Νέες θεραπείες για διαβήτη, παχυσαρκία: Τα οφέλη στην υγεία και οι μεγάλες προκλήσεις
Τα νέα, ενέσιμα φάρμακα για τον διαβήτη τύπου 2 και την παχυσαρκία, οι λεγόμενοι αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1, αναδεικνύονται σε μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις των τελευταίων ετών για την αντιμετώπιση των δύο παθήσεων, αναφέρουν οι ειδικοί.
Ο λόγος είναι ότι δεν υπόσχονται μόνον καλύτερο έλεγχο του σακχάρου στο αίμα και ουσιαστική απώλεια βάρους, αλλά ταυτοχρόνως φαίνεται ότι παρέχουν προστασία στην καρδιά και στους νεφρούς.
Σε μια εποχή όπου η παχυσαρκία και ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 αυξάνονται παγκοσμίως, η εμφάνιση αυτών των θεραπειών μοιάζει με καμπή στην ιατρική αντιμετώπιση δύο εκ των μεγαλυτέρων προβλημάτων δημοσίας υγείας, γράφουν οι επιστήμονες στην κορυφαία ιατρική επιθεώρηση New England Journal of Medicine.
Η παθολόγος Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας – Προληπτικής Ιατρικής ΕΚΠΑ στο Νοσοκομείο Αλεξάνδρα, και η βιολόγος Αλεξάνδρα Σταυροπούλου παραθέτουν τα σημαντικότερα δεδομένα.
Το GLP-1 είναι μια ορμόνη του εντέρου. Ανήκει στις λεγόμενες ινκρετίνες, οι οποίες εκκρίνονται μετά το φαγητό. Οι ινκρετίνς βοηθούν τον οργανισμό να ρυθμίσει καλύτερα το σάκχαρο αίματος.
Οι αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1 είναι φάρμακα που μιμούνται αυτή τη φυσική δράση. Ενισχύουν την έκκριση ινσουλίνης όταν ανεβαίνει η γλυκόζη, μειώνουν την έκκριση γλυκαγόνης, καθυστερούν την κένωση του στομάχου και αυξάνουν το αίσθημα κορεσμού.
Με αυτούς τους τρόπους βοηθούν το σώμα να διαχειριστεί καλύτερα το φαγητό, το σάκχαρο και την πείνα. Είναι επίσης πιθανόν ότι επηρεάζουν ευνοϊκά και το εντερικό μικροβίωμα, αν και εκεί χρειάζονται ακόμη περισσότερα δεδομένα.
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία αυτών των φαρμάκων είναι ότι δεν δρουν μόνο στο πάγκρεας ή στο έντερο, αλλά και στον εγκέφαλο. Οι υποδοχείς GLP-1 βρίσκονται σε περιοχές του υποθαλάμου που σχετίζονται με την όρεξη και τη ρύθμιση του σωματικού βάρους.
Αυτό εξηγεί γιατί πολλοί ασθενείς που παίρνουν τα νέα φάρμακα αναφέρουν ότι:
- Δεν πεινούν το ίδιο
- Νιώθουν πιο γρήγορα χορτάτοι
- Μειώνουν την πρόσληψη τροφής χωρίς τη συνεχή εσωτερική μάχη που συνοδεύει συνήθως τις δίαιτες
Η απώλεια βάρους, επομένως, δεν οφείλεται μόνο σε «πειθαρχία», αλλά και σε μια βιολογική μετατόπιση των μηχανισμών της όρεξης.
Πώς ρυθμίζουν σάκχαρο και βάρος
Η κλινική τους επίδραση στον διαβήτη είναι ήδη καλά τεκμηριωμένη. Οι πρώτες μελέτες έδειξαν ότι τα παλαιότερα σκευάσματα μπορούσαν να μειώσουν αισθητά τη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c). Η ουσία αυτή αποτελεί τον βασικό δείκτη μακροχρόνιου ελέγχου του σακχάρου.
Στη συνέχεια, νεότερα και πιο μακράς δράσης φάρμακα, όπως η σεμαγλουτίδη, έδειξαν ακόμη καλύτερα αποτελέσματα. Αργότερα ήρθαν συνδυαστικά σκευάσματα, όπως η τιρζεπατίδη, που συνδυάζει δράση σε GLP-1 και GIP, επιτυγχάνοντας ακόμη μεγαλύτερη μείωση του σακχάρου και παράλληλα σημαντική απώλεια βάρους.
