Θηλασμός: Το μητρικό γάλα μεταφέρει ωφέλιμα βακτήρια αλλά και μικρόβια στο έντερο του βρέφους
Ο θηλασμός αναγνωρίζεται ως ένας ανεκτίμητος πυλώνας για την υγεία του βρέφους, καθώς προσφέρει πλήρη και άμεσα θρέψη, ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα, προστατεύει από λοιμώξεις και αλλεργίες, ενώ παράλληλα καλλιεργεί έναν βαθύ δεσμό μεταξύ μητέρας και παιδιού. Ωστόσο, μια λιγότερο γνωστή αλλά εξίσου σημαντική πτυχή του είναι το γεγονός ότι περιέχει και ζωντανούς μικροοργανισμούς, που μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την υγεία του μωρού.
- Διαβάστε επίσης: Ο θηλασμός για τουλάχιστον έξι μήνες ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα των μωρών – Ο ρόλος των πλασματογόνων
Σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature Communications , το μητρικό γάλα μεταφέρει βακτήρια, τα οποία φαίνεται να βοηθούν στην «κατασκευή» του εντερικού μικροβιώματος του βρέφους, δηλαδή της μικροβιακής κοινότητας που κατοικεί στο έντερό του.
Θηλασμός – Τι είναι το μικροβίωμα και γιατί μας αφορά;
Με τον όρο μικροβίωμα εννοούμε το σύνολο των μικροσκοπικών οργανισμών (μικροβίων) που ζουν μέσα και πάνω στο ανθρώπινο σώμα. Αυτοί οι οργανισμοί – κυρίως βακτήρια, αλλά και κάποιοι μύκητες ή ιοί – υπάρχουν στο δέρμα, στο στόμα, στον κόλπο και, κυρίως, στο έντερο. Δεν είναι όλοι επιβλαβείς – αντιθέτως, πολλοί από αυτούς είναι απολύτως απαραίτητοι για την πέψη, την απορρόφηση θρεπτικών ουσιών, την άμυνα του οργανισμού και άλλες βασικές λειτουργίες.
Το εντερικό μικροβίωμα των ανθρώπων αρχίζει να σχηματίζεται από τη γέννηση – και σύμφωνα με τη μελέτη, το μητρικό γάλα παίζει κρίσιμο ρόλο σε αυτό το στάδιο.
Τι έδειξε η μελέτη
Η ερευνητική ομάδα ανέλυσε 507 δείγματα μητρικού γάλακτος και κοπράνων βρεφών από 195 ζευγάρια μητέρας-βρέφους. Χρησιμοποιώντας εξελιγμένες μεθόδους γενετικής ανάλυσης, εντόπισαν συγκεκριμένα στελέχη βακτηρίων τόσο στο γάλα όσο και στα έντερα των μωρών.
Ανάμεσα σε αυτά ξεχώρισαν είδη όπως τα Bifidobacterium longum, breve, και bifidum. Τα μπιφιδοβακτήρια είναι ευεργετικά προβιοτικά βακτήρια που ζουν στο έντερο και βοηθούν στην πέψη, την απορρόφηση θρεπτικών συστατικών, ενισχύουν το ανοσοποιητικό και παράγουν γαλακτικό οξύ που εμποδίζει τα παθογόνα βακτήρια.
Ιδιαίτερα αξιοσημείωτο ήταν ότι το B. longum βρέθηκε στο πάνω από 50% των δειγμάτων γάλακτος και στο 98% των δειγμάτων από τα έντερα των βρεφών. Αυτό υποδηλώνει μια άμεση μεταφορά από τη μητέρα στο παιδί μέσω του θηλασμού.
Πώς αποδείχθηκε η μεταφορά βακτηρίων μέσω του θηλασμού;
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν την πιο εξελιγμένη μέθοδο που υπάρχει σήμερα: τη μεταγονιδιωματική ανάλυση (metagenomics). Σε αντίθεση με παλαιότερες μελέτες που ανέλυαν περιορισμένα γονίδια, αυτή η μελέτη εξέτασε ολόκληρα γονιδιώματα βακτηρίων. Έτσι οι επιστήμονες κατάφεραν να ταυτοποιήσουν ολοκληρωμένα στελέχη βακτηρίων και να αποδείξουν, σε 12 περιπτώσεις, ότι το ίδιο ακριβώς στέλεχος βρισκόταν στο γάλα της μητέρας και στο έντερο του παιδιού. Αυτό αποτελεί σαφή ένδειξη ότι η μεταφορά γίνεται μέσω του μητρικού γάλακτος.
