναι η ουσία που προκαλεί την εξάρτηση, αλλά η καύση του καπνού είναι εκείνη που απελευθερώνει τις χιλιάδες τοξικές ουσίες που σκοτώνουν. Όταν εξετάζουμε το σουηδικό snus (στοματικό προϊόν καπνού χωρίς καύση), βλέπουμε στην πράξη ότι δεν υπάρχει αυξημένος κίνδυνος για τη δημόσια υγεία. Ακόμα και ο ΠΟΥ αναγνωρίζει ότι η νικοτίνη δεν είναι ο πρωταρχικός παράγοντας για τις μεγάλες κατηγορίες ασθενειών.
Για παράδειγμα, στα καρδιαγγειακά νοσήματα, η νικοτίνη από μόνη της δεν αποτελεί την κύρια αιτία κινδύνου, αν και σε κάποιες περιπτώσεις η επίδρασή της μπορεί να έχει μια μικρή, δευτερεύουσα σημασία. Η μόνη περίπτωση όπου πρέπει να συμβουλεύουμε αυστηρά κατά της νικοτίνης, είναι όταν υπάρχουν συγκεκριμένες αντενδείξεις, όπως η εγκυμοσύνη ή σοβαρά προϋπάρχοντα προβλήματα υγείας.
Σουηδία: Η πρώτη χώρα «ελεύθερη καπνού» – Η σημασία της μείωσης βλάβης
Γ.Σ.: Υπάρχει δημόσια συζήτηση σε πολλές χώρες, για το εάν τα προϊόντα νικοτίνης χωρίς καύση μπορούν να βοηθήσουν στη μείωση της βλάβης από το κάπνισμα. Ποια είναι η δική σας επιστημονική γνώμη; Μπορούν πράγματι αυτοί οι εναλλακτικοί τρόποι να διαδραματίσουν θετικό ρόλο στη δημόσια υγεία, ή όχι;
K.F: Μπορούν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο από τη στιγμή που προσφέρονται ως πλήρη εναλλακτικά προϊόντα για τους καπνιστές που αδυνατούν να διακόψουν το κάπνισμα. Για δεκαετίες στην Ευρώπη υπήρχε ένα ιδιότυπο, καταστροφικό μονοπώλιο: αν ήθελες να καταναλώσεις καπνό ή νικοτίνη, το παραδοσιακό τσιγάρο ήταν η μόνη σου επιλογή. Και το τσιγάρο, όπως όλοι γνωρίζουμε, είναι η πιο βλαβερή μορφή κατανάλωσης.
Όταν επιτρέπεις στην αγορά εναλλακτικά, μη καιόμενα προϊόντα, δίνεις στον καπνιστή διέξοδο. Στη Σουηδία είδαμε μια μαζική μετακίνηση των καταναλωτών από το ένα προϊόν στο άλλο, από το τσιγάρο στο snus. Αυτή η συμπεριφορική αλλαγή μείωσε δραματικά τα ποσοστά των καπνιστών.
Το κάπνισμα είναι μια θανάσιμη απειλή: αν καπνίζεις σε όλη σου τη ζωή, η πιθανότητα να πεθάνεις εξαιτίας του τσιγάρου είναι 50%. Σε παγκόσμιο επίπεδο, 8 εκατομμύρια άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους κάθε χρόνο από το κάπνισμα, ένα νούμερο που κάνει τις απώλειες της πανδημίας του Covid να ωχριούν. Επομένως, η στροφή σε smoke-free εναλλακτικές αποτελεί τεράστιο κέρδος για τη δημόσια υγεία, καθώς σώζει εκατομμύρια ζωές.
Γ.Σ.: Η Σουηδία έχει το χαμηλότερο ποσοστό καπνίσματος στην Ευρώπη και βρίσκεται πολύ κοντά στο σημείο, να γίνει η πρώτη χώρα «ελεύθερη καπνού» στην Ευρώπη. Ποιο είναι το κύριο παράδειγμα από το σουηδικό μοντέλο και γιατί πιστεύετε ότι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες δεν το έχουν ακολουθήσει;
K.F.: Το κύριο μάθημα είναι απλό: η στρατηγική μείωσης της βλάβης (harm reduction) λειτουργεί. Η Σουηδία πέτυχε επειδή είχε διαθέσιμα εναλλακτικά προϊόντα νικοτίνης. Ο λόγος που η υπόλοιπη Ευρώπη δεν ακολούθησε είναι ιστορικός και πολιτικός. Λόγω των ευρωπαϊκών απαγορεύσεων, το snus αποκλείστηκε από τα υπόλοιπα κράτη-μέλη. Στη Σουηδία, όμως, η χρήση του ήταν βαθιά ριζωμένη στην κουλτούρα μας, και όταν μπήκαμε στην Ε.Ε., εξασφαλίσαμε εξαίρεση για να το διατηρήσουμε.
