Κατάγματα: Γιατί οι πολύ λεπτοί άνθρωποι πρέπει να προσέχουν διπλά τα οστά τους
Τα κατάγματα αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους κινδύνους για τη μυοσκελετική υγεία, με το χαμηλό σωματικό βάρος να αναδεικνύεται σε σημαντικό επιβαρυντικό παράγοντα. Ίσως περισσότερο από την παχυσαρκία. Μελέτες δείχνουν ότι τα άτομα με κάτω του φυσιολογικού βάρος έχουν αυξημένες πιθανότητες να υποστούν κατάγματα, ιδίως στο ισχίο. Αν και θα πίστευε κανείς ότι οι γυναίκες διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο, η επιστημονική έρευνα δείχνει ότι και τα δύο φύλα είναι εξίσου ευάλωτα.
Αισθητικά πρότυπα και επιπτώσεις στην υγεία
«Τα αισθητικά πρότυπα στη σύγχρονη κοινωνία και οι διακρίσεις κατά των υπέρβαρων ατόμων έχουν οδηγήσει ένα αξιοσημείωτο ποσοστό ανθρώπων, ιδίως γυναίκες κάθε ηλικίας, να είναι υπερβολικά αδύνατοι προκειμένου να είναι αποδεκτοί. Αστέρες του κινηματογράφου γίνονται πρότυπα για έφηβες, θέτοντας σε κίνδυνο την υγεία τους.
»Ωστόσο, αυτή η επιλογή μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στα οστά τους. Αυτό δεν ισχύει μόνο για τους μεσήλικες και ηλικιωμένους, οι οποίοι έχουν και άλλους παράγοντες κινδύνου που θα μπορούσαν να εξηγήσουν τους λόγους των καταγμάτων, αλλά και για τους λιποβαρείς εφήβους», επισημαίνει ο Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών και εξειδικευμένος στις αρθροπλαστικές ισχίου & γόνατος Ορθοπαιδικός Χειρουργός δρ Αθανάσιος Τσουτσάνης.
Παράγοντες κινδύνου για κατάγματα
«Για τους ενήλικες τα κατάγματα αποτελούν μία από τις κύριες αιτίες νοσηρότητας και θνησιμότητας. Υπάρχουν πολλοί παράγοντες κινδύνου μεταξύ των οποίων η ηλικία, το φύλο, η εμμηνόπαυση, το κάπνισμα, η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ και η έλλειψη σωματικής άσκησης.
Το σωματικό βάρος αποτελεί σημαντικό προγνωστικό παράγοντα της κατάστασης της μυοσκελετικής λειτουργίας. Ο Δείκτης Μάζας Σώματος μπορεί να προσδιορίσει τον κίνδυνο κατάγματος, αν και το ύψος του επηρεάζει διαφορετικά την οστική πυκνότητα και την εντόπιση του», εξηγεί.
Παχυσαρκία και οστά: Μύθοι και πραγματικότητα
Οι περισσότερες μελέτες ασχολούνται με τις επιπτώσεις της παχυσαρκίας στην υγεία των οστών και την πιθανότητα κατάγματος από οποιαδήποτε αιτία. Αν και πολλοί πιστεύουν ότι τα παραπανίσια κιλά προστατεύουν, στην πραγματικότητα όσοι έχουν υψηλό Δείκτη Μάζας Σώματος αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο πτώσεων και συνεπώς καταγμάτων, κυρίως στον αστράγαλο και στα άνω άκρα, από εκείνους που έχουν φυσιολογικό βάρος.
Ο κίνδυνος του χαμηλού σωματικού βάρους
Για την αυξημένη πιθανότητα να υποστούν κάταγμα τα λιποβαρή άτομα σπανίως γίνεται λόγος. Μα και αυτά αντιμετωπίζουν εξίσου σοβαρό κίνδυνο. Ο χαμηλός Δείκτης Μάζας Σώματος μπορεί να οδηγήσει σε κακή μυοσκελετική υγεία, δηλαδή σε μειωμένη οστική πυκνότητα, απώλεια μαλακών ιστών και μυϊκή αδυναμία και να αυξήσει έτσι τον κίνδυνο καταγμάτων.
Η απώλεια βάρους φαίνεται ότι έχει στενή σχέση με τα κατάγματα στα άνω και κάτω άκρα όπως και στον κορμό. Ο κίνδυνος κατάγματος ισχίου είναι υψηλότερος σε εκείνους με φυσιολογικό βάρος που χάνουν βάρος, ακολουθούμενος από τα άτομα που δεν έχουν διακυμάνσεις στο βάρος τους, αλλά είναι σταθερά λιποβαρείς.
Υποσιτισμός, σαρκοπενία και οστική υγεία
Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό; Η έρευνα δείχνει ότι οι λιποβαρείς υποσιτίζονται. Ο υποσιτισμός μπορεί να προκαλέσει εκφύλιση των οστών και οστεοπόρωση. Επιπλέον, το χαμηλό σωματικό βάρος σχετίζεται έντονα με την ανάπτυξη σαρκοπενίας, η οποία μειώνει τη σωματική δύναμη και τη μυϊκή λειτουργία, με αποτέλεσμα τραυματισμούς που αυξάνουν την πιθανότητα κατάγματος. Ο μειωμένος ΔΜΣ σχετίζεται με χαμηλότερη οστική πυκνότητα και μειωμένη μυϊκή δύναμη.
