Κορωνοϊός: Βελτίωση σε ασθενείς που πήραν το φάρμακο remdesivir

  • Ρούλα Τσουλέα
remdesivir
Ενθαρρυντικά αποτελέσματα είχε η πρώτη μελέτη με το φάρμακο remdesivir για την αντιμετώπιση της βαριάς λοίμωξης που προκαλεί ο κορωνοϊός Covid-19.

Η βαριά λοίμωξη που προκαλεί ο κορονοϊός Covid-19 μπορεί να αναχαιτίζεται αποτελεσματικά με τη βοήθεια ενός ερευνητικού φαρμάκου που είχε σχεδιαστεί για τον ιό Έμπολα, σύμφωνα με μία νέα μελέτη. Όπως έδειξε, το φάρμακο remdesivir βελτίωσε την κατάσταση του 68% των ασθενών στους οποίους χορηγήθηκε.

Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στην ιατρική επιθεώρηση New England Journal of Medicine, αφορούσε 61 ασθενείς.

Οι ερευνητές χαρακτηρίζουν τα ευρήματά τους «ελπιδοφόρα». Σπεύδουν όμως να διευκρινίσουν ότι είναι προκαταρκτικά και δύσκολα στην ερμηνεία τους.

Και αυτό, διότι δεν έγινε σύγκριση με ασθενείς που ελάμβαναν άλλα φάρμακα, ώστε να εξακριβωθεί αν και πόσο πιο αποτελεσματικό ήταν το remdesivir. Επιπλέον, ο αριθμός των ασθενών στους οποίους χορηγήθηκε το φάρμακο ήταν μικρός. Μικρή ήταν και η διάρκεια της παρακολούθησής τους.

Ενδοφλέβια χορήγηση

Στη μελέτη συμπεριελήφθησαν ασθενείς από τις ΗΠΑ, την Ευρώπη, τον Καναδά και την Ιαπωνία. Στους ασθενείς χορηγήθηκε το remdesivir (ρεμδεσιβίρη) ενδοφλεβίως.

Πριν από τη θεραπεία, όλοι οι ασθενείς χρειάζονταν υποστήριξη σε οξυγόνο, αν και με διαφορετικές μεθόδους. Οι 30 από αυτούς ήσαν συνδεδεμένοι με αναπνευστήρες (μηχανικός αερισμός, διασωλήνωση). Άλλοι 4 υποβάλλονταν σε εξωσωματική οξυγόνωση του αίματος.

Έπειτα από 18 ημέρες, κατά μέσον όρο, οι 36 από τους 61 ασθενείς (το 68%) είχαν βελτίωση  στην υποστήριξη σε οξυγόνο που χρειάζονταν. Ανάμεσα σε αυτούς συμπεριλαμβάνονταν οι 17 από τους διασωληνωμένους ασθενείς, οι οποίοι αποσωληνώθηκαν.

Συνολικά 25 ασθενείς (το 47%) έλαβαν εξιτήριο από το νοσοκομείο. Ωστόσο επτά ασθενείς (το 13% του συνόλου) κατέληξαν. Δώδεκα ασθενείς (το 23%) παρουσίασαν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στο remdesivir. Σε αυτές συμπεριλαμβάνονταν σύνδρομο πολυοργανικής δυσλειτουργίας, σηπτικό σοκ και οξεία νεφρική βλάβη.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον Dr Jonathan Grein από το Ιατρικό Κέντρο Cedars-Sinai στο Λος Άντζελες, συνεχίζουν τις μελέτες για να επαληθεύσουν τα ευρήματά τους.