Η κλιματική αλλαγή ενισχύει την αντοχή στα αντιβιοτικά – Τι δείχνει νέα μελέτη για την ξηρασία
Η ξηρασία φαίνεται να επηρεάζει κάτι περισσότερο από το περιβάλλον, καθώς μπορεί να ενισχύει και την αντοχή των μικροοργανισμών στα αντιβιοτικά. Αυτό δείχνει νέα μελέτη, η οποία αναδεικνύει αυτόν τον λιγότερο ορατό αλλά ιδιαίτερα ανησυχητικό μηχανισμό που σχετίζεται με την κλιματική αλλαγή.
Aντιβιοτικά και κλιματική αλλαγή – Το ερευνητικό ερώτημα
Η ερευνητική ομάδα από το Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Καλιφόρνιας (Caltech, ΗΠΑ) επιχείρησε να απαντήσει σε ένα βασικό ερώτημα: Μπορούν οι αλλαγές στο φυσικό περιβάλλον, από το οποίο προέρχονται πολλές από τις ουσίες που χρησιμοποιούνται ως αντιβιοτικά, να επηρεάσουν την αντοχή τους;
Τα δεδομένα δείχνουν πως ναι. Η περιφερειακή ξηρασία φαίνεται να συνδέεται έντονα με την εμφάνιση αντοχής στα αντιβιοτικά σε κλινικά περιβάλλοντα, σε περισσότερες από 100 χώρες.
Μια αυξανόμενη απειλή
Η μικροβιακή αντοχή (AMR) αποτελεί ήδη σοβαρό πρόβλημα δημόσιας υγείας. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ευθύνεται για περισσότερους από 35.000 θανάτους ετησίως. Πρόκειται για μια κατάσταση όπου βακτήρια, ιοί, μύκητες και παράσιτα δεν ανταποκρίνονται πλέον στα φάρμακα.
Αν και η αντοχή αυτή αναπτύσσεται φυσικά με την πάροδο του χρόνου, επιταχύνεται σημαντικά από την ανθρώπινη δραστηριότητα, κυρίως λόγω της υπερβολικής και ακατάλληλης χρήσης αντιβιοτικών.
Όπως εξηγεί η Ντάιαν Νιούμαν (καθηγήτρια Βιολογίας και Γεωβιολογίας στο Caltech των ΗΠΑ), οι ξηρασίες λειτουργούν με παρόμοιο τρόπο. Δημιουργούν συνθήκες που ευνοούν την επιβίωση των μικροοργανισμών που είναι ήδη ανθεκτικοί, ενώ οι πιο ευάλωτοι δυσκολεύονται να επιβιώσουν.
Αυτό σημαίνει ότι, με τον χρόνο, αυξάνεται η παρουσία μικροοργανισμών που δεν ανταποκρίνονται στα αντιβιοτικά, ενισχύοντας έτσι τη μικροβιακή αντοχή.
Το έδαφος ως «δεξαμενή» αντιβιοτικών
Τα πρώτα αντιβιοτικά ανακαλύφθηκαν τη δεκαετία του 1940, μέσα από τη μελέτη μικροοργανισμών που ζουν στο έδαφος. Μέχρι σήμερα, το έδαφος παραμένει μία από τις βασικές πηγές για την ανακάλυψη νέων αντιβιοτικών. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά πολύπλοκο οικοσύστημα, όπου εκτιμάται ότι περίπου το 99% των μικροοργανισμών του, δεν μπορεί ακόμη να καλλιεργηθεί σε εργαστηριακές συνθήκες.
Παρόλο που γνωρίζουμε ότι πολλές αντιβιοτικές ουσίες προέρχονται από αυτούς τους μικροοργανισμούς, δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως το πώς οι αλλαγές στο περιβάλλον τους, όπως η ξηρασία, επηρεάζουν την ανάπτυξη αντοχής.
Πώς έγινε η μελέτη
Η Σιαογιού Σαν (μεταδιδακτορική ερευνήτρια, Caltech, ΗΠΑ) και επικεφαλής της μελέτης ανέπτυξε ένα υπολογιστικό εργαλείο για την ανάλυση δεδομένων από δείγματα εδάφους. Οι ερευνητές εξέτασαν γονίδια που σχετίζονται με την παραγωγή αντιβιοτικών και τα συνέκριναν με δεδομένα κλινικής επιτήρησης από 116 χώρες.
Τα δεδομένα προέρχονταν από διαφορετικά οικοσυστήματα. Καλλιεργήσιμες εκτάσεις, δάση, λιβάδια και υγροτόπους, σε ΗΠΑ, Κίνα και Ευρώπη. Το αποτέλεσμα ήταν ότι εντοπίστηκε ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της ξηρασίας και των επιπέδων αντοχής στα αντιβιοτικά στα νοσοκομεία.
Γιατί προκαλούν ανησυχία τα ευρήματα
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η σχέση μεταξύ ξηρασίας και αντοχής στα αντιβιοτικά είναι ιδιαίτερα ανησυχητική, ειδικά υπό το πρίσμα της κλιματικής αλλαγής.
Σύμφωνα με μελέτη του 2024 που δημοσιεύθηκε στο The Lancet, έως το 2050 περίπου 39 εκατομμύρια θάνατοι αναμένεται να συνδέονται άμεσα με τη μικροβιακή αντοχή. Την ίδια στιγμή, οι προβλέψεις δείχνουν ότι έως και 5 δισεκατομμύρια άνθρωποι θα ζουν σε περιοχές με έντονη ξηρασία μέχρι το τέλος του αιώνα.
Η σύγκλιση αυτών των στοιχείων ενισχύει την ανησυχία ότι η εξάπλωση της ξηρασίας μπορεί να τροφοδοτεί την αύξηση της μικροβιακής αντοχής, εντείνοντας μια ήδη σοβαρή απειλή για τη δημόσια υγεία.
Η προσέγγιση «Μία Υγεία»
Τα ευρήματα ενισχύουν τη σημασία της προσέγγισης «Μία Υγεία», η οποία αντιμετωπίζει την υγεία ανθρώπων, ζώων, φυτών και περιβάλλοντος ως αλληλένδετα στοιχεία.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι, καθώς η κλιματική αστάθεια εντείνεται, τέτοιες ολιστικές προσεγγίσεις θα είναι κρίσιμες για την πρόληψη και τον περιορισμό της αντοχής στα αντιβιοτικά σε παγκόσμιο επίπεδο.
ΠΗΓΗ: euronews
Φωτογραφία: istock




