Γλαύκωμα: Η θεραπεία με λέιζερ μπορεί να είναι πιο αποτελεσματική από τα φάρμακα – Για ποιους είναι κατάλληλη
Απαρατήρητο περνά το γλαύκωμα από την πλειονότητα των πασχόντων, καθώς δεν προκαλεί συμπτώματα εάν δεν εξελιχθεί αρκετά. Αυτό όμως έχει ως συνέπεια να καθυστερούν να υποβληθούν σε θεραπείες που θα μπορούσαν να σώσουν την όρασή τους.
Νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε πριν από λίγους μήνες στην ιατρική επιθεώρηση Ophthalmology, έδειξε ότι τουλάχιστον 12,3 εκατομμύρια άνθρωποι στην Ευρώπη πάσχουν από γλαύκωμα. Ωστόσο τα 6,9 εκατομμύρια από αυτούς (ή ποσοστό 56%) δεν γνωρίζουν ότι έχει αρχίσει η ανάπτυξη της νόσου.
Ηλικιωμένοι και άνδρες έχουν περισσότερες πιθανότητες να πάσχουν από γλαύκωμα. Αντιθέτως, οι ηλικιακά νεώτεροι ασθενείς έχουν περισσότερες πιθανότητες να πάσχουν από αδιάγνωστη νόσο. Στην πραγματικότητα, πάνω από το 80% των αδιάγνωστων ασθενών έχουν ηλικία κάτω των 55 ετών.
Σαν να μην ήταν αυτά αρκετά, έως το 2050 ο αριθμός των ασθενών αναμένεται να έχει αυξηθεί κατά περισσότερο από 1 εκατομμύριο. Και αυτό λόγω της γήρανσης του πληθυσμού. Οι περισσότεροι νέοι ασθενείς εκτιμάται ότι θα πάσχουν από γλαύκωμα ανοικτής γωνίας.
Όπως εξηγεί ο χειρουργός οφθαλμίατρος Θεόδωρος Φιλιππόπουλος, επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Οφθαλμολογίας Athens Vision, το γλαύκωμα συνιστά μία ομάδα παθήσεων του οφθαλμού, οι οποίες έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό την προοδευτική καταστροφή του οπτικού νεύρου. Το οπτικό νεύρο αποτελείται από νευρικές ίνες. Ο ρόλος του είναι να μεταφέρει στον εγκέφαλο τις εικόνες που βλέπουμε.
Στο γλαύκωμα καταστρέφονται αυτές οι ίνες, με τις βλάβες που αναπτύσσονται να είναι μη αναστρέψιμες. Η νόσος είναι κατά κανόνα ασυμπτωματική, ιδίως στα αρχικά στάδιά της επειδή η βλάβη εξελίσσεται με αργό ρυθμό. Έτσι «οι πάσχοντες δεν αντιλαμβάνονται την ύπαρξή της πριν υποστούν σοβαρή βλάβη στην όρασή τους», λέει ο κ. Φιλιππόπουλος.
Η ενδοφθάλμια πίεση
Ο πιο σημαντικός παράγοντας (αλλά όχι ο μοναδικός) που προκαλεί το γλαύκωμα είναι η αύξηση της πίεσης στο εσωτερικού του οφθαλμού (ενδοφθάλμια πίεση). Για να αντιμετωπιστεί χορηγούνται συνήθως στον ασθενή φαρμακευτικές θεραπείες, δηλαδή κολλύρια για τα μάτια.
Άλλα από αυτά στοχεύουν στη μείωση της παραγωγής του υδατοειδούς υγρού, που ευθύνεται για την αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση, και άλλα στην αύξηση της αποχέτευσής του. Τα φάρμακα μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε ως μονοθεραπεία (μεμονωμένα), είτε συνδυαστικά μεταξύ τους.
Έως πρότινος, όταν οι συντηρητικές (φαρμακευτικές) θεραπείες αδυνατούσαν να ελέγξουν το γλαύκωμα, η επόμενη λύση ήταν η αντιμετώπισή του με λέιζερ. Αν ούτε αυτή η θεραπεία απέδιδε, τότε γινόταν χειρουργική επέμβαση.
Νεώτερα επιστημονικά δεδομένα, όμως, αναβαθμίζουν τη χρήση του λέιζερ και σε πρωιμότερα στάδια της νόσου, πριν εξαντληθούν οι φαρμακευτικές επιλογές. Μάλιστα σε μία από τις μελέτες δοκιμάστηκε ως πρώτης γραμμής θεραπεία και συγκρίθηκε με τις φαρμακευτικές θεραπείες.
«Oι εφαρμογές laser στο γλαύκωμα εφαρμόζονται με επιτυχία και ασφάλεια τα τελευταία 30 έτη σε μεγάλη κλίμακα», λέει ο κ. Φιλιππόπουλος. «Μία τέτοια εφαρμογή είναι το SLT (Selective Laser Trabeculoplasty) ή αλλιώς εκλεκτική λέιζερ τραμπεκιουλοπλαστική. Το SLT αποτελεί μια σύγχρονη θεραπευτική επιλογή για το γλαύκωμα που στοχεύει στη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης χωρίς χειρουργική επέμβαση».
