COVID-19: Γιατί η απώλεια γεύσης επιμένει για χρόνια σε ορισμένους ασθενείς – Τι δείχνει νέα μελέτη
Η απώλεια ή αλλοίωση της γεύσης αποτελεί ένα από τα πιο γνωστά συμπτώματα της COVID-19. Στους περισσότερους ασθενείς η αίσθηση της γεύσης επανέρχεται μέσα σε λίγες εβδομάδες ή μήνες μετά τη νόσηση.
Ωστόσο, ένα μικρό ποσοστό ανθρώπων συνεχίζει να αντιμετωπίζει προβλήματα για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Σε ορισμένες περιπτώσεις η διαταραχή της γεύσης επιμένει ακόμη και έναν χρόνο μετά τη λοίμωξη.
- Διαβάστε επίσης – EMA: «Πράσινο φως» για το πρώτο διπλό εμβόλιο γρίπης – COVID-19
Μέχρι σήμερα δεν υπήρχαν σαφή βιολογικά στοιχεία που να εξηγούν γιατί συμβαίνει αυτό.
Σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Chemical Senses, ερευνητές εντόπισαν συγκεκριμένες αλλαγές στα κύτταρα της γεύσης που θα μπορούσαν να εξηγούν γιατί σε ορισμένους ασθενείς η αποκατάσταση καθυστερεί σημαντικά.
COVID-19 – Πώς διερευνήθηκε η μακροχρόνια διαταραχή της γεύσης
Για να διερευνήσουν τις αιτίες του φαινομένου, επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο Κολοράντο Άνσουτς στις Ηνωμένες Πολιτείες και δύο πανεπιστήμια της Σουηδίας, πραγματοποίησαν σχετική έρευνα. Στο πλαίσιο της μελέτης εξέτασαν 28 άτομα που ανέφεραν αλλοίωση της γεύσης για περισσότερο από έναν χρόνο, μετά τη νόσηση από COVID-19.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι σε 8 από τους 28 συμμετέχοντες καταγράφηκαν σαφώς παθολογικές τιμές σε τεστ γεύσης. Παράλληλα, 11 άτομα ανέφεραν συγκεκριμένη απώλεια της αντίληψης γλυκών, πικρών και ουμάμι γεύσεων (νοστημιά).
Αντίθετα, οι αλμυρές και οι ξινές γεύσεις φαίνεται ότι παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό ανεπηρέαστες.
Μοριακή βλάβη στα κύτταρα που ανιχνεύουν τη γεύση
Η ερευνητική ομάδα, υπό τον συντονισμό του Γιόραν Χέλλεκαντ, διδάκτορα επιστημών και ερευνητή στο Πανεπιστήμιο του Ουισκόνσιν, διαπίστωσε ότι ορισμένα κύτταρα γευστικών υποδοχέων παρουσίαζαν χαμηλότερα επίπεδα αγγελιαφόρου RNA (mRNA).
Το συγκεκριμένο μόριο είναι απαραίτητο για την παραγωγή μιας πρωτεΐνης που ονομάζεται PLCβ2, η οποία διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στη μετάδοση των σημάτων της γεύσης για τις γλυκές, πικρές και ουμάμι γεύσεις.
Ο Τόμας Φίνγκερ, διδάκτορας επιστημών και καθηγητής Κυτταρικής και Αναπτυξιακής Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κολοράντο Άνσουτς και βασικός συγγραφέας της μελέτης, εξηγεί ότι η πρωτεΐνη PLCβ2 λειτουργεί σαν «μοριακός ενισχυτής» μέσα στα κύτταρα της γεύσης. Όπως σημειώνει, ενισχύει το σήμα πριν αυτό μεταδοθεί στον εγκέφαλο και όταν τα επίπεδά της μειώνονται, το σήμα της γεύσης εξασθενεί.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι τα κύτταρα που ανιχνεύουν τις αλμυρές και ξινές γεύσεις βασίζονται σε διαφορετικούς μηχανισμούς σηματοδότησης και δεν εξαρτώνται από την πρωτεΐνη PLCβ2. Αυτή η διαφορά ενδέχεται να εξηγεί γιατί αυτές οι δύο γεύσεις δεν επηρεάστηκαν σημαντικά στους συμμετέχοντες της μελέτης.
COVID-19 – Παρατηρήθηκαν και δομικές αλλοιώσεις στους γευστικούς κάλυκες
Πέρα από τα μοριακά ευρήματα, η μικροσκοπική ανάλυση έδειξε και φυσικές αλλαγές στους γευστικούς κάλυκες, δηλαδή στις μικροσκοπικές δομές της γλώσσας που περιέχουν τα κύτταρα της γεύσης.
Σε ορισμένους συμμετέχοντες ο ιστός φαινόταν φυσιολογικός στο μικροσκόπιο. Σε άλλους, όμως, οι ερευνητές διαπίστωσαν αποδιοργάνωση στη δομή των γευστικών καλύκων. Αυτό σημαίνει ότι τα κύτταρα της γεύσης δεν ήταν σωστά οργανωμένα, κάτι που μπορεί να επηρεάζει τη μετάδοση των σημάτων της γεύσης προς τον εγκέφαλο.
Συμπέρασμα
Υπό φυσιολογικές συνθήκες, τα κύτταρα των γευστικών καλύκων ανανεώνονται κάθε δύο έως τέσσερις εβδομάδες. Η μελέτη δείχνει, ωστόσο, ότι σε ορισμένους ανθρώπους μπορεί να παραμένουν διαταραχές στους μηχανισμούς με τους οποίους τα κύτταρα μεταδίδουν τα σήματα της γεύσης προς τον εγκέφαλο.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι σε ορισμένους ασθενείς με μετα-COVID σύνδρομο η διαταραχή της γεύσης μπορεί να επιμένει ακόμη και πολύ μετά την απομάκρυνση του ιού από τον οργανισμό. Παράλληλα τονίζουν ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να διαπιστωθεί αν αυτές οι μοριακές αλλαγές μπορούν να αναστραφούν πλήρως και αν στο μέλλον θα μπορούσαν να αναπτυχθούν θεραπείες που θα αποκαθιστούν τη φυσιολογική λειτουργία της γεύσης.
Φωτογραφία: istock




