Εθνικό πρόγραμμα εμβολιασμών ενηλίκων: Ποια εμβόλια συστήνονται ανά ηλικία και ομάδα κινδύνου

  • Αθηνά Γκόρου
εμβόλια
Δημοσιεύθηκε το νέο πρόγραμμα του υπουργείου Υγείας, με αναλυτικές συστάσεις για τη γρίπη, την COVID-19, τον πνευμονιόκοκκο, τον έρπητα ζωστήρα και άλλες λοιμώξεις. Τι προβλέπεται για τους ηλικιωμένους και τις ομάδες αυξημένου κινδύνου.

Το νέο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών Ενηλίκων 2026-2027, δημοσίευσε σήμερα, Παρασκευή 6 Νοεμβρίου, το υπουργείο Υγείας, καθορίζοντας ποια εμβόλια συστήνονται στους ενήλικες ανά ηλικία, αλλά και ανάλογα με το ιατρικό ιστορικό τους.

Η εγκύκλιος, την οποία υπογράφει η αναπληρώτρια υπουργός Υγείας Ειρήνη Αγαπηδάκη, περιλαμβάνει τις συστάσεις της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών για 14 κατηγορίες εμβολίων, με αναλυτικές οδηγίες για τις ηλικίες και τις δόσεις χορήγησής τους. Ιδιαίτερη μέριμνα προβλέπεται για άτομα με χρόνια νοσήματα, ανοσοκαταστολή, μεταμοσχευμένους ασθενείς, εγκύους και ηλικιωμένους που διαμένουν σε μονάδες φροντίδας.

Ξεχωριστές συστάσεις υπάρχουν επίσης για τους επαγγελματίες υγείας, τους ταξιδιώτες και άτομα με αυξημένο κίνδυνο έκθεσης σε συγκεκριμένες λοιμώξεις.

Μεταξύ άλλων, στο πρόγραμμα περιλαμβάνεται το 21δύναμο συζευγμένο εμβόλιο κατά του πνευμονιόκοκκου ως εναλλακτική επιλογή του 20δύναμου, ενώ εξειδικεύονται οι συστάσεις για τη γρίπη, την COVID-19, τον αναπνευστικό συγκυτιακό ιό (RSV) και τον έρπητα ζωστήρα, με διαφορετικά ηλικιακά όρια και εμβολιαστικά σχήματα ανάλογα με τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης.

Παράλληλα, προβλέπεται η συνέχιση της πλήρους αποζημίωσης του εμβολίου κατά του HPV για αγόρια και κορίτσια ηλικίας 15 έως 18 ετών έως το τέλος του 2027, ενώ περιλαμβάνονται ειδικές οδηγίες για την πρόληψη του τετάνου μετά από τραυματισμό και τον εμβολιασμό έναντι της μηνιγγίτιδας.

Ποια εμβόλια συστήνονται ανά ηλικία

Το πρόγραμμα διαχωρίζει τους ενήλικες σε πέντε ηλικιακές ομάδες,

  • από 18 έως 26 ετών,
  • 27 έως 59,
  • 60 έως 64,
  • 65 έως 75
  • και άνω των 75 ετών.

Οι συστάσεις διαφοροποιούνται ανάλογα με την ηλικία. Για παράδειγμα, ο εμβολιασμός κατά του πνευμονιόκοκκου συστήνεται σε όλους τους ενήλικες από τα 65 έτη, ενώ ο εμβολιασμός κατά του έρπητα ζωστήρα προβλέπεται από τα 60 έτη, με προτεραιότητα στους άνω των 70 ετών.

Για ορισμένες λοιμώξεις, πάντως, ο εμβολιασμός μπορεί να συστήνεται και σε μικρότερες ηλικίες, εφόσον υπάρχουν συγκεκριμένα προβλήματα υγείας ή άλλοι παράγοντες κινδύνου.

Ο παρακάτω πίνακας παρουσιάζει συγκεντρωτικά όλες τις συστάσεις ανά ηλικία, διαχωρίζοντας τα εμβόλια που προβλέπονται βάσει ηλικιακού κριτηρίου από εκείνα που αφορούν ειδικές ομάδες.

