Καρκίνος του πνεύμονα στους μη καπνιστές: Δεν είναι «η ίδια νόσος χωρίς τσιγάρο» – Τι ιδιαιτερότητες έχει

  • Ρούλα Τσουλέα
καρκίνος του πνεύμονα
Τι έχουν δείξει οι έως τώρα μελέτες για τη βιολογία του, τους παράγοντες κινδύνου και τους τρόπους αντιμετώπισης.

Ο καρκίνος του πνεύμονα είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με το κάπνισμα με την σύνδεση αυτή να είναι τόσο ισχυρή, ώστε σχεδόν επισκίασε μία άλλη σημαντική πραγματικότητα: μπορεί να εκδηλωθεί και σε ανθρώπους που δεν κάπνισαν ποτέ στη ζωή τους.

Ωστόσο ο καρκίνος του πνεύμονα στους μη καπνιστές αναγνωρίζεται πλέον ολοένα περισσότερο ως μια ξεχωριστή βιολογική και κλινική οντότητα. Έχει τα δικά του χαρακτηριστικά, διαφορετικούς μηχανισμούς εμφάνισης και ιδιαίτερες προκλήσεις στη διάγνωση και την αντιμετώπιση.

Όπως αναφέρουν η παθολόγος Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας – Προληπτικής Ιατρικής, Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα, η βιολόγος Αλεξάνδρα Σταυροπούλου και ο Θάνος Δημόπουλος, καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ, ο καρκίνος του πνεύμονα εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις κυριότερες αιτίες θανάτου από καρκίνο παγκοσμίως.

Καθώς όμως μειώνονται τα ποσοστά των ενεργών καπνιστών σε πολλές χώρες του κόσμου, αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία οι μη καπνιστές που εκδηλώνουν καρκίνο του πνεύμονα.

Υπολογίζεται ότι αξιοσημείωτο ποσοστό περιστατικών αφορά ανθρώπους που δεν κάπνισαν ποτέ ή κάπνισαν ελάχιστα στη ζωή τους. Συχνά πρόκειται για νεότερους ασθενείς και γυναίκες. Σε πολλές περιπτώσεις η πιο συχνή ιστολογική μορφή είναι το αδενοκαρκίνωμα.

Αυτό που κάνει αυτή τη νόσο τόσο ύπουλη είναι ότι οι ασθενείς αυτοί δεν ταιριάζουν στο «κλασικό» προφίλ κινδύνου. Δεν έχουν το ιστορικό καπνίσματος που θα κινητοποιούσε άμεσα γιατρούς και συστήματα υγείας να τους παρακολουθήσουν στενά.

Έτσι, πολλές περιπτώσεις διαγιγνώσκονται σε προχωρημένο στάδιο, όταν τα συμπτώματα έχουν ήδη εμφανιστεί και η νόσος είναι πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί. Με άλλα λόγια, ένα σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού παραμένει εκτός του παραδοσιακού ραντάρ πρόληψης και έγκαιρης διάγνωσης.

Γενετικές και μοριακές ιδιαιτερότητες

Τα τελευταία χρόνια, η επιστήμη έχει αρχίσει να φωτίζει καλύτερα αυτή την πλευρά του καρκίνου του πνεύμονα.

Μελέτες γενετικής και μοριακής βιολογίας δείχνουν ότι ο καρκίνος του πνεύμονα στους μη καπνιστές δεν είναι απλώς «ο ίδιος καρκίνος χωρίς τσιγάρο». Αντιθέτως, φαίνεται ότι αναπτύσσεται μέσα από διαφορετικές βιολογικές διεργασίες.

Οι όγκοι αυτοί συχνά εμφανίζουν ιδιαίτερες γενετικές αλλοιώσεις, πολλές από τις οποίες είναι θεραπεύσιμες με σύγχρονες στοχευμένες θεραπείες. Μεταλλάξεις στα γονίδια EGFR, ALK, RET, MET και ROS1, λ.χ., εντοπίζονται συχνά σε αυτή την ομάδα ασθενών. Και έχουν αλλάξει ριζικά τον τρόπο θεραπείας τους.

Αυτή η μοριακή «υπογραφή» έχει μεγάλη σημασία. Σημαίνει ότι η διάγνωση δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στο να επιβεβαιωθεί η ύπαρξη καρκίνου. Πρέπει να συνοδεύεται από έγκαιρο και ολοκληρωμένο μοριακό έλεγχο, υπογραμμίζουν οι τρεις ειδικοί.

Σε πολλούς ασθενείς, αυτός ο έλεγχος ανοίγει τον δρόμο για θεραπείες πιο αποτελεσματικές και καλύτερα ανεκτές από την κλασική χημειοθεραπεία. Είναι μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις όπου η ιατρική ακριβείας μπορεί να κάνει πραγματική διαφορά στην επιβίωση και στην ποιότητα ζωής.

Περιβαλλοντικές αιτίες και κληρονομικότητα

Ο καρκίνος του πνεύμονα στους μη καπνιστές σχετίζεται με ποικίλους περιβαλλοντικούς και γενετικούς παράγοντες.

