Καρδιακή ανεπάρκεια: Πάνω από 20% βελτίωση με την τηλεπαραρακολούθηση
Βελτίωση άνω του 20% σε κρίσιμους δείκτες, όπως η θνητότητα, η νοσηρότητα και κυρίως η ποιότητα ζωής, μπορεί να επιφέρει η τηλεπαρακολούθηση σε ασθενείς με προχωρημένη καρδιακή ανεπάρκεια, σύμφωνα με τον καθηγητή Καρδιολογίας του ΕΚΠΑ και διευθυντή της Β΄ Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής στο Νοσοκομείο «Αττικόν», Γεράσιμο Φιλιππάτο.
Τα εντυπωσιακά αυτά ευρήματα προκύπτουν μέσα από τη μεγάλη ευρωπαϊκή πολυκεντρική μελέτη RETENTION, στην οποία η Ελλάδα διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο.
Η μελέτη διεξάγεται στο πλαίσιο ομώνυμου ευρωπαϊκού ερευνητικού προγράμματος, με τη συμμετοχή 390 ασθενών σε έξι μεγάλα κέντρα τεσσάρων χωρών: Ιταλία, Ισπανία, Γερμανία και Ελλάδα. Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι σχεδόν οι μισοί συμμετέχοντες (180 άτομα) προέρχονται από τα δύο ελληνικά νοσοκομεία που συμμετέχουν στη μελέτη, το Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο και το Αττικόν.
Μοντέλα AI προβλέπουν την επιδείνωση των ασθενών
«Κύριος στόχος της μελέτης είναι η μείωση των νοσηλειών και της θνητότητας καθώς και η βελτίωση της ποιότητας ζωής. Η παρακολούθηση των ασθενών γίνεται με έξυπνα ρολόγια και τηλέφωνα. Ως εκ τούτου στη μελέτη λαμβάνουν μέρος και ειδικοί στη βιοτεχνολογία και τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές.
»Στην πλατφόρμα που και αυτή ονομάζεται RETENTION, ανεβαίνουν παράμετροι υγείας (πχ σφύξεις, πίεση, βάρος, διαιτητικές συνήθειες, ποιότητα ύπνου), περιβαλλοντικοί δείκτες, πληροφορίες από τις επισκέψεις παρακολούθησης κλπ.
»Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η ανάλυση των στοιχείων που συλλέγονται, θα βοηθήσει στη συνέχεια της μελέτης,στη δημιουργία μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης, που προβλέπουν την επιδείνωση των ασθενών», επισημαίνει σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ – ΜΠΕ ο κ. Γεράσιμος Φιλιππάτος.
Οι ασθενείς αισθάνονται μεγαλύτερη ασφάλεια
Το γεγονός πως οι 180 από τους 390 ασθενείς (σχεδόν οι μισοί)είναι από την Ελλάδα, θα επιτρέψει στους ειδικούς, λέει ο καθηγητής, να εφαρμόσουν με μεγαλύτερη ευκολία τα συμπεράσματα της μελέτης, «τη στιγμή που θα έχει ήδη δοκιμαστεί σε σημαντικό αριθμό ασθενών και γνωρίζοντας ότι σε όλα αυτά τα προγράμματα παίζουν καθοριστικό ρόλο τα συστήματα υγείας και η εξειδίκευση των κέντρων.
Η ένταξη των ασθενών έγινε από τον Μάιο του 2024 έως τον Νοέμβριο του 2025, ενώ στα τέλη του 2026 αναμένονται τα πρώτα αποτελέσματα. Η παρακολούθηση σε κάθε ασθενή είναι γύρω στον ενάμιση χρόνο».
Στο ερώτημα αν κάτι «αχνοφαίνεται» από τώρα, ο κ. Φιλιπάττος απαντά ότι αν και ακόμη πολύ νωρίς, αυτό που βλέπουν οι ειδικοί είναι πρώτον, ότι οι ασθενείς αισθάνονται μεγαλύτερη ασφάλεια με την τηλεπαρακολούθηση και δεύτερον, ότι οι ασθενείς αν και σε προχωρημένη ηλικία με ένα μέσο όρο πάνω από τα 70 έτη, ανταποκρίνονται, είτε μόνοι τους, είτε με τους φροντιστές τους, στις απαιτήσεις των συσκευών νέας τεχνολογίας με τις οποίες παρακολουθούνται».
Πώς θα μπορούσε να εφαρμοστεί στην ελληνική πραγματικότητα – Περισσότερα από 60 ιατρεία καρδιακής ανεπάρκειας
Σε τι βάθος χρόνου εκτιμάτε ότι θα μπορούσε να εφαρμοστεί στην ελληνική πραγματικότητα η εξ αποστάσεως παρακολούθηση της καρδιακής ανεπάρκειας και κατά πόσον το σύστημα υγείας θα μπορέσει να τη στηρίξει, είναι το επόμενο ερώτημα που ετέθη στον καθηγητή.
«Αυτή τη στιγμή ήδη γίνονται τέτοιες προσπάθειες στα περισσότερα συστήματα υγείας της Ευρώπης. Και στην Ελλάδα σποραδικά σε ορισμένα κέντρα. Tο επόμενο βήμα είναι το δίκτυο των ιατρείων καρδιακής ανεπάρκειας, που ήδη έχει ξεκινήσει από το 2017, να μπορέσει την οργανώσει κάτι τέτοιο. Αυτή τη στιγμή έχουμε πάνω από 60 ιατρεία καρδιακής ανεπάρκειας, με την πλειονότητα να είναι στο δημόσιο τομέα. Με την υποστήριξη της Πολιτείας ενδεχομένως να μπορεί να εφαρμοστεί στην επόμενη τριετία».
Πού διαφέρει το ιατρείο καρδιακής ανεπάρκειας, από το καρδιολογικό ιατρείο σε ένα δημόσιο νοσοκομείο, προκύπτει εύλογα το τελευταίο ερώτημα.
«Έχουν συγκεκριμένα πρωτόκολλα παρακολούθησης και καρδιολόγους εκπαιδευμένους στο συγκεκριμένο αντικείμενο. Αλλά λόγω της μεγάλης συχνότητας της καρδιακής ανεπάρκειας στις μεγάλες ηλικίες, όλοι οι καρδιολόγοι έχουν μεγάλη εμπειρία.
»Όμως, από ένα σημείο και μετά, ειδικά στους ασθενείς που βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο, μπορεί να απαιτείται να γίνονται θεραπευτικές πράξεις που να χρειάζονται παρακολούθηση από το ιατρείο καρδιακής ανεπάρκειας κάθε νοσοκομείου».
Φωτογραφία: istock




