Κορονοϊός: Γιατί οι μειωμένοι θάνατοι του δεύτερου κύματος θα μας κοστίσουν «ακριβά» τον χειμώνα

  • Γιάννα Σουλάκη
θανάτων
Ο νέος κορονοϊός αριθμεί παγκοσμίως σχεδόν 1 εκατομμύρια ανθρώπινα θύματα, την ώρα που τα κρούσματα έχουν ξεπεράσει τα 32 εκατομμύρια. Ωστόσο, η αναλογία κρουσμάτων και θανάτων ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο πανδημικό κύμα, παρουσιάζει σημαντικές διαφοροποιήσεις, γεγονός το οποίο έχει πυροδοτήσει συζητήσεις στην παγκόσμια επιστημονική κοινότητα.

Στο θέμα αναφέρθηκε ο καθηγητής Επιδημιολογίας, Γκίκας Μαγιορκίνης, κατά τη διάρκεια της απογευματινής ενημέρωσης για τον νέο κορονοϊό, λέγοντας πως “Το ποσοστό των θανάτων επί των διαγνώσεων στο δεύτερο κύμα σε παγκόσμια κλίμακα, φαίνεται μικρότερο απ’ ότι στο πρώτο κύμα. Έτσι, έχει δημιουργηθεί μία συζήτηση για το αν ο ιός έχει εξελιχθεί σε ηπιότερα στελέχη, δηλαδή σε στελέχη που δεν προκαλούν τόσο εύκολα θάνατο”.

Οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι δεν είναι έτσι. Ο “έξυπνος” ιός βρήκε άλλον έναν τρόπο να μας "ξεγελάσει", ενώ στην πραγματικότητα παραμένει επικίνδυνα θανατηφόρος, όπως όταν πρωτοεμφανίστηκε. Ο χειμώνας που βρίσκεται προ των πυλών, δεν επιτρέπει εφησυχασμό.

Προγνωστική μελέτη στις ΗΠΑ διαπίστωσε πρόσφατα ότι μέχρι την 1η Ιανουαρίου του 2021 ο αριθμός των θανάτων από Covid-19, αναμένεται να υπερδιπλασιαστεί.

Κορονοϊός: Είναι ηπιότερη η θανατηφόρα επίδραση του ιού;

Οι ημερήσιες αλλά και συνολικές μολύνσεις από τη νόσο Covid-19 στην Ευρώπη καταγράφουν αριθμούς “ρεκόρ” κατά το δεύτερο κύμα του κορονοϊού. Mε την πρώτη ματιά, όμως, δεν φαίνεται να συμβαίνει το ίδιο και με τους θανάτους, οι οποίοι εξακολουθούν να βρίσκονται πολύ πιο χαμηλά από την κορύφωση που σημείωσαν κατά τον περασμένο Απρίλιο.

Δείτε το σχετικό συγκριτικό διάγραμμα που αποτυπώνει από τον Φεβρουάριο μέχρι σήμερα, τον αριθμό των μολύνσεων (αριστερά), σε σχέση με τον αριθμό των θανάτων (δεξιά):

Τι έχει συμβεί; Έχει μεταλλαχθεί ο ιός σε μια ηπιότερη μορφή, που τον κάνει να διασπείρεται πιο εύκολα και γρήγορα, αλλά τον καθιστά λιγότερο επιθετικό;

Τα ευρήματα δύο μελετών που παρουσιάστηκαν στο διαδικτυακό συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Κλινικής Μικροβιολογίας και Λοιμωδών Νοσημάτων (ESCMID) αυτήν την εβδομάδα, υποστηρίζουν ότι το ιικό φορτίο των ασθενών με SARS-CoV-2, μειώθηκε με την εξέλιξη της πανδημίας.

Το γεγονός αυτό -υποστηρίζουν οι ερευνητές- μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση του φαινομένου της μείωσης των ποσοστών των θανάτων ασθενών που νοσηλεύονται σε Μονάδες Εντατικής Θεραπείας. Και οι δύο μελέτες -που δεν έχουν προς το παρόν δημοσιευθεί- αναφέρουν, ωστόσο, ότι δεν μπορούν να προσδιορίσουν και να αποδείξουν τη σχέση αιτίας και αποτελέσματος.

“Η εξελικτική θεωρία προβλέπει τέτοια φαινόμενα αν αυτή η μετάπτωση βελτιώνει τη μετάδοση του ιού”, ανέφερε ο καθηγητής κ. Μαγιορκίνης και συμπλήρωσε: “Με απλά λόγια, αν οι ιοί που είναι λιγότερο θανατηφόροι είναι και περισσότερο μεταδοτικοί, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί. Ωστόσο δεν υπάρχουν τέτοια στοιχεία για τον νέο κορονοϊό, που να συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση”.