Εμβόλιο ανά νόσο ή άλλη ένδειξη

Πέρα από την ηλικία, σημαντικό ρόλο στον εμβολιασμό παίζει και η κατάσταση της υγείας. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει ξεχωριστές οδηγίες για εγκύους και λεχωίδες, άτομα με ανοσοκαταστολή, λοίμωξη HIV, χρόνια καρδιολογικά ή αναπνευστικά νοσήματα, νεφρική ανεπάρκεια, διαβήτη και άλλες παθήσεις.

Προβλέπονται επίσης ειδικά σχήματα για επαγγελματίες υγείας και άτομα με αυξημένο κίνδυνο έκθεσης σε ορισμένες λοιμώξεις.

Ξεχωριστές οδηγίες για τις μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων

Ειδικός πίνακας αφορά τους ενήλικες που διαμένουν σε μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων. Περιλαμβάνει τις συστάσεις για γρίπη, COVID-19, RSV, πνευμονιόκοκκο, έρπητα ζωστήρα, τέτανο, διφθερίτιδα και κοκκύτη, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία και τους πρόσθετους κινδύνους για σοβαρή νόσηση.

Αντιγριπικός εμβολιασμός: Ποια περίοδος συστήνεται

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον έγκαιρο εμβολιασμό κατά της εποχικής γρίπης. Σύμφωνα με την εγκύκλιο, η καταλληλότερη περίοδος είναι από τα μέσα Οκτωβρίου έως το τέλος Νοεμβρίου, πριν από την έξαρση των κρουσμάτων.

Ωστόσο, εάν ο εμβολιασμός δεν πραγματοποιηθεί μέσα στο συγκεκριμένο διάστημα, μπορεί να γίνει και αργότερα, καθ’ όλη τη διάρκεια της εποχικής γρίπης, για όσους ανήκουν σε ομάδες αυξημένου κινδύνου.

Στα άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω προτιμώνται τα ενισχυμένα αντιγριπικά εμβόλια έναντι των συμβατικών. Εφόσον δεν είναι διαθέσιμα, ο εμβολιασμός δεν πρέπει να καθυστερεί και μπορεί να πραγματοποιηθεί με άλλο κατάλληλο αντιγριπικό εμβόλιο.

COVID-19 και RSV: Τι προβλέπεται για τους μεγαλύτερους σε ηλικία

Για την COVID-19 συστήνεται μία δόση του επικαιροποιημένου εμβολίου στους ενήλικες ηλικίας 60 ετών και άνω, καθώς και σε νεότερους με συγκεκριμένους παράγοντες κινδύνου.

Για τα άτομα ηλικίας 75 ετών και άνω προβλέπεται επιπλέον δόση, με μεσοδιάστημα έξι μηνών από τον προηγούμενο εμβολιασμό. Αντίστοιχη πρόσθετη προστασία προβλέπεται για ορισμένα άτομα με μέτρια ή σοβαρή ανοσοκαταστολή.

Όσον αφορά τον RSV, συστήνεται μία εφάπαξ δόση σε όλους τους ενήλικες ηλικίας 75 ετών και άνω, αλλά και σε άτομα από τα 60 έτη που αντιμετωπίζουν συγκεκριμένα χρόνια προβλήματα υγείας.

Πνευμονιόκοκκος και έρπης ζωστήρας

Στο νέο πρόγραμμα περιλαμβάνονται το 20δύναμο και το 21δύναμο συζευγμένο εμβόλιο έναντι του πνευμονιόκοκκου, ο οποίος μπορεί να προκαλέσει σοβαρές λοιμώξεις, όπως πνευμονία, μηνιγγίτιδα και λοίμωξη του αίματος.

Ο εμβολιασμός συστήνεται σε όλους τους ενήλικες ηλικίας 65 ετών και άνω, καθώς και σε άτομα ηλικίας 18 έως 64 ετών με συγκεκριμένα υποκείμενα νοσήματα ή παράγοντες κινδύνου.

Για τον έρπητα ζωστήρα, το πρόγραμμα προβλέπει δύο δόσεις του ανασυνδυασμένου εμβολίου σε άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω, με προτεραιότητα στους άνω των 70 ετών, αλλά και σε ανοσοκατεσταλμένους ενήλικες από την ηλικία των 18 ετών.

HPV: Έως πότε αποζημιώνεται το εμβόλιο

Σύμφωνα με το πρόγραμμα, το εμβόλιο κατά του ιού των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV) αποζημιώνεται πλήρως για αγόρια και κορίτσια ηλικίας 15 έως 18 ετών μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2027.