Ανοικτής και κλειστής γωνίας
Τα μάτια μας παράγουν στο εσωτερικό τους διαρκώς ένα υγρό που λέγεται υδατοειδές υγρό. Αυτό αποχετεύεται από τον οφθαλμό διαμέσου μίας λεπτής διάτρητης μεμβράνης (διηθητικός ηθμός) που μοιάζει με κόσκινο ή σίτα. Η ισορροπία ανάμεσα στην παραγωγή υγρού και στην αποχέτευσή του καθορίζει την ενδοφθάλμια πίεση.
Το γλαύκωμα χωρίζεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: Στα γλαυκώματα ανοιχτής γωνίας και τα γλαυκώματα κλειστής γωνίας. Στα ανοιχτής γωνίας η ενδοφθάλμια πίεση είναι αυξημένη, διότι ο ηθμός εμφανίζει αυξημένη αντίσταση στη ροή του υγρού. Έτσι, το υδατοειδές υγρό δεν μπορεί να περάσει ελεύθερα από αυτόν.
Το SLT χρησιμοποιεί πολύ χαμηλή ενέργεια εστιασμένου φωτός για να προσελκύσει κύτταρα του οργανισμού, που στην ουσία «καθαρίζουν» τον ηθμό (σίτα). Η τραμπεκιουλοπλαστική SLT δηλαδή, δεν διανοίγει οπές στους οφθαλμικούς ιστούς. Γι’ αυτό το λόγο τα αποτελέσματά της δεν φαίνονται αμέσως, αλλά αναμένονται σε περίπου 6 εβδομάδες μετά την εφαρμογή της.
Η SLT τραμπεκιουλοπλαστική μπορεί να ωφελήσει περισσότερο:
- Όσους πάσχουν από οφθαλμική υπερτονία (υψηλή πίεση στο μάτι χωρίς γλαύκωμα, δηλαδή χωρίς βλάβη στο οπτικό νεύρο)
- Όσους έχουν διαγνωσθεί με γλαύκωμα ανοιχτής γωνίας ήπιας βαρύτητας
Όταν τα περιστατικά επιλέγονται με βάση τα κριτήρια που έχουν καθοριστεί διεθνώς, η ενδοφθάλμια πίεση μπορεί να ελαττωθεί κατά περίπου 20% και να φθάσει κοντά στα 17mmHg, κατά μέσο όρο.
Πλεονεκτήματα και ανεπιθύμητες ενέργειες
Όπως αναφέρει ο κ. Φιλιππόπουλος, υπάρχουν πλέον καλά σχεδιασμένες μελέτες που δείχνουν πως το σχεδόν 70% των ασθενών που υποβάλλονται σε λέιζερ τραμπεκιουλοπλαστική, δεν χρειάζονται οφθαλμικές σταγόνες για χρονικό διάστημα 6 ετών. Αυτό επιτυγχάνεται με μία ή δύο συνεδρίες.
Οι μελέτες αυτές επίσης δείχνουν πως η SLT τραμπεκιουλοπλαστική πλεονεκτεί της θεραπείας με σταγόνες σε μία σειρά από παραμέτρους όπως:
- Η εξέλιξη του γλαυκώματος
- Το ποσοστό των ασθενών που χρειάζονται αργότερα χειρουργική επέμβαση
Όπως όμως συμβαίνει με όλες οι ιατρικές θεραπείες, έτσι και η SLT τραμπεκιουλοπλαστική μπορεί να έχει ανεπιθύμητες ενέργειες, αν και είναι σπάνιες. Σε 1 στις 800 περιπτώσεις, π.χ., υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί παροδική άνοδος στην ενδοφθάλμια πίεση. Αυτή αντιμετωπίζεται με φάρμακα, χωρίς να επηρεαστεί η αποτελεσματικότητα της θεραπείας.
Στις περισσότερες περιπτώσεις ο ασθενής μπορεί να επιστρέψει στις δραστηριότητές του την ίδια μέρα, χωρίς να χρειασθεί νοσηλεία.
«Το γλαύκωμα είναι μία από τις συχνότερες οφθαλμικές παθήσεις στους ηλικιωμένους. Προκαλεί μη αναστρέψιμες βλάβες στο οπτικό νεύρο, που μπορεί να οδηγήσουν σε απώλεια όρασης εάν δεν επιλεχθεί έγκαιρα η ενδεδειγμένη θεραπεία. Αν όμως η πάθηση διαγνωστεί εγκαίρως και αντιμετωπιστεί, η εξέλιξη της νόσου μπορεί να περιοριστεί σε μεγάλο βαθμό. Η SLT τραμπεκιουλοπλαστική μπορεί να συμβάλλει σε επιλεγμένα περιστατικά στην έγκαιρη, αναίμακτη και ανώδυνη αντιμετώπισή του», καταλήγει ο κ. Φιλιππόπουλος.
Φωτογραφία: iStock




