Φάρμακα GLP-1: Νέα μελέτη συνδέει τη χρήση τους με χαμηλότερα επίπεδα επιθετικότητας

  • Αθηνά Γκόρου
αγωνιστές GLP-1
Ερευνητές διαπίστωσαν ότι η σχέση της παρορμητικότητας και της κατανάλωσης αλκοόλ με τη βίαιη συμπεριφορά ήταν σημαντικά ασθενέστερη σε άτομα που λάμβαναν φάρμακα. Ωστόσο, οι επιστήμονες τονίζουν ότι τα ευρήματα δεν αποδεικνύουν αιτιώδη σχέση και χρειάζονται περαιτέρω μελέτες.

Τα φάρμακα της κατηγορίας GLP-1, τα οποία χρησιμοποιούνται ευρέως για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας και του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, βρίσκονται στο επίκεντρο του επιστημονικού ενδιαφέροντος και για λόγους που ξεπερνούν τον έλεγχο του σωματικού βάρους.

Νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Criminology, υποστηρίζει ότι τα συγκεκριμένα φάρμακα ενδέχεται να επηρεάζουν και ορισμένες συμπεριφορές που συνδέονται με τη βία, πιθανώς μέσω της επίδρασής τους στην παρορμητικότητα και την κατανάλωση αλκοόλ.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα ευρήματα είναι προκαταρκτικά και δεν σημαίνουν ότι τα φάρμακα αυτά μειώνουν άμεσα τη βίαιη συμπεριφορά. Ωστόσο, ανοίγουν ένα νέο πεδίο έρευνας γύρω από τις επιδράσεις των GLP-1 στον εγκέφαλο και στη συμπεριφορά.

Τι είναι τα φάρμακα GLP-1

Τα φάρμακα GLP-1 receptor agonists, όπως η σεμαγλουτίδη που περιέχεται σε γνωστές θεραπείες απώλειας βάρους, μιμούνται τη δράση μιας φυσικής ορμόνης του οργανισμού που συμβάλλει στη ρύθμιση του σακχάρου, της όρεξης και της πέψης.

Τα τελευταία χρόνια, μελέτες έχουν δείξει ότι οι υποδοχείς GLP-1 δεν βρίσκονται μόνο στο πεπτικό σύστημα αλλά και σε περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με το σύστημα ανταμοιβής. Για τον λόγο αυτό οι επιστήμονες εξετάζουν κατά πόσο τα φάρμακα αυτά μπορούν να επηρεάσουν συμπεριφορές που συνδέονται με εθισμούς, όπως το αλκοόλ, το κάπνισμα ή ο παθολογικός τζόγος.

Ορισμένα ερευνητικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι τα GLP-1 μπορεί να μειώνουν την ένταση του ντοπαμινεργικού σήματος ανταμοιβής, δηλαδή την απότομη αύξηση της ντοπαμίνης που συνδέεται με ευχάριστες ή εθιστικές συμπεριφορές.

Τι έδειξε η νέα μελέτη

Οι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία από έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 2025 σε 7.521 ενήλικες στις Ηνωμένες Πολιτείες. Από αυτούς, οι 821 είχαν χρησιμοποιήσει κάποια στιγμή φάρμακο GLP-1.

Η ανάλυση συνέκρινε άτομα που λάμβαναν τη θεραπεία κατά τον χρόνο της έρευνας με άτομα που την είχαν διακόψει. Στόχος ήταν να εξεταστεί αν η χρήση των φαρμάκων επηρεάζει τη σχέση ανάμεσα στην παρορμητικότητα, την κατανάλωση αλκοόλ και τη βίαιη συμπεριφορά.

Η βίαιη συμπεριφορά καταγράφηκε μέσω αυτοαναφερόμενων ερωτηματολογίων που περιλάμβαναν πράξεις όπως οι συμπλοκές, οι επιθέσεις και οι ληστείες.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η συσχέτιση μεταξύ παρορμητικότητας και βίαιης συμπεριφοράς ήταν περίπου 62% ασθενέστερη στους ενεργούς χρήστες GLP-1 σε σύγκριση με όσους είχαν διακόψει τη θεραπεία.

Παράλληλα, η σχέση μεταξύ κατανάλωσης αλκοόλ και βίαιης συμπεριφοράς ήταν περίπου 52% ασθενέστερη στους τρέχοντες χρήστες των φαρμάκων.

Πώς ερμηνεύουν τα ευρήματα οι επιστήμονες

Σύμφωνα με τους συγγραφείς της μελέτης, τα αποτελέσματα δεν υποδηλώνουν ότι τα φάρμακα εξαλείφουν την παρορμητικότητα. Φαίνεται όμως ότι μπορεί να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο η παρόρμηση μετατρέπεται σε πράξη.

Τα φάρμακα GLP-1  δηλαδή, ενδέχεται να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιδρούν στις παρορμήσεις τους. Με άλλα λόγια, ένα άτομο μπορεί να εξακολουθεί να αισθάνεται θυμό, ένταση ή παρορμητικότητα, όμως φαίνεται λιγότερο πιθανό να εκδηλώσει βίαιη συμπεριφορά ως αποτέλεσμα αυτών των συναισθημάτων.

Τι πρέπει να γνωρίζουμε

Οι ίδιοι οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι πρόκειται για μελέτη παρατήρησης. Αυτό σημαίνει ότι καταγράφει συσχετίσεις αλλά δεν μπορεί να αποδείξει ότι τα φάρμακα προκάλεσαν τις διαφορές που παρατηρήθηκαν.

Επιπλέον, η αξιολόγηση της βίαιης συμπεριφοράς βασίστηκε σε αυτοαναφορές των συμμετεχόντων και όχι σε επίσημα ποινικά ή ιατρικά αρχεία.

Για τον λόγο αυτό, οι επιστήμονες τονίζουν ότι απαιτούνται κλινικές και νευροβιολογικές μελέτες υψηλότερης ποιότητας προκειμένου να διαπιστωθεί αν τα GLP-1 επηρεάζουν πράγματι τον κίνδυνο βίαιης συμπεριφοράς και ποιοι ακριβώς μηχανισμοί του εγκεφάλου εμπλέκονται.

Προς το παρόν, το βασικό θεραπευτικό τους όφελος παραμένει η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας και του διαβήτη. Ωστόσο, η νέα έρευνα προσθέτει ακόμη ένα στοιχείο στη διαρκώς διευρυνόμενη εικόνα των πιθανών επιδράσεων αυτών των φαρμάκων στον ανθρώπινο οργανισμό.

ΠΗΓΕΣ: Independent / Forbes /  Criminology / Science Daily

Φωτογραφία: istock