Η μοναξιά ραγίζει καρδιές και κόβει ανάσες: Πλήττει το 16% του πληθυσμού σύμφωνα με τον ΠΟΥ
Το να βρίσκεται κανείς μόνος και το να βιώνει μοναξιά δεν είναι το ίδιο και το ανθρώπινο σώμα φαίνεται να αντιλαμβάνεται ξεκάθαρα αυτή τη διάκριση.
Παρότι οι δύο καταστάσεις μπορεί με μια πρώτη ανάγνωση να μοιάζουν, οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι το καθοριστικό στοιχείο δεν είναι ο αριθμός των ανθρώπων στη ζωή ενός ατόμου, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το ίδιο το άτομο αντιλαμβάνεται και βιώνει τις σχέσεις του.
Τι δείχνει η επιστημονική έρευνα
Σύμφωνα με μελέτη του Πανεπιστημίου Κορνέλ στις Ηνωμένες Πολιτείες, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Network Open, οι άνθρωποι που νιώθουν πιο μόνοι από ό,τι «δείχνει» η κοινωνική τους ζωή, έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για προβλήματα υγείας.
Ο Άντονι Ονγκ (Anthony Ong), καθηγητής ψυχολογίας και διευθυντής των Human Health Labs στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ, τονίζει ότι η δημόσια συζήτηση γύρω από τη μοναξιά συχνά επικεντρώνεται στην ανάγκη διεύρυνσης των κοινωνικών επαφών. Ωστόσο, όπως επισημαίνει, η ύπαρξη επαφών από μόνη της δεν αρκεί.
Όπως εξηγεί, δύο άνθρωποι μπορεί να έχουν παρόμοιες κοινωνικές συνθήκες, αλλά η υγεία τους να εξελιχθεί πολύ διαφορετικά, ανάλογα με το αν νιώθουν πραγματικά συνδεδεμένοι ή μόνοι μέσα σε αυτές τις σχέσεις.
Κοινωνική απομόνωση και μοναξιά: δύο διαφορετικές έννοιες
Οι ερευνητές διαχωρίζουν σαφώς τις δύο έννοιες:
Κοινωνική απομόνωση: περιορισμένες κοινωνικές επαφές και μειωμένη συμμετοχή σε κοινωνικές δραστηριότητες
Μοναξιά: το υποκειμενικό αίσθημα αποσύνδεσης και συναισθηματικής απομάκρυνσης από τους άλλους
Η απόκλιση ανάμεσα σε αυτές τις δύο καταστάσεις ονομάζεται «κοινωνική ασυμμετρία».
Στη μελέτη αναλύθηκαν δεδομένα από 7.845 άτομα ηλικίας άνω των 50 ετών που ζούσαν στην Αγγλία και παρακολουθήθηκαν για περίπου 13,6 χρόνια. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι άτομα που ένιωθαν πιο μοναχικά από ό,τι δικαιολογούσαν οι κοινωνικές τους σχέσεις, χαρακτηρίστηκαν ως «κοινωνικά ευάλωτα» και είχαν αυξημένο κίνδυνο θνησιμότητας από καρδιαγγειακές παθήσεις και χρόνια αποφρακτικής πνευμονοπάθεια.
Αντίθετα, όσοι είχαν περιορισμένες κοινωνικές επαφές αλλά δεν ένιωθαν μοναξιά – οι λεγόμενοι «κοινωνικά ανθεκτικοί» – εμφάνισαν μόνο μικρή αύξηση κινδύνου για τα περισσότερα προβλήματα υγείας.
Ο υψηλότερος κίνδυνος καταγράφηκε σε όσους συνδύαζαν και τις δύο καταστάσεις: κοινωνική απομόνωση και έντονη μοναξιά.
Ο Άντονι Ονγκ επισημαίνει ότι το ενθαρρυντικό στοιχείο είναι πως η «κοινωνική ασυμμετρία» μπορεί να μετρηθεί, γεγονός που επιτρέπει τον εντοπισμό των ατόμων υψηλού κινδύνου πριν εμφανιστούν οι επιπτώσεις στην υγεία.
