Ελλάδα: Υψηλά επίπεδα ευπιστίας στην παραπληροφόρηση για την υγεία – Το 80% όσων πιστεύουν τα fake news, φοβάται τα εμβόλια

  • Αθηνά Γκόρου
παραπληροφόρηση
Μελέτη του ΕΚΠΑ εξετάζει πώς η ευαλωτότητα στην online παραπληροφόρηση για την υγεία, επηρεάζει τις συμπεριφορές υγείας και την πρόθεση εμβολιασμού.

Η αυξανόμενη εμπιστοσύνη των πολιτών στο διαδίκτυο για θέματα υγείας, προσδίδει επικίνδυνες διαστάσεις σε ένα διαχρονικό πρόβλημα: την παραπληροφόρηση. Σε αυτό το περιβάλλον, όπου πληροφορίες για ασθένειες, φάρμακα, εμβόλια, διατροφή ή «εναλλακτικές» θεραπείες, διακινούνται με ταχύτητα και συχνά χωρίς επιστημονικό έλεγχο, η ευπιστία μπορεί να μετατραπεί σε παράγοντα κινδύνου για τη δημόσια υγεία.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, νέα μελέτη του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) επιχείρησε να διερευνήσει κατά πόσο η ευαισθησία στην παραπληροφόρηση  για την υγεία, μέσω διαδικτύου, συνδέεται με επιβαρυντικές συμπεριφορές υγείας και με διστακτικότητα απέναντι στον εμβολιασμό, στον ελληνικό πληθυσμό.

Πρόκειται για την πρώτη εμπειρική έρευνα στην Ελλάδα που μετρά συστηματικά την επιρρέπεια στην online παραπληροφόρηση ως διακριτή έννοια και εξετάζει τη σύνδεσή της με πραγματικές συμπεριφορές.

Η έρευνα υλοποιήθηκε από το Εργαστήριο Κλινικής Επιδημιολογίας του Τμήματος Νοσηλευτικής του ΕΚΠΑ, με επικεφαλής τον Αναπληρωτή Καθηγητή Πέτρο Γαλάνη και τη συμμετοχή των Ιωάννη Μωύσογλου, Αγλαΐας Κατσιρούμπα και Ολυμπίας Κωνσταντακοπούλου. Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Healthcare.

Για τη μέτρηση της ευαλωτότητας χρησιμοποιήθηκε η Online Misinformation Susceptibility Scale, εργαλείο που αναπτύχθηκε και σταθμίστηκε στο ΕΚΠΑ.

Στη μελέτη συμμετείχαν 402 ενήλικες ηλικίας 18–65 ετών από την Ελλάδα. Ο μέσος χρόνος χρήσης του διαδικτύου, ήταν περίπου 3 ώρες ημερησίως. Παρ’ όλα αυτά, υπήρχε σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ των συμμετεχόντων. Κάποιοι περνούσαν λιγότερο από μία ώρα την ημέρα στο διαδίκτυο, ενώ άλλοι δήλωσαν χρήση που άγγιζε ακόμη και τις 14 ώρες.

Το 55% του δείγματος κατατάχθηκε στην ομάδα υψηλού κινδύνου, δηλαδή στα άτομα που εμφανίζουν αυξημένη ευπιστία σε ψευδείς ειδήσεις για την υγεία.

Έρευνα στην Ελλάδα – Παραπληροφόρηση για την υγεία – Τι έδειξαν τα ευρήματα

Η σύνδεση της παραπληροφόρησης με τις συμπεριφορές υγείας είναι σαφής και μετρήσιμη:

  • 72% των ατόμων που ήταν ευάλωτα στην παραπληροφόρηση είχαν κακές διατροφικές συνήθειες, έναντι 55% των λιγότερο ευάλωτων.
  • 66% δεν πραγματοποιούσε προληπτικές εξετάσεις, έναντι 50% στην ομάδα με χαμηλότερη ευαλωτότητα
  • 56% κάπνιζε ή κατανάλωνε αλκοόλ, έναντι 40% των υπόλοιπων.
  • Στο ζήτημα του εμβολιασμού, 80% των ευάλωτων εξέφραζε φόβο για κινδύνους ή παρενέργειες των εμβολίων, έναντι 65% των λιγότερο ευάλωτων.

Η έρευνα καταγράφει επίσης με σαφήνεια ότι η παραπληροφόρηση για θέματα υγείας συνδέεται με χαμηλότερη εμπιστοσύνη στους θεσμούς, κάτι που ενισχύει και τον φόβο απέναντι στα εμβόλια.

Ήδη κατά το πρώτο lockdown της πανδημίας COVID-19, μόλις το 57,7% των ενηλίκων δήλωνε πρόθυμο να εμβολιαστεί. Η πρόθεση εμβολιασμού ήταν υψηλότερη σε όσους είχαν καλύτερη γνώση για την COVID-19 και απέρριπταν θεωρίες συνωμοσίας.

Η μελέτη κατέδειξε επίσης ότι η ψηφιακή εγγραμματοσύνη, το οικονομικό επίπεδο και η ηλικία επηρεάζουν την ευαλωτότητα. Μόλις 34,7% όσων είχαν υψηλή ψηφιακή επάρκεια ήταν ευάλωτοι, έναντι 60% όσων είχαν χαμηλή. Αντίστοιχα, η ευαλωτότητα έφθανε το 64% στα άτομα χαμηλού οικονομικού επιπέδου, ενώ άγγιζε το 60% στους άνω των 60 ετών.

Οι ερευνητές τονίζουν ότι η σχέση μεταξύ παραπληροφόρησης, συμπεριφορών υγείας και διστακτικότητας απέναντι στα εμβόλια είναι μεν στατιστικά σημαντική, αλλά εξηγεί μόνο ένα μικρό μέρος των συμπεριφορών, καθώς .εμπλέκονται και άλλοι παράγοντες. Ωστόσο, η ίδια η ύπαρξη μετρήσιμης σύνδεσης τεκμηριώνει ότι η παραπληροφόρηση για την υγεία, πρέπει να αντιμετωπιστεί ως παράγοντας κινδύνου.

Παραπληροφόρηση – Ανάγκη εθνικής στρατηγικής δημόσιας υγείας

Σε επίπεδο πολιτικής, τα ευρήματα υπογραμμίζουν την ανάγκη ενσωμάτωσης της αντιμετώπισης της παραπληροφόρησης στις εθνικές στρατηγικές δημόσιας υγείας, στις πολιτικές εμβολιασμού και στα σχέδια ετοιμότητας για μελλοντικές υγειονομικές κρίσεις.

Η συνεργασία με ψηφιακές πλατφόρμες, η ενίσχυση της ψηφιακής παιδείας και η συστηματική, αξιόπιστη θεσμική επικοινωνία, αναδεικνύονται ως κρίσιμοι άξονες.

Φωτογραφία: istock