Μαστογραφία: Νέες κατευθυντήριες οδηγίες – Πότε είναι απαραίτητη, πότε χρειάζεται δεύτερη σκέψη

  • Ρούλα Τσουλέα
μαστογραφία
Νέες συστάσεις για τις γυναίκες μέσου κινδύνου χωρίς συμπτώματα. Όχι στην ετήσια προληπτική μαστογραφία.

Η μαστογραφία είναι ένα θέμα που απασχολεί πολλές γυναίκες, αλλά και τους γιατρούς που καλούνται να προτείνουν πότε πρέπει να αρχίζει, πόσο συχνά να γίνεται και πότε είναι λογικό να σταματά.

Σε νέες, επικαιροποιημένες κατευθυντήριες οδηγίες που εξέδωσε το Αμερικανικό Κολλέγιο Παθολόγων (ACP), εστιάζει ειδικά σε ασυμπτωματικές γυναίκες μέσου κινδύνου. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν γυναίκες:

  • Χωρίς προσωπικό ιστορικό καρκίνου του μαστού
  • Χωρίς γνωστές γονιδιακές μεταλλάξεις υψηλού κινδύνου
  • Χωρίς άλλο κληρονομικό σύνδρομο που αυξάνει τον κίνδυνο αναπτύξεως καρκίνου του μαστού
  • Χωρίς ιστορικό ακτινοθεραπείας στον θώρακα σε νεαρή ηλικία

Οι νέες οδηγίες δημοσιεύθηκαν προσφάτως στην ιατρική επιθεώρηση Annals of Internal Medicine. Όπως αναφέρουν η παθολόγος Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας – Προληπτικής Ιατρικής, στη Θεραπευτική Κλινική ΕΚΠΑ στο Νοσοκομείο Αλεξάνδρα, η βιολόγος Αλεξάνδρα Σταυροπούλου και ο Θάνος Δημόπουλος, καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, διευθυντής της Θεραπευτικής Κλινικής, τ. πρύτανης ΕΚΠΑ, το βασικό μήνυμα στις νέες οδηγίες είναι ότι ο προσυμπτωματικός έλεγχος για τον καρκίνο του μαστού δεν είναι μια ενιαία απόφαση για όλες τις γυναίκες. Πρέπει να προσαρμόζεται:

  • Στην ηλικία
  • Στις προτιμήσεις της γυναίκας
  • Στην σωστή στάθμιση ανάμεσα στα οφέλη και στις πιθανές βλάβες/ανεπιθύμητες εκβάσεις

Για τις ηλικίες 40-49 ετών

Για τις γυναίκες ηλικίας 40 έως 49 ετών, οι οδηγίες δεν προτείνουν αυτόματη και καθολική έναρξη της μαστογραφίας. Αντιθέτως, δίνουν έμφαση στην εξατομικευμένη συζήτηση με τον γιατρό, ούτως ώστε η απόφαση να λαμβάνεται μετά από ενημέρωση για τα πιθανά οφέλη και τις πιθανές βλάβες του ελέγχου.

Σε αυτή την ηλικιακή ομάδα, τα οφέλη που έχει η μαστογραφία κρίνονται υπαρκτά. Ταυτοχρόνως όμως είναι περιορισμένα και πιο αβέβαια, σε σύγκριση με τα οφέλη της στις μεγαλύτερες ηλικίες.

Επιπλέον, οι πιθανές αρνητικές συνέπειες είναι πιο έντονες. Μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνονται:

  • Τα ψευδώς θετικά ευρήματα, που μπορεί να οδηγήσουν σε άγχος, επαναληπτικές εξετάσεις και βιοψίες
  • Η υπερδιάγνωση, δηλαδή η ανίχνευση όγκων που ίσως δεν θα δημιουργούσαν ποτέ πρόβλημα στη διάρκεια της ζωής της γυναίκας.

Έτσι, η σύσταση είναι να λαμβάνεται από κοινού η απόφαση σε αυτή την ηλικιακή ομάδα. Αν μια γυναίκα, αφού ενημερωθεί για τα πιθανά οφέλη και τις βλάβες, επιθυμεί να ελεγχθεί, τότε ο έλεγχος μπορεί να γίνεται με μαστογραφία κάθε δύο χρόνια.

Στις ηλικίες 50-74 ετών

Η εικόνα αλλάζει στις ηλικίες 50 έως 74 ετών. Εδώ οι συστάσεις είναι πιο σαφείς. Για τις ασυμπτωματικές γυναίκες μέσου κινδύνου προτείνεται μαστογραφία ανά διετία. Σύμφωνα με τα στοιχεία που αξιολογήθηκαν, σε αυτή την ηλικιακή ομάδα τα οφέλη του προσυμπτωματικού ελέγχου υπερτερούν των βλαβών.

Η μαστογραφία σχετίζεται με μείωση της θνησιμότητας από καρκίνο του μαστού, αλλά και με λιγότερες προχωρημένες μορφές της νόσου. Παρ’ όλα αυτά, οι δυνητικοί κίνδυνοι δεν εξαφανίζονται. Εξακολουθούν να υπάρχουν:

  • Ψευδώς θετικά αποτελέσματα
  • Επιπλέον εξετάσεις και βιοψίες
  • Ψυχολογική επιβάρυνση
  • Περιπτώσεις υπερδιάγνωσης

Γι’ αυτό τον λόγο οι συντάκτες των οδηγιών απορρίπτουν την ιδέα του ετήσιου ελέγχου ως ρουτίνα. Και αυτό διότι η συχνότερη εξέταση αυξάνει τα ψευδώς θετικά αποτελέσματα και τις ιατρικές παρεμβάσεις χωρίς να προσφέρει καθαρό, ισχυρό πλεονέκτημα έναντι του ελέγχου κάθε δύο χρόνια.