Ο φαύλος κύκλος της χρόνιας μοναξιάς
Μια δεύτερη μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Communications Psychology, ανέδειξε έναν μηχανισμό που επιδεινώνει τη μοναξιά.
Τα άτομα που βιώνουν χρόνια μοναξιά, τείνουν να αντιλαμβάνονται τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις ως απειλητικές. Αυτή η αντίληψη τα οδηγεί σε αποφυγή επαφών, ενισχύοντας περαιτέρω το αίσθημα απομόνωσης.
Ο κύκλος αυτός γίνεται πιο έντονος όσο αυξάνεται η ένταση της μοναξιάς, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη τη διακοπή του.
Σύμφωνα με τον Ονγκ, τα ευρήματα αυτά δείχνουν ότι οι παρεμβάσεις δεν μπορούν να περιορίζονται μόνο στην αύξηση των κοινωνικών επαφών. Απαιτείται αντιμετώπιση τόσο των εξωτερικών συνθηκών όσο και των ψυχολογικών και συμπεριφορικών μηχανισμών που συντηρούν τη μοναξιά.
- Διαβάστε επίσης – Τι κρατά τα ζευγάρια ενωμένα στον χρόνο; Η επιστήμη φωτίζει έναν σημαντικό παράγοντα
Ένα αυξανόμενο πρόβλημα δημόσιας υγείας
Η μοναξιά και η κοινωνική απομόνωση αποτελούν πλέον σημαντική πρόκληση για τη δημόσια υγεία, καθώς επηρεάζουν τόσο την ψυχική όσο και τη σωματική υγεία.
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), περίπου το 16% του παγκόσμιου πληθυσμού βιώνει μοναξιά.
Επιπλέον, εκτιμάται ότι μία στις πέντε επισκέψεις σε γιατρούς πρωτοβάθμιας φροντίδας σχετίζεται με προβλήματα που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποκλειστικά με ιατρικές παρεμβάσεις, όπως η μοναξιά, η κοινωνική απομόνωση και οι οικονομικές δυσκολίες.
Η κοινωνική συνταγογράφηση ως νέα προσέγγιση
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, όλο και περισσότεροι επαγγελματίες υγείας στρέφονται στην έννοια της «κοινωνικής συνταγογράφησης».
Η προσέγγιση αυτή περιλαμβάνει μη ιατρικές παρεμβάσεις που ενισχύουν την ευεξία των ασθενών, όπως συμμετοχή σε ομάδες πεζοπορίας, εθελοντικές δράσεις ή δραστηριότητες κοινότητας, όπως λέσχες κηπουρικής.
Στόχος είναι η σύνδεση των υπηρεσιών υγείας με πόρους της κοινότητας, ώστε να βελτιωθεί η υγεία του πληθυσμού, να μειωθούν οι ανισότητες και να περιοριστεί η πίεση στα συστήματα υγείας.
Το Ηνωμένο Βασίλειο υπήρξε η πρώτη χώρα που ενσωμάτωσε την κοινωνική συνταγογράφηση στην εθνική πολιτική υγείας, με περισσότερους από ένα εκατομμύριο πολίτες να παραπέμπονται κάθε χρόνο σε τέτοιες υπηρεσίες.
Ο Νιλς Φίτγε (Nils Fietje), στέλεχος του ΠΟΥ Ευρώπης, υπογραμμίζει ότι η κοινωνική συνταγογράφηση αποτελεί ένα ισχυρό εργαλείο για την αντιμετώπιση των κοινωνικών παραγόντων που επηρεάζουν την υγεία.
Από τον Μάρτιο του 2026, η National Academy for Social Prescribing (NASP) στο Ηνωμένο Βασίλειο λειτουργεί ως Κέντρο Συνεργασίας του ΠΟΥ για την ανάπτυξη πολιτικών κοινωνικής συνταγογράφησης, υποστηρίζοντας τα κράτη-μέλη στην εφαρμογή αντίστοιχων στρατηγικών.
Φωτογραφία: istock