Το παθητικό κάπνισμα παραμένει ένας από τους πιο τεκμηριωμένους κινδύνους, αυξάνοντας αισθητά την πιθανότητα εμφάνισης νόσου. Η ατμοσφαιρική ρύπανση (ιδίως η έκθεση στα μικροσκοπικά αιωρούμενα σωματίδια PM2,5) φαίνεται να συμβάλλει ουσιαστικά στην ανάπτυξή του.

Η χρόνια έκθεση σε μολυσμένο αέρα μπορεί να προκαλεί φλεγμονή, οξειδωτικό στρες και βλάβες στο γενετικό υλικό των κυττάρων. Με αυτό τον τρόπο δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για καρκινογένεση.

Εξίσου σημαντικός είναι και ο ρόλος του ραδονίου. Είναι ένα φυσικό ραδιενεργό αέριο, που μπορεί να υπάρχει σε σπίτια και κτίρια χωρίς να γίνεται αντιληπτό. Το ραδόνιο θεωρείται εδώ και χρόνια γνωστός καρκινογόνος παράγοντας για τον πνεύμονα.

Επιπλέον, ορισμένες επαγγελματικές εκθέσεις επίσης μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο. Χαρακτηριστικά παραδείγματα:

  • Ο αμίαντος
  • Τα καυσαέρια ντίζελ
  • Βιομηχανικά χημικά κ.λπ.

Παρότι η συμβολή παραγόντων όπως η διατροφή, η καθιστική ζωή ή οι χρόνιες φλεγμονώδεις καταστάσεις είναι λιγότερο σαφής, θεωρείται πιθανό ότι λειτουργούν επιβαρυντικά σε άτομα με προδιάθεση.

Σε αυτό το σημείο έρχεται να προστεθεί και ο παράγοντας της κληρονομικότητας. Αν και τα πραγματικά κληρονομικά σύνδρομα καρκίνου του πνεύμονα είναι σπάνια, υπάρχουν ενδείξεις ότι ορισμένοι άνθρωποι έχουν γενετική ευαλωτότητα. Τον κίνδυνο σε μερικούς ασθενείς ως φαίνεται αυξάνουν παράγοντες όπως:

  • Το οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του πνεύμονα
  • Μεταλλάξεις σε γονίδια που σχετίζονται με επιδιόρθωση του DNA
  • Συγκεκριμένες κληρονομικές μεταβολές, όπως η σπάνια μετάλλαξη EGFRT790M

Αυτό σημαίνει ότι στο μέλλον ίσως χρειαστεί να μιλάμε περισσότερο για εξατομικευμένη εκτίμηση κινδύνου και λιγότερο για γενικούς κανόνες που βασίζονται μόνο στην ηλικία και το κάπνισμα.

Ο προσυμπτωματικός έλεγχος

Τα σημερινά προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου με αξονική τομογραφία χαμηλής δόσης έχουν σχεδιαστεί κυρίως για βαρείς καπνιστές μεγαλύτερης ηλικίας.

Αυτό σημαίνει ότι η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων που διατρέχουν κίνδυνο για καρκίνο του πνεύμονα χωρίς να έχουν καπνίσει, μένει εκτός των κριτηρίων. Νεότερες μελέτες, όμως, δείχνουν ότι σε ομάδες μη καπνιστών με οικογενειακό ιστορικό ή σημαντικές περιβαλλοντικές εκθέσεις, ο έλεγχος μπορεί να εντοπίσει καρκίνους σε πρώιμα στάδια, όταν η θεραπεία είναι πολύ πιο αποτελεσματική.

Ήδη, η Ταϊβάν έχει κάνει βήματα προς μια πιο διευρυμένη, βασισμένη στον κίνδυνο προσέγγιση.

Συνεπώς, «ο καρκίνος του πνεύμονα δεν είναι αποκλειστικά νόσος των καπνιστών. Η αντίληψη αυτή, αν και ιστορικά κατανοητή, δεν αρκεί πλέον», τονίζουν οι τρεις ειδικοί.

«Χρειαζόμαστε μια νέα οπτική που να λαμβάνει υπόψη τη ρύπανση, το παθητικό κάπνισμα, το ραδόνιο, την επαγγελματική έκθεση και τη γενετική προδιάθεση. Χρειαζόμαστε, επίσης, καλύτερη ενημέρωση του κοινού και των επαγγελματιών υγείας, ώστε τα ύποπτα συμπτώματα να μην αγνοούνται μόνο και μόνο επειδή ο ασθενής δεν κάπνισε ποτέ», προσθέτουν.

Καθώς η έρευνα προχωρά, γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρο ότι ο καρκίνος του πνεύμονα στους μη καπνιστές αποτελεί ένα σημαντικό, αλλά συχνά «αόρατο» ζήτημα δημόσιας υγείας. Η καλύτερη κατανόηση των αιτιών του, η ανάπτυξη νέων στρατηγικών έγκαιρης διάγνωσης και η πρόσβαση όλων των ασθενών σε σύγχρονο μοριακό έλεγχο και εξατομικευμένες θεραπείες είναι κρίσιμα βήματα για το μέλλον, καταλήγουν.

Φωτογραφία: iStock