Ασθενείς με εγκεφαλικό ανακτούν τη φωνή τους χάρη σε μια νέα φορητή συσκευή

  • Αθηνά Γκόρου
εγκεφαλικό επεισόδιο
Τα σήματα του σώματος μεταφράζονται γρήγορα από τη συσκευή σε λέξεις και προτάσεις, προσφέροτας ομιλία σε ανθρώπους που έχασαν αυτήν την δυνατότητα μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο.

Μια νέα φορητή τεχνολογία ανοίγει νέους δρόμους για ανθρώπους που αδυνατούν να μιλήσουν μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο. Ερευνητές του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ ανέπτυξαν μια συσκευή που επιτρέπει σε άτομα με διαταραχή ομιλίας να επικοινωνούν φυσικά με ρέοντα λόγο, χωρίς να απαιτούνται χειρουργικές επεμβάσεις ή εμφυτεύματα στον εγκέφαλο.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο επιστημονικό περιοδικό Nature Communications και παρουσιάζει δεδομένα που, αν επαληθευτούν σε μεγαλύτερες μελέτες, θα μπορούσαν να αλλάξουν δραματικά την αντιμετώπιση της δυσκολίας ομιλίας μετά από εγκεφαλικά.

Η απώλεια ομιλίας μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο είναι μια πολύ συχνή επιπλοκή, με σημαντικές επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής. Πολλοί ασθενείς γνωρίζουν τι θέλουν να πουν, αλλά λόγω αδυναμίας στους μύες του προσώπου, του λαιμού ή του στόματος ή επειδή τα σήματα μεταξύ εγκεφάλου και φωνητικών δομών έχουν διαταραχθεί,  αδυνατούν να εκφραστούν με φυσικό τρόπο.

Αυτή η κατάσταση ονομάζεται δυσαρθρία και αντιμετωπίζεται σήμερα κυρίως με λογοθεραπεία, που περιλαμβάνει επαναλαμβανόμενες ασκήσεις προφοράς και λέξεων. Ωστόσο, η πρόοδος είναι αργή και η καθημερινή επικοινωνία παραμένει δύσκολη για πολλούς.

Η συσκευή Revoice εισάγει μια νέα προσέγγιση. Φοριέται γύρω από τον λαιμό σαν ένα ευλύγιστο, άνετο «κολάρο», το οποίο είναι  ελαφρύ, εύχρηστο, και πλενόμενο, ενώ  στο εσωτερικό της βρίσκονται υπερευαίσθητοι αισθητήρες.

Αυτοί οι αισθητήρες καταγράφουν εξαιρετικά μικρές δονήσεις από τους μύες του λαιμού όταν ο χρήστης προσπαθεί να μιλήσει, ακόμη και χωρίς ήχο, και τον καρδιακό ρυθμό, ο οποίος χρησιμεύει ως ένδειξη της συναισθηματικής κατάστασης.

Τα σήματα αυτά τροφοδοτούν ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης το οποίο αποτελείται από δύο κύρια στοιχεία.

  • Το ένα αναδομεί λέξεις από θραύσματα σιωπηλά προφερόμενης ομιλίας
  • ενώ το άλλο χρησιμοποιεί συμφραζόμενα, ώστε να μετατρέπει σύντομες φράσεις σε ολοκληρωμένες και εκφραστικές προτάσεις.

Αυτή η διπλή προσέγγιση σημαίνει ότι η συσκευή δεν μεταφέρει απλώς τα λεγόμενα ενός χρήστη κατά γράμμα, αλλά καταλαβαίνει και το συναίσθημα και το πλαίσιο ώστε η ομιλία να ακούγεται φυσική.

Σε μια πιλοτική δοκιμή, πέντε ασθενείς με δυσαρθρία και δέκα υγιή άτομα χρησιμοποίησαν την εν λόγω τεχνολογία, φορώντας τη συσκευή. Οι συμμετέχοντες «ψιθύρισαν» ή απλώς κινούσαν τα χείλη τους χωρίς να παράγουν καθαρό ήχο, ενώ η συσκευή μετέτρεπε αυτά τα σήματα σε προτάσεις.

Τα ποσοστά σφάλματος ήταν πολύ χαμηλά, 4,2% σε λέξεις και 2,9% σε προτάσεις, γεγονός που δείχνει ότι η τεχνολογία λειτουργεί με υψηλή ακρίβεια ακόμα και όταν τα δεδομένα εισόδου είναι ατελή ή πολύ μικρά.

Η νέα τεχνολογία είναι ιδιαίτερα σημαντική για τους ασθενείς, καθώς είναι πιο εύχρηστη σε σύγκριση με άλλες μεθόδους υποβοηθούμενης ομιλίας, που απαιτούν πληκτρολόγηση ή επιλογή γραμμάτων με τα μάτια. Επιπλέον, προσφέρει ένα ανώδυνο και μη επεμβατικό εναλλακτικό μέσο, σε αντίθεση με τις τεχνολογίες που βασίζονται σε εμφυτεύματα στον εγκέφαλο.

Φωτογραφία: istock