Όταν οι επιδημιολόγοι άρχισαν να μελετούν τις μακροχρόνιες επιπτώσεις αυτής της ιδιαιτερότητας, τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Σήμερα, οι Σουηδοί άνδρες καταγράφουν τα χαμηλότερα ποσοστά ασθενειών και θανάτων που σχετίζονται με το κάπνισμα σε ολόκληρη την Ε.Ε.. Έχουμε 39,6% χαμηλότερο ποσοστό θανάτων από ασθένειες που συνδέονται με τον καπνό σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Επιπλέον, η επίπτωση του καρκίνου στη χώρα μας είναι 41% χαμηλότερη από την υπόλοιπη Ευρώπη, κάτι που μεταφράζεται σε 38% λιγότερους θανάτους από καρκίνο συνολικά. Αυτά τα ακράδαντα δεδομένα θα έπρεπε να είχαν κινητοποιήσει την Ευρώπη, αλλά δυστυχώς η ιδεολογική εμμονή κατά της νικοτίνης εμπόδισε την υιοθέτηση του μοντέλου μας.
Karl Fagerström: Η Ελλάδα έχει αρχίσει να κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση
Γ.Σ.: Συχνά βλέπουμε νόμους που αντιμετωπίζουν όλα τα προϊόντα νικοτίνης ως εξίσου επικίνδυνα με τα παραδοσιακά τσιγάρα. Βασίζεται αυτό σε επιστημονικά δεδομένα και πόσο -κατά τη γνώμη σας- είναι σημαντικό το ρυθμιστικό πλαίσιο να συμπορεύεται με το πραγματικό επίπεδο κινδύνου και τα επιστημονικά δεδομένα;
K.F: Είναι απολύτως κρίσιμο. Αν οι άνθρωποι και οι νομοθέτες πιστεύουν ότι όλα τα προϊόντα νικοτίνης είναι εξίσου βλαβερά, τότε ακυρώνεις κάθε κίνητρο για τον καπνιστή να μετακινηθεί από το χειρότερο προϊόν σε ένα καλύτερο.
Προσωπικά, υποστηρίζω ένα σύστημα ρύθμισης και φορολόγησης ανάλογο με αυτό που εφαρμόζουμε στις Σκανδιναβικές χώρες για το αλκοόλ. Εκεί, η αγορά και η φορολογία ρυθμίζονται με βάση την περιεκτικότητα σε αλκοόλ και την επικινδυνότητα: η μπύρα αντιμετωπίζεται διαφορετικά από το κρασί, και το κρασί διαφορετικά από τα βαριά ποτά. Αυτό το ίδιο, ορθολογικό σύστημα πρέπει να εφαρμοστεί στον καπνό και τη νικοτίνη.
Γνωρίζω ότι στην Ελλάδα η τελευταία κυβέρνηση έχει αρχίσει να κινείται προς αυτή την κατεύθυνση, αναγνωρίζοντας τη διαφοροποίηση του κινδύνου (harm reduction) ανάμεσα στα προϊόντα. Είναι ένα πολύ θετικό βήμα. Όταν η νομοθεσία πιέζει φορολογικά το τσιγάρο και διευκολύνει την πρόσβαση σε smoke-free εναλλακτικές, ουσιαστικά δημιουργεί ένα ισχυρό κίνητρο που βοηθά στη μείωση των θανάτων από το κάπνισμα.
Γ.Σ: Από την τεράστια εμπειρία σας, συντάσσεστε ή όχι με επικρατούσα άποψη ότι τα εναλλακτικά προϊόντα καπνού, είναι ένα βήμα για τη διακοπή του καπνίσματος;
Κ.F: Έχουμε πλέον ισχυρή επιστημονική βεβαιότητα που το αποδεικνύει. Ανεξάρτητοι οργανισμοί, όπως το περίφημο Ινστιτούτο Cochrane, έχουν αποφανθεί μέσα από τις ανασκοπήσεις τους ότι τα ηλεκτρονικά τσιγάρα είναι τουλάχιστον εξίσου αποτελεσματικά, αν όχι περισσότερο, στη διακοπή του καπνίσματος σε σχέση με τις παραδοσιακές θεραπείες υποκατάστασης.
