Κετογονική δίαιτα: Μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο καρκίνου στο λεπτό έντερο; Τι δείχνει νέα μελέτη
Η κετογονική δίαιτα, η οποία βασίζεται στην υψηλή πρόσληψη λιπαρών και στον δραστικό περιορισμό των υδατανθράκων, έχει βρεθεί τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο πολλών ερευνών. Αν και αρχικά σχεδιάστηκε για τη διαχείριση της επιληψίας, έκτοτε έχει μελετηθεί για πιθανές επιδράσεις στην απώλεια βάρους, στις νευροεκφυλιστικές παθήσεις και ακόμη και στον καρκίνο.
Παρά τον μεγάλο όγκο επιστημονικών δεδομένων, οι ερευνητές εξακολουθούν να προσπαθούν να κατανοήσουν πλήρως τον τρόπο με τον οποίο η συγκεκριμένη διατροφή επηρεάζει διαφορετικούς ιστούς και όργανα του ανθρώπινου σώματος.
Μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature προσθέτει ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ, αποκαλύπτοντας ότι η κετογονική δίαιτα μπορεί να έχει εντελώς διαφορετικές επιδράσεις σε διαφορετικά τμήματα του εντέρου.
Τι έδειξε η νέα μελέτη
Ερευνητές του MIT με επικεφαλής τον βιολόγο και παθολόγο Omer Yilmaz μελέτησαν ποντίκια με γενετική προδιάθεση για ανάπτυξη εντερικών όγκων. Τα ζώα χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες και ακολούθησαν είτε κετογονική δίαιτα, είτε μια τυπική δίαιτα ελέγχου, είτε μια δίαιτα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά και θερμίδες, η οποία χρησιμοποιείται συχνά σε πειραματικά μοντέλα παχυσαρκίας.
Τα αποτελέσματα εξέπληξαν τους επιστήμονες. Η κετογονική δίαιτα φάνηκε να επιταχύνει την ανάπτυξη όγκων στο λεπτό έντερο, ενώ ταυτόχρονα περιόριζε την ανάπτυξη όγκων στο παχύ έντερο, επιβεβαιώνοντας ευρήματα προηγούμενων ερευνών.
Ακόμη πιο εντυπωσιακό ήταν το γεγονός ότι οι επιδράσεις αυτές δεν φαίνεται να σχετίζονταν με τα κετονικά σώματα, τα οποία θεωρούνται χαρακτηριστικό γνώρισμα της κετογονικής δίαιτας.
Δείτε επίσης: Κετογονική δίαιτα: Μια ισχυρή μεταβολική παρέμβαση με αυστηρά όρια – Γιατί δεν είναι για όλους
Ο ρόλος του μεταβολισμού των λιπαρών
Για πολλά χρόνια οι επιστήμονες θεωρούσαν ότι ουσίες όπως το βήτα-υδροξυβουτυρικό (BHB), ένα από τα βασικά κετονικά σώματα που παράγονται κατά την κέτωση, ενδέχεται να εξηγούν τις αντικαρκινικές επιδράσεις της κετογονικής δίαιτας.
Ωστόσο, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ο καθοριστικός παράγοντας ήταν ο τρόπος με τον οποίο τα εντερικά κύτταρα μεταβολίζουν το διαιτητικό λίπος.
Κατά τη διαδικασία της οξείδωσης των λιπαρών οξέων, ενεργοποιούνται πρωτεΐνες γνωστές ως PPARs, οι οποίες προωθούν τον πολλαπλασιασμό των εντερικών βλαστοκυττάρων. Αν και αυτή η διαδικασία μπορεί να συμβάλει στην αποκατάσταση τραυματισμένων ιστών, ενδέχεται παράλληλα να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης όγκων, ιδιαίτερα στο λεπτό έντερο.
Όπως εξήγησε ο Yilmaz, η αυξημένη δραστηριότητα των βλαστοκυττάρων μπορεί να ενισχύσει την ικανότητα του οργανισμού να επιδιορθώνει βλάβες, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει και την πιθανότητα ορισμένα από αυτά τα κύτταρα να εξελιχθούν σε καρκινικά.
Ανατροπή από τη νέα έρευνα
Τα ευρήματα αμφισβητούν προηγούμενες θεωρίες που απέδιδαν τα οφέλη της κετογονικής δίαιτας έναντι του καρκίνου του παχέος εντέρου κυρίως στα κετονικά σώματα.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, τόσο η προστατευτική δράση που παρατηρήθηκε στο παχύ έντερο όσο και η αυξημένη ανάπτυξη όγκων στο λεπτό έντερο φαίνεται να συνδέονται περισσότερο με τον μεταβολισμό του λίπους παρά με τα επίπεδα των κετονών στο αίμα.
Η ηπατολόγος του MIT και συν-συγγραφέας της μελέτης, Jessica Saih, σημείωσε ότι είναι σημαντικό να διαχωρίζεται η επίδραση της ίδιας της κετογονικής διατροφής από εκείνη των συμπληρωμάτων κετόνης, καθώς τα δύο δεν φαίνεται να λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο.
Δείτε επίσης: Κετογονική δίαιτα: Πως τα λιπαρά μπορούν να ωφελήσουν τον εγκέφαλο;
Η κετογονική δίαιτα χρειάζεται περισσότερη έρευνα
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι τα αποτελέσματα προέρχονται από πειραματικό μοντέλο σε ζώα και δεν μπορούν να μεταφερθούν άμεσα στους ανθρώπους.
Τα ποντίκια της μελέτης είχαν γενετική προδιάθεση για ανάπτυξη εντερικών όγκων, μια κατάσταση που προσομοιάζει την οικογενή αδενωματώδη πολυποδίαση, μια σπάνια κληρονομική νόσο που αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο καρκίνου του εντέρου.
Παρότι τα ευρήματα προσφέρουν νέα στοιχεία για τη σχέση μεταξύ διατροφής και καρκίνου, απαιτούνται περαιτέρω μελέτες για να διευκρινιστεί εάν οι ίδιοι βιολογικοί μηχανισμοί ισχύουν και στους ανθρώπους. Οι ερευνητές προσπαθούν επίσης να κατανοήσουν γιατί δύο γειτονικά τμήματα του εντέρου ανταποκρίνονται τόσο διαφορετικά στην ίδια διατροφική παρέμβαση.
Μέχρι να υπάρξουν περισσότερα δεδομένα, οι ειδικοί τονίζουν ότι τα συμπληρώματα κετόνης δεν φαίνεται να αναπαράγουν ούτε τα πιθανά οφέλη ούτε τους πιθανούς κινδύνους που παρατηρήθηκαν στη συγκεκριμένη μελέτη, καθώς οι επιδράσεις σχετίζονται κυρίως με τον μεταβολισμό του λίπους και όχι με τα ίδια τα κετονικά σώματα.
Φωτογραφία iStock