Κάποια από τα βακτήρια είναι και πιθανοί «παθογόνοι»
Εκτός από τα ωφέλιμα βακτήρια, οι επιστήμονες εντόπισαν στο μητρικό γάλα και κάποιους μικροοργανισμούς που, παρότι μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς να προκαλούν προβλήματα σε υγιή άτομα, σε συγκεκριμένες συνθήκες μπορεί να καταστούν παθογόνοι.
Πρόκειται για βακτήρια όπως:
- Escherichia coli (Εσερίχια κόλι): Ένα βακτήριο που φυσιολογικά υπάρχει στο ανθρώπινο έντερο και συμβάλλει στην πέψη. Ωστόσο, ορισμένα στελέχη του μπορούν να προκαλέσουν λοιμώξεις, κυρίως στο ουροποιητικό σύστημα ή στο γαστρεντερικό, ιδίως όταν το ανοσοποιητικό σύστημα είναι εξασθενημένο.
- Klebsiella pneumoniae (Κλεμπσιέλα πνευμονίας): Ένας μικροοργανισμός που μπορεί να βρίσκεται στο στόμα, το έντερο ή το δέρμα χωρίς να προκαλεί νόσο. Παρ’ όλα αυτά, σε ευάλωτους οργανισμούς, όπως νεογνά ή άτομα σε νοσοκομειακή περίθαλψη, ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρές λοιμώξεις, όπως πνευμονία, ουρολοιμώξεις ή σηψαιμία.
Προσοχή. Η παρουσία αυτών των βακτηρίων στο μητρικό γάλα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι προκαλούν προβλήματα. Αντιθέτως, οι ερευνητές τονίζουν ότι όλες οι μητέρες και τα βρέφη που συμμετείχαν στη μελέτη ήταν απολύτως υγιείς. Τα ευρήματα υποδεικνύουν απλώς τη μικροβιακή ποικιλομορφία που μπορεί να μεταφέρεται φυσικά μέσω του θηλασμού και όχι την ύπαρξη κάποιας επικίνδυνης κατάστασης.
Τι άλλο βρήκαν οι ερευνητέ για τη «διαδρομή» των μικροβίων
Μια ακόμη ενδιαφέρουσα ανακάλυψη ήταν ότι το γάλα περιείχε και βακτήρια που προέρχονται από το στόμα του μωρού, όπως το Streptococcus salivarius. Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι αυτό οφείλεται σε ένα φαινόμενο που ονομάζεται «αντίστροφη ροή»: κατά τη διάρκεια του θηλασμού, πολύ μικρές ποσότητες σάλιου του μωρού μπορεί να επιστρέφουν προς τη θηλή και να επηρεάζουν τη μικροβιακή σύνθεση του γάλακτος.
Γιατί αυτή η μελέτη έχει μεγάλη σημασία
Η συγκεκριμένη έρευνα όχι μόνο ρίχνει φως στο πώς μεταφέρονται τα βακτήρια από τη μητέρα στο μωρό, αλλά και διπλασιάζει τον αριθμό των δημόσια διαθέσιμων δειγμάτων γάλακτος που έχουν αναλυθεί σε αυτό το βάθος. Αυτό δίνει τεράστιες δυνατότητες στους επιστήμονες να μελετήσουν πώς το μητρικό γάλα επηρεάζει την υγεία του παιδιού σε βάθος χρόνου.
Όπως τονίζει η κύρια συγγραφέας της μελέτης, δρ. Πάμελα Φερέτι:
«Ελπίζουμε ότι τα ευρήματά μας και οι μελλοντικές αναλύσεις θα συμβάλουν σημαντικά στην κατανόηση του πώς οι πρώτες ημέρες της ζωής επηρεάζουν την υγεία αργότερα». Η ερευνητική ομάδα σχεδιάζει τώρα να επεκτείνει τις αναλύσεις, εξετάζοντας: Ουσίες όπως τα ολιγοσακχαρίδια του ανθρώπινου γάλακτος (HMOs), που «τρέφουν» τα καλά βακτήρια και εριβαλλοντικούς παράγοντες (όπως PFAS ή ανθεκτικότητα σε αντιβιοτικά) που επίσης μεταφέρονται μέσω γάλακτος.
Φωτογραφία: istock