Τι δείχνουν οι μεγάλες μελέτες
Σύμφωνα με μια μελέτη του 2023 που πραγματοποιήθηκε σε 1.713.225 άτομα άνω των 40 ετών, όταν το χαμηλό σωματικό βάρος επανέρχεται στο φυσιολογικό, υπάρχει αύξηση της λιπώδους μάζας σε σχέση με τη μυϊκή. Αυτό μπορεί να οδηγήσει στη συσσώρευση λίπους, το οποίο μπορεί να μειώσει περαιτέρω την οστική μάζα και τη δύναμη αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο κατάγματος.
Τα άτομα με χαμηλό σωματικό βάρος είναι πιο ευάλωτα σε κατάγματα και λόγω ελλιπούς απορρόφησης των κραδασμών, αλλά και της μείωσης της μηχανικής απαίτησης για μεταφορά του σωματικού βάρους, η οποία μπορεί να επηρεάσει την πυκνότητα των οστών.
Άλλος ένας πιθανός λόγος είναι ότι το χαμηλό σωματικό βάρους μπορεί να είναι αποτέλεσμα μικρότερης πρόσληψης τροφής ή φτωχότερου διαιτολογίου με ανεπαρκείς ποσότητες ασβεστίου και πρωτεΐνης. Η έλλειψη ασβεστίου μπορεί να μειώσει την οστική πυκνότητα και η ανεπάρκεια πρωτεΐνης να περιορίσει την παραγωγή του ινσουλινοειδούς αυξητικού παράγοντα 1, διαταράσσοντας έτσι τη διαδικασία αναδιαμόρφωσης των οστών.
Επιβεβαίωση από διεθνή δεδομένα
Τη σχέση αυτή επιβεβαίωσε και η μεγαλύτερη μελέτη που έχει διεξαχθεί ποτέ για τη σχέση βάρους και κινδύνου για κατάγματα. Πραγματοποιήθηκε σε συνολικά 1.667.922 άνδρες και γυναίκες από 32 χώρες και τα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν το 2025 στο Journal of Bone and Mineral Research, έδειξαν ότι το χαμηλό σωματικό βάρος αποτελεί παράγοντα κινδύνου για κάταγμα τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες.
Οι ηλικιωμένοι και ο αυξημένος κίνδυνος
Τα ηλικιωμένα άτομα ωστόσο παραμένουν τα πιο επιρρεπή σε κατάγματα κυρίως του ισχίου, λόγω διαταραχών όπως μυϊκή αδυναμία και μειωμένη ισορροπία. Υπάρχουν επιστημονικά στοιχεία κατά τα οποία η συσχέτιση μεταξύ του κινδύνου κατάγματος και της μείωσης του σωματικού βάρους είναι μεγαλύτερη στους άνδρες από ό,τι στις γυναίκες. Σύμφωνα με μια μεγάλης κλίμακας μελέτη που διεξήχθη στη Νορβηγία, οι άνδρες με ΔΜΣ κάτω από 22 kg/m έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο κατάγματος από τις γυναίκες, ιδίως όταν έχουν υψηλή αρτηριακή πίεση ή χρόνια νεφρική νόσο εξαιτίας της συνεχούς απώλειας ασβεστίου στα ούρα.
Σύγχρονες θεραπείες για τα κατάγματα ισχίου
«Από τα πιο συχνά κατάγματα που βιώνουν οι ηλικιωμένοι άνθρωποι είναι στην κεφαλή του μηριαίου οστού (υποκεφαλικά). Για τη θεραπεία τους χρειάζεται να πραγματοποιηθεί ολική ή ημιολική αρθροπλαστική του ισχίου, που πλέον γίνονται με σύγχρονες τεχνικές αντικατάστασης του ισχίου, με κορυφαία την τεχνική πρόσθιας ελάχιστης επεμβατικότητας AMIS.
»Στη συγκεκριμένη τεχνική ο χειρουργός προσεγγίζει την άρθρωση από μπροστά, διαμέσου των μαλακών μορίων (μύες, τένοντες, νεύρα). Επειδή δεν απαιτείται η κακοποίησή τους (δηλαδή το κόψιμό τους), η αιμορραγία ελαχιστοποιείται, ο πόνος ελέγχεται με απλά παυσίπονα και ο ασθενής αναρρώνει πολύ γρήγορα. Περπατά λίγες ώρες μετά το χειρουργείο, εντός 24ωρου, μπορεί να ανεβαίνει σκαλιά και επιστρέφει στο σπίτι του σε 2 ημέρες χωρίς να έχει ανάγκη άλλου ατόμου για να αυτοεξυπηρετηθεί.
»Το ζητούμενο βέβαια είναι η αποφυγή των καταγμάτων. Μέτρα προφύλαξης είναι η διατήρηση ενός φυσιολογικού βάρους καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής, τα φυσιολογικά επίπεδα βιταμίνης d, η άσκηση, η αποφυγή του καπνίσματος και του αλκοόλ», καταλήγει ο δρ Τσουτσάνης.
Φωτογραφία: istock




