ΕΛΣΤΑΤ: 21,5% των πολιτών 16+ δεν έλαβε την αναγκαία ιατρική φροντίδα – Πιο επιβαρυμένη η υγεία των φτωχότερων
Σημαντικά στοιχεία για την κατάσταση της υγείας, την πρόσβαση σε υπηρεσίες ιατρικής φροντίδας και την ικανοποίηση από τη ζωή των πολιτών ένω των 16 ετών, καταγράφει η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), μέσα από την Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών (SILC) για το έτος 2025, με περίοδο αναφοράς εισοδήματος το 2024.
Η έρευνα αποτελεί βασικό εργαλείο για τη σύγκριση των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αναδεικνύει δε κρίσιμες πτυχές της καθημερινότηταςτων πολτών. Μεταξύ αυτών, περιλαμβάνονται η υγεία του πληθυσμού, οι δυσκολίες πρόσβασης σε ιατρικές υπηρεσίες και το επίπεδο ευημερίας.
Τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι οι ανισότητες στο εισόδημα συνοδεύονται από αντίστοιχες ανισότητες στην υγεία, με τον φτωχό πληθυσμό να εμφανίζεται συστηματικά πιο επιβαρυμένος και πιο ευάλωτος.
ΕΛΣΤΑΤ – Η υγεία του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω
Το 7,0% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω δηλώνει ότι βρίσκεται σε πολύ κακή ή κακή κατάσταση υγείας, ενώ το 14,5% χαρακτηρίζει την υγεία του ως μέτρια. Το 78,5% δηλώνει πολύ καλή ή καλή υγεία.
Διαφορές στην κατάσταση υγείας μεταξύ φτωχού και μη φτωχού πληθυσμού
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, δείχνουν διαφοροποίηση στην αυτοαξιολόγηση της υγείας, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση. Στον μη φτωχό πληθυσμό, το 80,0% δηλώνει ότι έχει πολύ καλή ή καλή υγεία, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στον φτωχό πληθυσμό μειώνεται στο 72,0%.
Σχετικά με τις λιγότερο θετικές αξιολογήσεις της υγείας:
- το 18,3% των φτωχών δηλώνει μέτρια υγεία, έναντι 13,7% των μη φτωχών
- το 9,8% των φτωχών δηλώνει κακή ή πολύ κακή υγεία, έναντι 6,3% των μη φτωχών
Με άλλα λόγια, τα άτομα με χαμηλότερο εισόδημα εμφανίζουν συστηματικά χειρότερη εικόνα υγείας σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό.
Χρόνιο πρόβλημα υγείας
Το 24,0% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω δηλώνει ότι αντιμετωπίζει χρόνιο πρόβλημα υγείας, με το υψηλότερο ποσοστό να καταγράφεται στον φτωχό πληθυσμό, σε σύγκριση με τον μη φτωχό.
Η εικόνα αυτή ενισχύει τη διαπίστωση ότι οι ανισότητες στο εισόδημα συνοδεύονται και από ανισότητες στην υγεία. Τα άτομα με χαμηλότερους οικονομικούς πόρους εμφανίζουν μεγαλύτερη επιβάρυνση από χρόνιες παθήσεις.
Περιορισμοί στην καθημερινότητα λόγω υγείας
Σε ό,τι αφορά την επίδραση της υγείας στην καθημερινότητα, το 8,7% δηλώνει ότι, για διάστημα έξι μηνών ή περισσότερο, περιόρισε σημαντικά τις συνήθεις δραστηριότητές του λόγω προβλήματος υγείας ή δυσκολεύτηκε πολύ σε αυτές. Το 9,1% τις περιόρισε, αλλά όχι σε μεγάλο βαθμό.
Και πάλι τα στοιχεία δείχνουν ως πιο ευάλωτο τον φτωχό πληθυσμό.
Μη κάλυψη αναγκών για ιατρική φροντίδα
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το 21,5% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω, που χρειάστηκε ιατρική εξέταση ή θεραπεία δηλώνει ότι, κατά τους τελευταίους 12 μήνες, υπήρξε περίπτωση που δεν υποβλήθηκε σε αυτήν, παρότι τη χρειαζόταν.
Τα ποσοστά για τον φτωχό και μη φτωχό πληθυσμό ανέρχονται σε 32,8% και 18,6%, αντίστοιχα
Το 20,0% δηλώνει ότι δεν υποβλήθηκε σε ιατρική εξέταση ή θεραπεία λόγω οικονομικών δυσκολιών, μεγάλων λιστών αναμονής ή απόστασης από τον γιατρό.
Σημαντικά εμπόδια και στην οδοντιατρική φροντίδα
Το 30,5% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω που χρειάστηκε οδοντιατρική εξέταση ή θεραπεία, δηλώνει ότι δεν υποβλήθηκε σε αυτήν, παρότι τη χρειαζόταν.
Τα ποσοστά διαφοροποιούνται σημαντικά ανάλογα με το εισόδημα:
- 55,4% για τον φτωχό πληθυσμό
- 26,2% για τον μη φτωχό πληθυσμό
Το 24,3% δηλώνει ότι δεν υποβλήθηκε σε οδοντιατρική θεραπεία λόγω οικονομικών δυσκολιών, μεγάλων λιστών αναμονής ή απόστασης από τον γιατρό.
Επίπεδο ευημερίας και ικανοποίησης από τη ζωή
Τα στοιχεία δείχνουν πόσο ικανοποιημένοι δηλώνουν οι πολίτες από τη ζωή τους, αλλά και τις σημαντικές διαφορές που καταγράφονται μεταξύ κοινωνικών ομάδων.
Συγκεκριμένα:
- Το 4,4% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω δηλώνει πλήρως ικανοποιημένο από τη ζωή του, ενώ το 0,6% δηλώνει καθόλου ικανοποιημένο.
- Το μεγαλύτερο ποσοστό, 62,0%, δηλώνει πολύ ικανοποιημένο, συγκεντρώνοντας υψηλές βαθμολογίες (7 έως 9 σε κλίμακα 0–10).
Η εικόνα διαφοροποιείται αισθητά ανάλογα με την οικονομική κατάσταση. Το 21,8% του φτωχού πληθυσμού δηλώνει καθόλου έως λίγο ικανοποιημένο από τη ζωή του, έναντι 6,6% του μη φτωχού πληθυσμού.
Αντίστοιχα, πλήρως ικανοποιημένο από τη ζωή του δηλώνει το 3,2% του φτωχού πληθυσμού, έναντι 4,7% του μη φτωχού.
Φωτογραφία: istock







Μη κάλυψη αναγκών για ιατρική φροντίδα