Στη Σουηδία, τις δεκαετίες που είχαμε τεράστιο πρόβλημα καπνίσματος, χιλιάδες άνθρωποι κατάφεραν να κόψουν το τσιγάρο στρεφόμενοι στο snus.
Βέβαια, ο απώτερος στόχος για κάποιους είναι η πλήρης διακοπή κάθε προϊόντος, κάτι που δεν συμβαίνει πάντα, αλλά η μείωση της βλάβης παραμένει τεράστια. Ως άνθρωπος που έχω εργαστεί στην ανάπτυξη των πρώτων ιατρικών προϊόντων νικοτίνης (όπως τσίχλες και αυτοκόλλητα), πρέπει να ομολογήσω ότι η μικρή δόση νικοτίνης που περιείχαν ήταν πάντα ένα πρόβλημα. Οι ρυθμιστικές αρχές φοβούνταν την εξάρτηση και μας ανάγκαζαν να κρατάμε τις δόσεις χαμηλά, με αποτέλεσμα τα σκευάσματα να μην ικανοποιούν τον βαρύ καπνιστή. Τα σύγχρονα εναλλακτικά προϊόντα κάνουν τη διαφορά γιατί είναι πιο ελκυστικά, έχουν καλύτερη παρουσίαση και προσφέρουν τη δόση εκείνη που μπορεί να κρατήσει τον καπνιστή μακριά από το τσιγάρο.
Το μήνυμα προς τους Ευρωπαίους νομοθέτες
Γ.Σ.: Η Ευρωπαϊκή Ένωση επανεξετάζει αυτή την περίοδο τους κανόνες της για τα προϊόντα καπνού και νικοτίνης. Αν μπορούσατε να δώσετε στους Ευρωπαίους πολιτικούς μια συμβουλή για το μέλλον, ποια θα ήταν αυτή;
K.F.: Η βασική μου συμβουλή είναι να δείξουν ειλικρίνεια, ανοιχτό μυαλό και να κάνουν μια σοβαρή αυτοκριτική για τα αποτελέσματα των πολιτικών τους μέχρι σήμερα. Το μέσο ποσοστό καπνιστών στην Ε.Ε. παραμένει καθηλωμένο γύρω στο 23-25% εδώ και πολλά χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι η τρέχουσα στρατηγική των οριζόντιων απαγορεύσεων έχει αποτύχει. Κάτι κάνουμε λάθος.
Όταν την ίδια στιγμή υπάρχει μια ευρωπαϊκή χώρα, η Σουηδία, που έχει ρίξει το ποσοστό αυτό στο 5%, οφείλεις ως νομοθέτης να καθίσεις στο τραπέζι και να αναλύσεις τι κάνουν σωστά αυτοί οι άνθρωποι. Πρέπει να σταματήσουμε να είμαστε δογματικοί με τα μέτρα του παρελθόντος και να δείξουμε ανοιχτότητα σε νέες προσεγγίσεις που βασίζονται στην επιστήμη της μείωσης του κινδύνου. Η ουσία της δημόσιας υγείας συνοψίζεται σε μια απλή φράση: Είναι τελείως διαφορετικό να βάζεις φωτιά στον καπνό και να τον εισπνέεις στους πνεύμονες, και τελείως διαφορετικό να τον χρησιμοποιείς στοματικά χωρίς καύση.
Κλείνοντας, θέλω να εκφράσω τη χαρά μου για τις επαφές που είχα στην Ελλάδα. Διαπιστώνω με ικανοποίηση ότι υπάρχει πλέον μια αυξανόμενη προσοχή και ευαισθητοποίηση από την πλευρά των Ελλήνων γιατρών και των αρχών. Αρχίζουν να κατανοούν σε βάθος τη διαφορά ανάμεσα στον κίνδυνο της νικοτίνης και τον κίνδυνο της καύσης του καπνού, και αυτό είναι το πρώτο, απαραίτητο βήμα για να γίνουν τα σωστά πράγματα στη μάχη κατά του τσιγάρου._