Για ανεμβολίαστους άνδρες και γυναίκες ηλικίας 19 έως 45 ετών, προβλέπονται ειδικές συστάσεις όταν ανήκουν σε συγκεκριμένες ομάδες αυξημένου κινδύνου.

Τι ισχύει για τον τέτανο μετά από τραυματισμό

Στην εγκύκλιο περιλαμβάνονται ειδικές οδηγίες για την πρόληψη του τετάνου μετά από τραυματισμό, καθώς η ανάγκη εμβολιασμού εξαρτάται τόσο από το είδος του τραύματος όσο και από το εμβολιαστικό ιστορικό του ατόμου.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε τραύματα που έχουν μολυνθεί με χώμα, κόπρανα ή σάλιο, καθώς και σε βαθιά τραύματα, εγκαύματα και δαγκώματα ζώων.

Σύμφωνα με το πρόγραμμα, άτομα με άγνωστο ή ελλιπές ιστορικό εμβολιασμού, δηλαδή με λιγότερες από τρεις δόσεις, χρειάζονται εμβολιασμό μετά τον τραυματισμό. Στην περίπτωση ρυπαρών ή άλλων τραυμάτων αυξημένου κινδύνου προβλέπεται επιπλέον χορήγηση αντιτετανικής ανοσοσφαιρίνης, η οποία προσφέρει άμεση, προσωρινή προστασία.

Για όσους έχουν ολοκληρώσει τον βασικό εμβολιασμό, λαμβάνεται υπόψη και το χρονικό διάστημα από την τελευταία δόση: δέκα χρόνια για τα μικρά, καθαρά τραύματα και πέντε χρόνια για τα υπόλοιπα τραύματα, σύμφωνα με τις σχετικές οδηγίες.

Ο ειδικός πίνακας του προγράμματος παρουσιάζει αναλυτικά πότε απαιτείται εμβόλιο ή αντιτετανική ανοσοσφαιρίνη, ώστε να επιλέγεται η κατάλληλη προφύλαξη σε κάθε περίπτωση.

Ποιοι πρέπει να εμβολιάζονται κατά του μηνιγγιτιδόκοκκου

Το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών περιλαμβάνει ειδικές συστάσεις για την προστασία από τον μηνιγγιτιδόκοκκο, ένα βακτήριο που μπορεί να προκαλέσει σοβαρές λοιμώξεις, όπως μηνιγγίτιδα και σηψαιμία.

Ο εμβολιασμός με το συζευγμένο εμβόλιο έναντι των οροομάδων A, C, W και Y (MenACWY) συστήνεται σε συγκεκριμένες ομάδες αυξημένου κινδύνου, μεταξύ των οποίων:

  • Ταξιδιώτες προς περιοχές όπου η μηνιγγίτιδα εμφανίζεται με μεγάλη συχνότητα, όπως η λεγόμενη «ζώνη μηνιγγίτιδας» στην υποσαχάρια Αφρική, αλλά και προσκυνητές που ταξιδεύουν στη Μέκκα για το Hajj ή το Umrah.
  • Στρατιωτικοί και νεοσύλλεκτοι, καθώς και πρωτοετείς σπουδαστές στρατιωτικών και αστυνομικών σχολών που δεν έχουν εμβολιαστεί.
  • Εργαζόμενοι σε μικροβιολογικά εργαστήρια που ενδέχεται να εκτεθούν στο βακτήριο.
  • Άτομα που κινδυνεύουν κατά τη διάρκεια επιδημικών εξάρσεων, σύμφωνα με τις οδηγίες των αρμόδιων υγειονομικών αρχών.
  • Ιδιαίτερη προστασία χρειάζονται επίσης άτομα με λοίμωξη HIV, απουσία ή δυσλειτουργία του σπλήνα, ορισμένες διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος και ασθενείς που λαμβάνουν συγκεκριμένες θεραπείες που επηρεάζουν την άμυνα του οργανισμού.

Για τις τελευταίες αυτές ομάδες προβλέπονται δύο δόσεις με διαφορά οκτώ εβδομάδων και αναμνηστική δόση μετά από πέντε χρόνια, εφόσον εξακολουθεί να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος.

Κατά την εγκυμοσύνη, ο εμβολιασμός δεν συστήνεται κατά κανόνα, εκτός εάν υπάρχει αυξημένος κίνδυνος και εκτιμάται ότι τα οφέλη υπερτερούν των πιθανών κινδύνων.

Φωτογραφία: isock