Νέα μάχη για τα φάρμακα: Οι κινήσεις Τραμπ φέρνουν την Ευρώπη μπροστά σε δύσκολες αποφάσεις

  • Αθηνά Γκόρου
φάρμακα
Οι αλλαγές που προωθεί η Ουάσιγκτον στη φαρμακευτική πολιτική, αναδιαμορφώνουν το διεθνές τοπίο και εντείνουν τη συζήτηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση για τις επενδύσεις, την παραγωγή φαρμάκων και την πρόσβαση των ασθενών στις καινοτόμες θεραπείες

Η στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών για την ενίσχυση της εγχώριας φαρμακευτικής παραγωγής, αναδιαμορφώνει σταδιακά τον παγκόσμιο χάρτη της φαρμακοβιομηχανίας. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής, η αμερικανική κυβέρνηση χρησιμοποιεί όλο και περισσότερο τους δασμούς ως μέσο πίεσης, προκειμένου να ενθαρρύνει ή να υποχρεώσει τις διεθνείς φαρμακοβιομηχανίες να μεταφέρουν την παραγωγή τους στις ΗΠΑ. Οι εξελίξεις αυτές αναγκάζουν την Ευρώπη να επανεξετάσει κατά πόσο το σημερινό της μοντέλο μπορεί να διατηρήσει επενδύσεις, παραγωγή και καινοτομία.

Το σχέδιο Τραμπ για την επιστροφή της παραγωγής στις ΗΠΑ

Μετά τους δασμούς στα πατενταρισμένα φάρμακα και τις δραστικές ουσίες, η τελευταία κίνηση της Ουάσιγκτον αφορά στα γενόσημα. Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι όσα εισάγονται στις Ηνωμένες Πολιτείες θα παραμείνουν χωρίς δασμούς για δύο χρόνια, με αρχή από την 1η Αυγούστου. Στη συνέχεια όμως και αν οι παρασκευαστές δεν μεταφέρουν την παραγωγή τους στις ΗΠΑ, προβλέπεται η επιβολή δασμού 100% για έναν χρόνο και 200% από το επόμενο έτος.  Η απόφαση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς τα γενόσημα αντιπροσωπεύουν πάνω από το 90% των φαρμάκων που πωλούνται στην αμερικανική αγορά.

Στόχος της αμερικανικής κυβέρνησης είναι να περιορίσει την εξάρτηση από την παραγωγή χαμηλού κόστους στην Κίνα και στην Ινδία και να επαναφέρει μεγαλύτερο μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας στο εσωτερικό της χώρας.

Ωστόσο, εκπρόσωποι του κλάδου επισημαίνουν ότι οι εταιρείες βρίσκονται σε δίλημμα, καθώς η μεταφορά της παραγωγής (εργοστασίων, εγκαταστάσεων κλπ) στις ΗΠΑ, απαιτεί χρόνο και χρήματα. Αν όμως διατηρήσουν την παραγωγή τους στο εξωτερικό, οι νέοι δασμοί θα τις οδηγήσουν να αυξήσουν την τιμή των φαρμάκων, ώστε να μην έχουν ζημία.

Στην πραγματικότητα δεν πειράζει τις εταιρείες το αν θα αυξήσουν τις τιμές. Το πρόβλημα είναι ότι δεν είναι βέβαιο ότι θα μπορούν να τις αυξήσουν.

Για τα γενόσημα μιλώντας, η αγορά είναι εξαιρετικά ανταγωνιστική. Οι τιμές είναι συχνά χαμηλές και σε πολλές περιπτώσεις καθορίζονται ή πιέζονται από ασφαλιστικά ταμεία, κρατικά προγράμματα και μεγάλους αγοραστές. Αν μια εταιρεία αυξήσει πολύ την τιμή της, μπορεί:

  • να χάσει συμβόλαια,
  • να χάσει μερίδιο αγοράς,
  • ή να απορροφήσει η ίδια το κόστος των δασμών, μειώνοντας τα κέρδη της.

Διεθνή δίκτυα υπό πίεση: Το παράδειγμα της Sandoz

Χαρακτηριστικό παράδειγμα των προκλήσεων που δημιουργεί η νέα αμερικανική πολιτική, αποτελεί η ελβετική Sandoz, ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς γενοσήμων και βιοομοειδών παγκοσμίως.