Ποιες άλλες ερμηνείες υπάρχουν για τη μείωση των θανάτων

Οι λόγοι που μπορεί να έχουν οδηγήσει σε μειωμένα θανατηφόρα κρούσματα κατά τη διάρκεια του δεύτερου κύματος της πανδημίας είναι πολλοί. Οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι, κατ' αρχήν οι γιατροί έχουν πλέον αποκτήσει περισσότερες γνώσεις και μεγαλύτερη εμπειρία στην αντιμετώπιση των βαρέως πασχόντων. Ακόμη και χωρίς να διαθέτουν αποτελεσματικά φάρμακα.

Τα μέτρα κοινωνικής απόστασης και της χρήσης μάσκας, επίσης, έχουν γίνει πλέον κανόνας στη δεύτερη φάση της πανδημίας, οπότε οι ηλικιωμένοι και πιο ευάλωτοι είναι περισσότερο προστατευμένοι. Επίσης, η μεγάλη διασπορά του δεύτερου κύματος έγινε κυρίως ανάμεσα στους νεότερους, οι οποίοι καταλήγουν δυσκολότερα σε θάνατο αν προσβληθούν από τον ιό.

Ένας άλλος σημαντικός λόγος είναι η μεγάλη αύξηση του αριθμού των διαγνωστικών τεστ, γεγονός το οποίο έχει φέρει στην επιφάνεια χιλιάδες ασυμπτωματικούς φορείς, εκτοξεύοντας τους αριθμούς των προσβεβλημένων ανθρώπων.  Έτσι άνοιξε "η ψαλίδα" ανάμεσα στα κρούσματα και τους θανάτους.

Στο τελευταίο αναφέρθηκε κι ο καθηγητής κ. Μαγιορκίνης, λέγοντας χαρακτηριστικά: “Το μικρότερο ποσοστό θανάτων επί των νέων διαγνώσεων πολύ πιθανόν να οφείλεται στο πιο εκτεταμένο testing οπότε πλέον διαγιγνώσκονται οι πολύ ηπιότερες ή/και ασυμπτωματικές περιπτώσεις. Συνεπώς θα πρέπει να εξακολουθούμε να θεωρούμε τον ιό ότι παραμένει όσο επικίνδυνος όσο και στο πρώτο κύμα”.

κορονοϊού

Προσοχή! Ο ιός είναι επικίνδυνος και μας ξεγελάει...

Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι τα νούμερα είναι παραπλανητικά. Μια μεγαλύτερη τραγωδία μπορεί να βρίσκεται προ των πυλών, με την έλευση του ψυχρού χειμώνα και την εμφάνιση της γρίπης. Ταυτόχρονα και οι άνθρωποι έχουν αρχίσει να εμφανίζουν σημάδια “κόπωσης” με τα μέτρα και τους περιορισμούς.

Ήδη, τον τελευταίο μήνα η λοίμωξη έχει αρχίσει να “μετακινείται” προς τις μεγαλύτερες ηλικίες κι αυτό έχει αρχίσει να έχει αντίκτυπο στον αριθμό των θανάτων σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και στον αριθμό των διασωληνωμένων ασθενών.

Σύμφωνα με τον διευθυντή της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας στην Ευρώπη, Hans Kluge, από τις αρχές Σεπτεμβρίου έχει αρχίσει ήδη να καταγράφεται αύξηση των κρουσμάτων στις ηλικιακές ομάδες από 50 έως 79 ετών, οι οποίες και εμφανίζουν τα υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας. Ο Η. Kluge προειδοποίησε ότι θα χρειαστούν μόλις 4 έως 6 εβδομάδες, για να φανούν οι επιπτώσεις στους ηλικιωμένους και η αύξηση των θανάτων.

Η Βουλγαρία, η Κροατία, η Μάλτα, η Ρουμανία και η Ισπανία έχουν αρχίσει να βλέπουν συνεχείς αυξήσεις των θανατηφόρων περιστατικών. Παρόμοια εικόνα εμφανίζει τελευταία και η Ελλάδα, με τον αριθμό “ρεκόρ” του δεύτερου κύματος της πανδημίας να σημειώνεται την περασμένη Πέμπτη 24/9, με 9 θανάτους μέσα σε ένα 24ωρο από τον ιό SARS-CoV-2.

Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι η μετακίνηση των μολύνσεων προς τους ηλικιωμένους θα φέρει όχι μόνο το τραγικό επακόλουθο της αύξησης των θανάτων, αλλά και μεγάλη πίεση στα συστήματα υγείας των χωρών. Η πίεση δεν θα είναι εύκολα διαχειρίσιμη με την ταυτόχρονη επιβάρυνση της νοσοκομειακής περίθαλψης, λόγω των χειμερινών ιώσεων, της γρίπης και των επιπλοκών τους.

Οι επιστήμονες δεν σταματούν εκεί και κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου. Εκτός από τους ηλικιωμένους, όπως λένε, ένα σημαντικό ποσοστό της τάξεως του 10 έως 20% ανάμεσα σε νεότερους ανθρώπους, θα αντιμετωπίσουν σοβαρές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις από τον κορονοϊό, εκτός από την αρχική μόλυνση.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