Μάρω Κοντού: Κατέληξε στον Άγιο Σάββα στα 92 της χρόνια – Θρήνος στον καλλιτεχνικό κόσμο
Μετά το εξιτήριο που έλαβε από το νοσοκομείο «Αττικόν» την 1η Ιουλίου και δείχνοντας μεγάλη θέληση για ζωή, η Μάρω Κοντού κατάφερε να επέστρεψει στο σπίτι της. Όμως, η υγεία της επιδεινώθηκε ξανά αισθητά, με αποτέλεσμα πριν από περίπου μία εβδομάδα να διακομιστεί στον «Άγιο Σάββα».
Εκεί και παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες των γιατρών της, η μεγάλη πρωταγωνίστρια έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών.
Η αγαπημένη Μάρω Κοντού έδωσε σύντομη μάχη με τον καρκίνο στους πνεύμονες
Αναμένεται Ιατρικό Ανακοινωθέν από το Νοσοκομείο Άγιος Σάββας.
Μάρω Κοντού: Η πορεία μιας σπουδαίας πρωταγωνίστριας του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου
Η Μάρω Κοντού άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά της στην ελληνική καλλιτεχνική σκηνή, με μια τεράστια διαδρομή στην υποκριτική. Στη διάρκεια της καριέρας της συμμετείχε σε 61 κινηματογραφικές ταινίες μεγάλου μήκους και ανέβηκε στη σκηνή σε περίπου 90 θεατρικές παραγωγές, ερμηνεύοντας έργα τόσο του ελληνικού όσο και του διεθνούς ρεπερτορίου.
Γεννήθηκε στις 21 Ιουνίου 1934 στο Κουκάκι, με καταγωγή από τα Ψαρά. Έχασε τον πατέρα της από φυματίωση όταν ήταν μόλις δύο ετών και μεγάλωσε μαζί με τη μητέρα και τη γιαγιά της στη γειτονιά που, όπως έλεγε αργότερα, σημάδεψε ευχάριστα τα παιδικά της χρόνια. Σε συνεντεύξεις της θυμόταν το παλιό Κουκάκι με τα χαμηλά σπίτια, τους κήπους και τις ανοιχτές αυλές, αλλά και γνωστούς γείτονες, όπως τον Μάριο Πλωρίτη, την Κατερίνα Γιουλάκη και τη Νάνα Μούσχουρη.
Αποφοίτησε από το Γ’ Γυμνάσιο Θηλέων Μακρυγιάννη, ενώ παράλληλα σπούδασε χορό στην τότε Σχολή Χορού, τη σημερινή Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης, κερδίζοντας υποτροφία για τη σχολή Hladek στη Γερμανία. Στη συνέχεια ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Η επαγγελματική της πορεία ξεκίνησε το 1954 ως χορεύτρια στον Χορό Αρχαίας Τραγωδίας του Εθνικού Θεάτρου, όπου παρέμεινε έως το 1958. Λίγο αργότερα έλαβε άδεια άσκησης επαγγέλματος ηθοποιού ως «εξαιρετικό ταλέντο» και το 1959 έκανε την πρώτη της θεατρική εμφάνιση δίπλα στον Δημήτρη Χορν, στο έργο «Ρομανσέρο» του Ζακ Ντεβάλ.
Η μεγάλη αναγνώριση ήρθε το 1960 με την πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση στη Φίνος Φιλμ, στην ταινία «Τα Κίτρινα Γάντια», όπου πρωταγωνίστησε στο πλευρό του Νίκου Σταυρίδη. Ακολούθησαν δεκάδες επιτυχημένες συνεργασίες με τη Φίνος Φιλμ, ανάμεσά τους «Ο Φίλος μου ο Λευτεράκης», «Η Γυνή να Φοβείται τον Άνδρα» – όπου μαζί με τον Γιώργο Κωνσταντίνου δημιούργησαν το θρυλικό ζευγάρι Κοκοβίκου – και η «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη», που αποτέλεσε την τελευταία της εμφάνιση στην εταιρεία παραγωγής.
Ξεχωριστό κεφάλαιο στην κινηματογραφική της διαδρομή αποτέλεσαν και οι 13 ταινίες στις οποίες συμπρωταγωνίστησε με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, μεταξύ των οποίων οι «Ο Γεροντοκόρος», «Ο Στρίγγλος που Έγινε Αρνάκι» και «Κρίμα το Μπόι σου».
Ιδιαίτερη θέση στη φιλμογραφία της κατέχει και η «Αντιγόνη» του 1961, στην οποία υποδύθηκε την Ισμήνη.
Η παρουσία της επεκτάθηκε και στην τηλεόραση, με συμμετοχές σε δημοφιλείς σειρές που σημάδεψαν διαφορετικές εποχές της ελληνικής τηλεόρασης, από το «Λούνα Παρκ» και τους «Ενόχους» έως το «Και οι τέσσερις ήταν υπέροχες» και, πιο πρόσφατα, τη «Γη της Ελιάς», όπου εμφανιζόταν έως το 2026.
Το 1990 παρουσίασε επίσης τη σύντομη τηλεοπτική εκπομπή «Χωρίς Παρεξήγηση» στην ΕΤ2.
Πέρα από την υποκριτική, ασχολήθηκε με τη ζωγραφική, παρουσιάζοντας το έργο της σε ατομική έκθεση στην γκαλερί Αντήνωρ το 1993, ενώ πίνακάς της φιλοξενείται στη μόνιμη συλλογή του Μουσείου Βορρέ.
Στην προσωπική της ζωή παντρεύτηκε τον διευθυντή φωτογραφίας της Φίνος Φιλμ Αριστείδη Καρύδη-Φουκς και αργότερα τον διαφημιστή Γιώργο Δόξα. Είχε μιλήσει δημόσια για την προσπάθειά της να αποκτήσει παιδί, αποκαλύπτοντας ότι σε ηλικία 36 ετών επισκέφθηκε ειδικό γιατρό στην Ελβετία, ο οποίος της είπε πως δεν θα μπορούσε να τεκνοποιήσει.
Παράλληλα με την καλλιτεχνική της πορεία ασχολήθηκε και με τα κοινά. Εξελέγη βουλευτής Α’ Αθηνών με τη Νέα Δημοκρατία, υπηρέτησε ως δημοτική σύμβουλος του Δήμου Αθηναίων την περίοδο 1994-2002 επί δημαρχίας Δημήτρη Αβραμόπουλου, διετέλεσε πρόεδρος του δημοτικού ραδιοσταθμού Αθήνα 9.84 και αργότερα πρόεδρος του Κέντρου Βρεφών «ΜΗΤΕΡΑ».
Η Μάρω Κοντού υπήρξε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φυσιογνωμίες του ελληνικού κινηματογράφου και θεάτρου, αφήνοντας πίσω της μια μακρά καλλιτεχνική και δημόσια διαδρομή που σφράγισε πολλές γενιές θεατών.
Φωτογραφία: Eurokinissi