Παρότι διαθέτει ισχυρή εμπορική παρουσία στις ΗΠΑ, το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής της βρίσκεται εκτός αμερικανικού εδάφους. Αν εφαρμοστούν οι νέοι δασμοί, η εταιρεία θα βρεθεί μπροστά σε κρίσιμες αποφάσεις για το αν θα μεταφέρει μέρος της παραγωγής της στις ΗΠΑ ή αν θα διατηρήσει το σημερινό μοντέλο λειτουργίας της, απορροφώντας το πρόσθετο κόστος.

Το δίλημμα αυτό δεν αφορά μόνο τη Sandoz. Αντικατοπτρίζει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί σήμερα η διεθνής φαρμακοβιομηχανία. Η παραγωγή ενός φαρμάκου βασίζεται σε ένα πολύπλοκο διεθνές δίκτυο εργοστασίων, προμηθευτών και μονάδων παραγωγής δραστικών ουσιών. Έτσι, μια απότομη αλλαγή στους εμπορικούς όρους, έστω και σε ένα κομμάτι, μπορεί να αναγκάσει πολλές εταιρείες να ανασχεδιάσουν την εφοδιαστική τους αλυσίδα, με πιθανές επιπτώσεις στο κόστος και στη διαθεσιμότητα των φαρμάκων.

Η διαμάχη για τις τιμές στα φάρμακα

Οι δασμοί δεν είναι η μόνη αλλαγή που προωθεί η κυβέρνηση Τραμπ στον φαρμακευτικό κλάδο. Στόχος επίσης είναι να μειώσει τις τιμές που πληρώνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες για τα νέα καινοτόμα φάρμακα.

Μέχρι σήμερα όμως, οι ΗΠΑ αποτελούσαν την πιο κερδοφόρα αγορά για τις φαρμακευτικές, καθώς οι τιμές των νέων φαρμάκων εκεί ήταν σημαντικά υψηλότερες από τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές. Η νέα αμερικανική πολιτική επιδιώκει να συμπιέσει αυτές τις τιμές, χρησιμοποιώντας τις χαμηλότερες τιμές της Ευρώπης, ως σημείο αναφοράς (Most Favored Nation policy).

Αυτό δημιουργεί σοβαρό προβληματισμό στη φαρμακοβιομηχανία. Αν οι χαμηλές ευρωπαϊκές τιμές χρησιμοποιηθούν ως μέτρο σύγκρισης, οι εταιρείες θα αναγκαστούν να μειώσουν τις τιμές τους και στην τεράστια αμερικανική αγορά, χάνοντας τη βασικότερη πηγή των εσόδων τους.

Η Ευρώπη μπροστά σε δύσκολη εξίσωση

Τέλος, σε δίλημμα βρίσκεται και η Ευρώπη. Από τη μία πρέπει να συγκρατήσει τη φαρμακευτική δαπάνη, ώστε οι νέες θεραπείες να παραμένουν προσιτές. Από την άλλη όμως οι εταιρείες επενδύουν περισσότερο στις αγορές όπου μπορούν να πετύχουν υψηλότερες τιμές για τα νέα φάρμακα.

Αν ωστόσο οι ΗΠΑ καταφέρουν να μειώσουν τις τιμές των νέων φαρμάκων, διατηρώντας παράλληλα τα πλεονεκτήματα που ήδη διαθέτουν, δηλαδή τη μεγαλύτερη αγορά φαρμάκων στον κόσμο, τα κίνητρα για νέες επενδύσεις και την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής,  η πίεση προς την Ευρώπη ενδέχεται να αυξηθεί ακόμη περισσότερο.

Και το διακύβευμα εδώ δεν αφορά μόνο τις επενδύσεις. Θα επηρεάσει και το πόσο γρήγορα οι Ευρωπαίοι ασθενείς θα αποκτούν πρόσβαση στις νέες θεραπείες, αλλά και την ικανότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διατηρήσει ισχυρή παραγωγική βάση και επάρκεια φαρμάκων σε περιόδους διεθνών αναταράξεων.

Πηγές:

Reuters, Generic drugmaker Sandoz to engage with US after Trump tariff threat

Reuters, Generic drug sector seeks policy fixes after Trump tariff threat

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Critical Medicines Act

Φωτογραφία: istock