Δίαιτα χαμηλή σε υδατάνθρακες: Μελέτη του Χάρβαρντ φωτίζει μια πιθανή παγίδα για την καρδιά
Αν προσπαθείτε να βελτιώσετε την καρδιαγγειακή σας υγεία, το πιθανότερο είναι να σας έχουν προτείνει μια διατροφή φτωχή σε υδατάνθρακες ή λιπαρά. Ωστόσο, σύμφωνα με μια νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του Αμερικανικού Κολλεγίου Καρδιολογίας (Journal of American College of Cardiology), ο απλός περιορισμός αυτών των συστατικών μπορεί τελικά να μην είναι η ιδανική λύση για τη μείωση του κινδύνου καρδιακών παθήσεων.
- Διαβάστε επίσης – Άνοια: Η κατανάλωση λάθος υδατανθράκων μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο
Η ποιότητα μετρά περισσότερο από την ποσότητα
Ερευνητές από το Χάρβαρντ ανέλυσαν διατροφικά δεδομένα και την πορεία της υγείας περίπου 200.000 επαγγελματιών Υγείας για 30 χρόνια, υπολογίζοντας τον σχετικό κίνδυνο εμφάνισης καρδιοπαθειών.
Συγκρίνοντας όσους ακολουθούσαν δίαιτες χαμηλών υδατανθράκων, οι ειδικοί διαπίστωσαν το εξής: ο κίνδυνος για την καρδιά θα μπορούσε στην πραγματικότητα να αυξηθεί κατά 14%, εάν το άτομο κατανάλωνε μεν λίγους υδατάνθρακες, αλλά επέλεγε συστηματικά ανθυγιεινούς ή επεξεργασμένους. Αντιθέτως, όταν η διατροφή δεν στόχευε μόνο στον περιορισμό, αλλά στις ποιοτικές πηγές, όπως τα δημητριακά ολικής αλέσεως, ο κίνδυνος καρδιακών παθήσεων μειωνόταν κατά 15%, αποδεικνύοντας ότι η σωστή επιλογή υπερτερεί της απλής περικοπής.
Αυτή η μελέτη υποδηλώνει ότι η υγεία «δεν είναι απλώς θέμα μείωσης των υδατανθράκων ή των λιπών», όπως εξηγεί ο Ζιγιουάν Γου, μεταδιδακτορικός ερευνητής στο τμήμα διατροφής του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ και ένας από τους συγγραφείς της έρευνας. «Το κεντρικό μας μήνυμα είναι ότι η ποιότητα της διατροφής έχει μεγαλύτερη σημασία».
Επειδή, ωστόσο, επρόκειτο για μελέτη παρατήρησης, τα αποτελέσματα δεν τεκμηριώνουν άμεση αιτιώδη σχέση, αν και η μακροχρόνια παρακολούθηση μεγάλου αριθμού συμμετεχόντων, θεωρείται ιδιαίτερα ισχυρό στοιχείο.
Προκειμένου επομένως να διασφαλίσουν την ακρίβεια των αποτελεσμάτων τους, οι ερευνητές προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα. Χρησιμοποίησαν βιολογικά δεδομένα, ώστε να εξαλείψουν τυχόν υποκειμενικές εκτιμήσεις που συχνά προκύπτουν από τα ερωτηματολόγια υγείας.
Συγκεκριμένα, οι επιστήμονες πήραν δείγματα αίματος από περισσότερους από 11.000 συμμετέχοντες και ανέλυσαν το μεταβολικό τους προφίλ, μέσω μεταβολομικής ανάλυσης. Πρόκειται για μια προηγμένη διαγνωστική μέθοδο, που εξετάζει το μοναδικό μεταβολικό προφίλ του ατόμου μέσω της μέτρησης μικρών μορίων (μεταβολιτών) στο αίμα ή τα ούρα. Εντοπίζει ελλείψεις σε μικροθρεπτικά συστατικά και μεταβολικές διαταραχές, στοχεύοντας στην πρόληψη και αντιμετώπιση χρόνιων και αυτοάνοσων νοσημάτων.
Η εργαστηριακή αυτή ανάλυση επιβεβαίωσε πλήρως τα αρχικά ευρήματα, δίνοντας ισχυρή επιστημονική βάση στα συμπεράσματα της μελέτης.
