Καρκίνος του μαστού: Απλή εξέταση προβλέπει την αποτελεσματικότητα της θεραπείας
Μία απλή εξέταση αίματος μπορεί να προβλέψει ποιες ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο του μαστού θα ανταποκριθούν στη θεραπεία, αναφέρουν επιστήμονες από τη Βρετανία.
Η εξέταση ανιχνεύει στο αίμα την παρουσία μικροσκοπικών θραυσμάτων από το DNA των καρκινικών όγκων (σε συντομογραφία: ctDNA). Με τη βοήθειά της οι γιατροί μπορούν να εξακριβώσουν πόσο πιθανό είναι να ανταποκριθεί κάθε ασθενής σε ένα συγκεκριμένο είδος θεραπείας, πριν αυτό αρχίσει.
Η εξέταση έχει τη δυνατότητα να αλλάξει τον τρόπο θεραπείας της νόσου. Και αυτό διότι στις γυναίκες που δεν θα έχουν πολλές πιθανότητες ανταπόκρισης, θα μπορεί να προσφέρονται νωρίτερα άλλες θεραπείες που είναι πιθανότερο να τις ωφελήσουν.
Την εξέταση ανέπτυξαν επιστήμονες από το Ινστιτούτο Έρευνας του Καρκίνου (ICR) στο Λονδίνο. Τα ευρήματά τους από την δοκιμή της σε 167 ασθενείς δημοσιεύθηκαν στην ιατρική επιθεώρηση Clinical Cancer Research.
Δύο ομάδες ασθενών
Όπως εξηγούν οι ερευνητές, οι ασθενείς τους έπασχαν από προχωρημένο (μεταστατικό) καρκίνο του μαστού. Οι ερευνητές τις χώρισαν σε δύο ομάδες βάσει του τύπου του καρκίνου που είχαν.
Στην πρώτη ομάδα ταξινομήθηκαν οι ασθενείς που είχαν κάποια μετάλλαξη στα καρκινικά κύτταρά τους. Οι μεταλλάξεις αυτές εντοπίζονταν στα γονίδια ESR1, HER2, AKT1, AKT ή PTEN. Στις ασθενείς αυτές χορηγήθηκε στοχευμένη θεραπεία, δηλαδή φάρμακα που στοχεύουν τις συγκεκριμένες μεταλλάξεις.
Στην δεύτερη ομάδα εντάχθηκαν οι γυναίκες με τριπλά αρνητικά καρκίνο του μαστού χωρίς τις προαναφερθείσες μεταλλάξεις. Στις ασθενείς αυτές χορηγήθηκε συνδυασμός ενός φαρμάκου που καταπολεμά ορισμένα ένζυμα (αναστολέας PARP) και ενός που καταπολεμά μία πρωτεΐνη (αναστολέας της κινάσης ATR).
Οι ερευνητές υπέβαλλαν δύο φορές τις ασθενείς τους στην εξέταση που ανέπτυξαν:
- Πριν αρχίσουν να τους χορηγούν στοχευμένη θεραπεία για τον καρκίνο τους και
- Τέσσερις εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας (πρώτος κύκλος θεραπείας)
Ύστερα παρακολούθησαν την εξέλιξη της υγείας τους. Όπως διαπίστωσαν, υπήρχε ισχυρή συσχέτιση ανάμεσα στα χαμηλά επίπεδα κυκλοφορούντος καρκινικού DNA και την ανταπόκριση σε αυτήν.
Τα ευρήματα
Ειδικότερα, οι ασθενείς της δεύτερης ομάδας (τριπλά αρνητικός καρκίνος του μαστού) που είχαν χαμηλά επίπεδα του ctDNA πριν από την συνδυασμένη θεραπεία, έκαναν πολύ περισσότερο καιρό έως ότου εξελιχθεί ο καρκίνος τους. Έφθασαν στους 10,2 μήνες με σταθερή νόσο, έναντι 4,4 μηνών σε όσες είχαν υψηλά εποίπεδα.
Στην ίδια ομάδα ασθενών, στην θεραπεία ανταποκρίθηκε (δηλαδή παρουσίασε συρρίκνωση ή εξαφάνιση του όγκου) το 40% όσων είχαν χαμηλά επίπεδα ctDNA. Το αντίστοιχο ποσοστό σε όσες εξακολούθησαν να έχουν υψηλά επίπεδα ctDNA μετά την έναρξη θεραπείας, ήταν μόλις 9,7%.
Ανάλογα οφέλη παρατηρήθηκαν και στις ασθενείς της πρώτης ομάδας (με τις συγκεκριμένες μεταλλάξεις). Όσες είχαν μη ανιχνεύσιμα επίπεδα ctDNA πριν λάβουν την θεραπεία, παρουσίασαν σταθεροποίηση του καρκίνου τους για 10,6 μήνες κατά μέσον όρο. Το αντίστοιχο ποσοστό σε όσες είχαν ανιχνεύσιμα επίπεδα του DNA των καρκινικών όγκων στο αίμα τους ήταν 3,5 μήνες.
Επιπλέον, τέσσερις εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας (δηλαδή μετά τον 1ο κύκλο) στην θεραπεία είχε ανταποκριθεί:
- Το 46,2% όσων είχαν χαμηλά/μη ανιχνεύσιμα επίπεδα του ctDNA
- Το 7,9% όσων εξακολουθούσαν να έχουν υψηλά επίπεδα ctDNA παρά τη θεραπεία
«Η μελέτη μας υποδηλώνει ότι μία απλή εξέταση αίματος μπορεί να μας δείξει νωρίς και αξιόπιστα πόσο αποτελεσματικές θα είναι οι θεραπείες στις ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του μαστού. Έτσι μπορούμε να ξέρουμε νωρίτερα εάν θα χρειασθεί να αλλάξουμε θεραπεία», δήλωσε ο επιβλέπων ερευνητής Dr. Nicholas Turner, καθηγητής Ιατρικής Ογκολογίας στο ICR.
Με αυτό τον τρόπο μπορούν να λαμβάνονται ταχύτερα οι θεραπευτικές αποφάσεις και να εξατομικεύεται καλύτερα η θεραπεία, κατέληξε.
Φωτογραφία: iStock




