Παχυσαρκία: Τα μικρόβια του στόματος προδίδουν τον κίνδυνο
Η παχυσαρκία και η έγκαιρη πρόληψή της αποκτούν ένα νέο, ισχυρό εργαλείο. Πρόσφατες έρευνες αποκαλύπτουν ότι τα μικρόβια του στόματος μπορούν να λειτουργήσουν ως καθοριστικός δείκτης για την ανίχνευση των πρώτων ενδείξεων της νόσου.
Σημαντική μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Cell Reports υπογραμμίζει ότι οι άνθρωποι που πάσχουν από παχυσαρκία έχουν διαφορετική μικροβιακή σύνθεση στο στόμα τους σε σύγκριση με όσους διατηρούν φυσιολογικό βάρος.
Παχυσαρκία: Ο αντίκτυπός της παγκοσμίως
Η παχυσαρκία, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, έχει πάρει διαστάσεις επιδημίας, με περίπου 890 εκατομμύρια άτομα να ζουν με την πάθηση (στοιχεία του 2022).
Επιπλέον, 2,5 δισεκατομμύρια ενήλικες είναι καταχωρημένοι ως υπέρβαροι, γεγονός που τονίζει την αναγκαιότητα για αποτελεσματικές προληπτικές στρατηγικές.
Η «ταυτότητα» των βακτηρίων στο στόμα και η μεταβολική επίδραση
Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης στο Άμπου Ντάμπι πραγματοποίησαν μια λεπτομερή ανάλυση DNA στο σάλιο 628 ενηλίκων. Σύγκριναν 97 άτομα με παχυσαρκία με 95 συμμετέχοντες φυσιολογικού βάρους, στην ίδια ηλικία με κοινές συνήθειες υγιεινής.
Η έρευνα αποκάλυψε ότι το στοματικό οικοσύστημα των παχύσαρκων ατόμων είναι ριζικά διαφορετικό, καθώς περιλαμβάνει αυξημένα επίπεδα βακτηρίων όπως ο Streptococcus parasanguinis*.
Αυτά τα μικρόβια δεν προκαλούν απλώς τοπικές φλεγμονές, αλλά παράγουν μεγάλες ποσότητες γαλακτικού οξέος. Πρόκειται για μια ουσία που έχει συνδεθεί άμεσα με τον διαβήτη τύπου 2 και τη διαταραχή του μεταβολισμού.
Η διαφοροποίηση όμως δεν σταματά στο είδος των βακτηρίων, αλλά εκτείνεται και στη λειτουργία τους.
Οι ερευνητές εντόπισαν 94 διακριτές διαφορές στον τρόπο με τον οποίο τα βακτήρια αυτά μεταβολίζουν την τροφή.
Στην ομάδα της παχυσαρκίας, οι μικροοργανισμοί ήταν υπερβολικά δραστήριοι στην αποσύνθεση πρωτεϊνών και σακχάρων, παράγοντας χημικές ουσίες όπως η ουριδίνη και η ουρακίλη.
Οι ουσίες αυτές φαίνεται πως δρουν ως «αγγελιαφόροι» που στέλνουν σήματα στον εγκέφαλο για αύξηση της όρεξης.
Ταυτόχρονα τα βακτήρια παρουσίαζαν μειωμένη ικανότητα να συνθέτουν θρεπτικά συστατικά απαραίτητα για τη διατήρηση της υγείας.
Να σημειωθεί ότι σε έναν υγιή οργανισμό, τα «καλά» βακτήρια του στόματος βοηθούν στη σύνθεση βιταμινών (όπως κάποιες του συμπλέγματος Β) και στην παραγωγή ουσιών που προστατεύουν τα κύτταρα. Ωστόσο, στην περίπτωση της παχυσαρκίας, η ισορροπία αυτή ανατρέπεται πλήρως
Διαβάστε επίσης – Φάρμακα για την παχυσαρκία: Διατήρηση του βάρους μετά τη διακοπή τους – Νέα δεδομένα
Σημαντικός δείκτης για την έγκαιρη διάγνωση της παχυσαρκίας
Προς το παρόν, οι ερευνητές δεν έχουν καταλήξει σε ένα σαφές συμπέρασμα σχετικά με το αν οι μικροβιακές διαφορές είναι οι αιτίες που οδηγούν στην παχυσαρκία ή αν αποτελούν προϊόν της νόσου.
Ωστόσο, η ύπαρξή τους μπορεί να χρησιμεύσει ως σημαντικός δείκτης για την έγκαιρη διάγνωση της παχυσαρκίας.
Στη μελέτη τους, οι επιστήμονες αναφέρουν: »Τα ευρήματα αυτά δείχνουν πώς οι αλλαγές στα βακτήρια του στόματος επηρεάζουν τον μεταβολισμό μας.
»Αυτή η επικοινωνία μεταξύ μικροβίων και οργανισμού αποτελεί πλέον έναν νέο σύμμαχο για την έγκαιρη πρόληψη και την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας.»
*Streptococcus parasanguinis: είναι ένα Gram-θετικό, α-αιμολυτικό βακτήριο που ανήκει στην ομάδα των πρασινιζόντων στρεπτοκόκκων (Viridans group). Αποτελεί συνηθισμένο κάτοικο της στοματικής κοιλότητας, συμμετέχοντας ενεργά στον σχηματισμό της οδοντικής πλάκας. Αν και συνήθως είναι αβλαβές, μπορεί να προκαλέσει λοιμώξεις όπως ενδοκαρδίτιδα, κυρίως όταν εισέρχεται στην κυκλοφορία του αίματος.
Φωτογραφία: istock