Μετά τα 75 έτη

Για τις γυναίκες ηλικίας 75 ετών και άνω, καθώς και για όσες έχουν περιορισμένο προσδόκιμο ζωής λόγω σοβαρών συνοδών νοσημάτων, συνιστάται να συζητούν οι γιατροί το ενδεχόμενο διακοπής του προσυμπτωματικού ελέγχου .

Το σκεπτικό είναι ότι μειώνονται τα πιθανά οφέλη από την μαστογραφία όσο προχωρά η ηλικία. Το ίδιο συμβαίνει και όταν η γενική κατάσταση της υγείας είναι επιβαρυμένη. Ταυτοχρόνως μπορεί να γίνονται πιο συχνές οι αρνητικές εκβάσεις, όπως η υπερδιάγνωση και οι περιττές ιατρικές παρεμβάσεις.

Στις συστάσεις αναφέρεται ότι οι γυναίκες με προσδόκιμο ζωής μικρότερο από πέντε χρόνια είναι απίθανο να ωφεληθούν από την μαστογραφία.

Ωστόσο και εδώ η απόφαση δεν παρουσιάζεται ως απόλυτη. Αν μία γυναίκα μεγαλύτερης ηλικίας, αφού ενημερωθεί, εξακολουθεί να θέλει τον έλεγχο, μπορεί να της προσφερθεί μαστογραφία ανά διετία. Η απόφαση αυτή συνιστάται να επανεκτιμάται κάθε δύο χρόνια.

Οι γυναίκες με πυκνούς μαστούς

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν και οι νέες κατευθυντήριες οδηγίες για τις γυναίκες με πυκνούς μαστούς. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν όσες έχουν μαστική πυκνότητα κατηγορίας C ή D, σύμφωνα με το σύστημα BI-RADS.

Στις περιπτώσεις αυτές, οι γιατροί καλούνται να εξετάσουν το ενδεχόμενο χρήσης συμπληρωματικής ψηφιακής τομοσύνθεσης μαστού. Η μέθοδος αυτή φαίνεται να εντοπίζει περισσότερους καρκίνους, ιδίως κατά τον πρώτο γύρο ελέγχου. Αυτό επιτυγχάνεται χωρίς σαφή αύξηση των ψευδώς θετικών ευρημάτων, σε σύγκριση με τη συμβατική μαστογραφία.

Εν τούτοις, η οδηγία σημειώνει ότι πρέπει να συνεκτιμώνται και άλλοι παράγοντες, όπως:

  • Η επιπλέον έκθεση σε ακτινοβολία
  • Η διαθεσιμότητα της μεθόδου
  • Το κόστος

Με άλλα λόγια, δεν προτείνεται άκριτα για όλες, αλλά ως μία επιλογή που πρέπει να συζητείται εξατομικευμένα.

Αντιθέτως, οι συστάσεις είναι πιο αρνητικές στη συμπληρωματική μαγνητική μαστογραφία και το υπερηχογράφημα στις ασυμπτωματικές γυναίκες μέσου κινδύνου με πυκνούς μαστούς.

Όπως επισημαίνεται, μολονότι αυτές οι εξετάσεις μπορεί να εντοπίζουν περισσότερα ύποπτα ευρήματα, συνοδεύονται και από:

  • Περισσότερες ανακλήσεις
  • Περισσότερα ψευδώς θετικά αποτελέσματα
  • Περισσότερες βιοψίες
  • Ακόμη και πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες από τη διαδικασία ή το σκιαγραφικό, στην περίπτωση της μαγνητικής μαστογραφίας

Επιπλέον, δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα που να δείχνουν ότι μειώνουν τη θνησιμότητα. Γι’ αυτό δεν συνιστώνται ως συμπληρωματικές εξετάσεις ρουτίνας σε αυτή την ομάδα γυναικών.

Ενημερωμένη απόφαση

Τελικά, ο προσυμπτωματικός έλεγχος για τον καρκίνο του μαστού δεν είναι απλώς μια τεχνική πράξη. Είναι μία απόφαση που πρέπει να στηρίζεται στην ενημέρωση και στον διάλογο, τονίζουν οι ειδικοί.

Για τις γυναίκες 50 έως 74 ετών, η διετής μαστογραφία παραμένει η πιο σταθερή σύσταση. Για τις γυναίκες 40 έως 49 ετών, η επιλογή είναι περισσότερο προσωπική και χρειάζεται ουσιαστική συζήτηση με τον γιατρό.

Για τις γυναίκες άνω των 75 ετών, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν η εξέταση μπορεί να βρει κάτι, αλλά αν πράγματι θα προσφέρει όφελος που να αξίζει το πιθανό κόστος και την επιβάρυνση.

«Με αυτόν τον τρόπο, η νέα οδηγία μετατοπίζει το βάρος από την αυτόματη εφαρμογή ενός γενικού κανόνα προς μια πιο προσεκτική, ανθρώπινη και εξατομικευμένη προσέγγιση», καταλήγουν.

Φωτογραφία: iStock