Η Καμίλα Ντάλμπι Χάνσεν, ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Δανίας, χαρακτήρισε τη μεθοδολογία «ιδιαίτερα σύνθετη αλλά εντυπωσιακή», τονίζοντας ότι η ενσωμάτωση μεταβολομικών δεδομένων προσθέτει σημαντική αξιοπιστία.
Έμφαση στις ανεπεξέργαστες τροφές
Το σώμα μας χρειάζεται τα μακροθρεπτικά συστατικά, δηλαδή υδατάνθρακες, πρωτεΐνες και λιπαρά, για να έχει ενέργεια και να διατηρεί τη συνολική του υγεία. Οι επιλογές για να λάβουμε αυτά τα στοιχεία είναι αμέτρητες: από μια μπριζόλα, φρούτα και βρώμη, μέχρι έτοιμο φαγητό (fast food), παγωτά ή λαχανικά.
Ωστόσο, η ποιότητα των τροφών που καταναλώνουμε διαφέρει σημαντικά. Για παράδειγμα, στη συγκεκριμένη μελέτη, οι ερευνητές του Χάρβαρντ έκαναν σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στους επεξεργασμένους υδατάνθρακες χαμηλής ποιότητας και στους υδατάνθρακες υψηλής ποιότητας, όπως είναι τα προϊόντα ολικής αλέσεως.
Αντίστοιχη διάκριση έγινε και ως προς την ποιότητα των λιπαρών. Τα ανθυγιεινά λιπαρά χαμηλής ποιότητας, όπως τα τρανς ή τα κορεσμένα, που συναντάμε στο κόκκινο κρέας, στην κρέμα γάλακτος ή στο βούτυρο, δεν μεταβολίζονται εύκολα από τον οργανισμό. Μάλιστα, τα ανθυγιεινά λιπαρά συνδέονται συχνά με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ασθενειών, όπως ο διαβήτης τύπου 2 και οι καρδιοπάθειες.
Στον αντίποδα, τα υγιεινά λιπαρά υψηλής ποιότητας, όπως αυτά που βρίσκουμε στο αβοκάντο ή στους ξηρούς καρπούς, διασπώνται εύκολα από το σώμα για την παραγωγή ενέργειας, ενώ παράλληλα προσφέρουν αίσθημα κορεσμού.
«Τα λιπαρά είναι το πιο εκπληκτικό μακροθρεπτικό συστατικό», λέει η Χάνσεν. «Προστατεύουν την υγεία του εγκεφάλου, τις ορμονικές λειτουργίες και το δέρμα. Παράλληλα, δρουν καρδιοπροστατευτικά, «καθαρίζοντας» τις αρτηρίες από τα κατάλοιπα».
Η Τζένιφερ Σάτσεκ, καθηγήτρια στη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Μπράουν, υπογραμμίζει ότι το μήνυμα δεν είναι «αποφύγετε τις ζωικές πρωτεΐνες», αλλά «δώστε προτεραιότητα στα ολόκληρα τρόφιμα και στις φυτικές πηγές πρωτεΐνης και λιπαρών».
Ενδιαφέρον, επίσης, ήταν το ότι τόσο η υγιεινή χαμηλή σε υδατάνθρακες όσο και η υγιεινή χαμηλή σε λιπαρά δίαιτα παρουσίαζαν παρόμοια θετικά μοτίβα στους βιοδείκτες. Αυτό, σύμφωνα με τον Ζιγιουάν Γου, δείχνει ότι υπάρχει ευελιξία. Κάποιος μπορεί να επιλέξει το διατροφικό μοντέλο που του ταιριάζει, αρκεί να δίνει προτεραιότητα σε φυσικά τρόφιμα και ποιοτικές πηγές λιπαρών και υδατανθράκων.
Το βασικό συμπέρασμα
Η μελέτη δεν ακυρώνει τις χαμηλές σε υδατάνθρακες ή χαμηλές σε λιπαρά δίαιτες. Αναδεικνύει όμως κάτι πιο ουσιαστικό: Δεν έχει σημασία μόνο πόσο μειώνουμε, αλλά τι επιλέγουμε να τρώμε. Η έμφαση στα φυσικά, λιγότερο επεξεργασμένα τρόφιμα και στις φυτικές πηγές θρεπτικών συστατικών, φαίνεται να προσφέρει μεγαλύτερη καρδιαγγειακή προστασία από την απλή αριθμητική μείωση μακροθρεπτικών συστατικών.
Φωτογραφια: istock