Ακόμη πιο εντυπωσιακά είναι τα δεδομένα για το σωματικό βάρος:
- Η λιραγλουτίδη συνδέθηκε στις μελέτες SCALE με μέση απώλεια περίπου 5% του σωματικού βάρους
- Η σεμαγλουτίδη, στις μελέτες STEP, έφτασε σε μέση μείωση 14,9%, έναντι μόλις 2,4% με placebo
- Η τιρζεπατίδη, στη μελέτη SURMOUNT-1, οδήγησε σε απώλεια βάρους 15% έως 21%
- Νεότεροι τριπλοί αγωνιστές όπως η ρετατρουτίδη έδειξαν απώλεια που πλησιάζει το 25%
Για πολλούς ανθρώπους, αυτά τα ποσοστά δεν είναι απλώς «καλά αποτελέσματα». Αποτελούν μια κλίμακα αλλαγής που μέχρι πρόσφατα συνδεόταν κυρίως με τη βαριατρική χειρουργική.
Οφέλη στην καρδιά και τους νεφρούς
Επιπλέον, μεγάλες τυχαιοποιημένες μελέτες δείχνουν ότι ορισμένα από τα νέα φάρμακα μειώνουν και τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.
Η ενέσιμη σεμαγλουτίδη έχει συσχετιστεί με μείωση κατά 26% του κινδύνου για σοβαρά καρδιαγγειακά περιστατικά σε ασθενείς υψηλού κινδύνου. Επιπλέον, η από του στόματος σεμαγλουτίδη σε μεταγενέστερη μελέτη μείωσε τον καρδιαγγειακό κίνδυνο κατά 14%.
Παράλληλα, υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτές οι θεραπείες επιβραδύνουν την εξέλιξη της χρόνιας νεφρικής νόσου. Μειώνουν επίσης τη λευκωματουρία, δηλαδή την απώλεια πρωτεΐνης στα ούρα, που αποτελεί ένδειξη νεφρικής βλάβης.
Και τα μειονεκτήματα
Οι συχνότερες παρενέργειες που έχουν τα νέα φάρμακα είναι γαστρεντερικές: ναυτία, έμετος, διάρροια, δυσκοιλιότητα, φούσκωμα. Συνήθως εμφανίζονται κυρίως στην αρχή ή όταν αυξάνεται η δόση.
Σπανιότερα, έχουν αναφερθεί σοβαρότερες παρενέργειες, όπως παγκρεατίτιδα, νόσος της χοληδόχου κύστης, οξεία νεφρική βλάβη ή επιδείνωση της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας.
Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα είναι ότι η απώλεια βάρους δεν αφορά μόνο το σωματικό λίπος. Μπορεί να συνοδεύεται και από απώλεια μυϊκής μάζας, αλλά και από μείωση της οστικής πυκνότητας.
Σε μία μελέτη με λιραγλουτίδη καταγράφηκε περίπου 1% απώλεια οστικής πυκνότητας σε σπονδυλική στήλη και μηριαίο οστό έπειτα από 52 εβδομάδες θεραπείας.
Υπάρχει και ένα ακόμη πρακτικό ερώτημα: τί γίνεται όταν το φάρμακο διακοπεί; Οι μέχρι τώρα μελέτες δείχνουν ότι σημαντικό μέρος του βάρους μπορεί να επανέλθει.
Αυτό σημαίνει ότι τα φάρμακα αυτά πιθανόν να χρειάζονται μακροχρόνια ή ακόμη και συνεχόμενη χρήση, κάτι που φέρνει στο προσκήνιο ζητήματα κόστους, πρόσβασης και συμμόρφωσης.
«Δεν γνωρίζουμε ακόμη με βεβαιότητα ποιοι ασθενείς θα ωφεληθούν περισσότερο, για πόσο καιρό πρέπει να λαμβάνουν αυτά τα φάρμακα και ποιο είναι το βέλτιστο μακροχρόνιο σχήμα», επισημαίνουν οι δύο ειδικοί.
Συμπερασματικά, «οι αγωνιστές GLP-1 δεν είναι μια «μαγική ένεση αδυνατίσματος», αλλά μια νέα κατηγορία φαρμάκων που αλλάζει τη βιολογία της θεραπείας για την παχυσαρκία και τον διαβήτη. Προσφέρουν πραγματικά οφέλη στο σάκχαρο, στο βάρος, στην καρδιά και στα νεφρά, αλλά συνοδεύονται από παρενέργειες, αβεβαιότητες και μεγάλα ερωτήματα για τη μακροχρόνια χρήση τους», καταλήγουν.
Φωτογραφία: iStock




