Σχιζοφρένεια και διπολική διαταραχή: Εντοπίστηκε κοινός βιοδείκτης – Τι σημαίνει η ανακάλυψη

  • Αθηνά Γκόρου
Σχιζοφρένεια, διπολική διαταραχή
Νέα διεθνής μετα-ανάλυση χαρτογραφεί κοινές αλλοιώσεις στη λευκή ουσία του εγκεφάλου σε άτομα με σχιζοφρένεια και διπολική διαταραχή, ενισχύοντας την υπόθεση ότι πίσω από διαφορετικές διαγνώσεις μπορεί να κρύβεται ένα κοινό νευροβιολογικό υπόβαθρο.

Για πολλά χρόνια, η ψυχιατρική αντιμετώπιζε τη σχιζοφρένεια και τη διπολική διαταραχή ως δύο ασύνδετες μεταξύ τους ψυχικές διαταραχές. Και πράγματι, η κλινική εικόνα τους είναι ανόμοια. Η σχιζοφρένεια ανήκει στις ψυχωσικές διαταραχές και χαρακτηρίζεται από διαταραχές στην αντίληψη και στη σκέψη, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν παραισθήσεις, παραληρητικές ιδέες, αποδιοργάνωση του λόγου και γνωστικές δυσκολίες.

Η διπολική διαταραχή, από την άλλη, είναι διαταραχή διάθεσης και εκδηλώνεται με έντονες εναλλαγές ανάμεσα σε περιόδους μανίας ή υπομανίας (αυξημένη ενέργεια, μειωμένη ανάγκη ύπνου, επιτάχυνση σκέψης) και σε καταθλιπτικά επεισόδια.

Ενώ λοιπόν τα συμπτώματα της σχιζοφρένειας και της διπολικής διαταραχής είναι σημαντικά διαφορετικά, πολλοί ασθενείς, ανεξάρτητα τη διαταραχή, έχουν βιώσει ψυχωσικό επεισόδιο. Πρόκειται για μια κατάσταση, κατά την οποία ένα άτομο χάνει, προσωρινά, την επαφή με την πραγματικότητα. Σε αυτήν την κατάσταση, ο τρόπος σκέψης, τα συναισθήματα και η συμπεριφορά αλλοιώνονται, καθιστώντας δύσκολη τη διάκριση μεταξύ του τι είναι πραγματικό και τι όχι.

Ακριβώς αυτή η αλληλοεπικάλυψη συμπτωμάτων, έχει οδηγήσει τα τελευταία χρόνια σε μια νέα προσέγγιση. Την ιδέα ότι ορισμένες διαταραχές πιθανόν να μην είναι τόσο άσχετες, αλλά να βρίσκονται πάνω σε ένα κοινό συνεχές. Ένα «φάσμα ψύχωσης». Δηλαδή, διαφορετικές διαγνώσεις μπορεί να μοιράζονται ορισμένους  κοινούς βιολογικούς μηχανισμούς, ακόμη κι αν διαφέρουν κλινικά.

Σχιζοφρένεια και διπολική διαταραχή – Τι ακριβώς εξέτασε η νέα έρευνα

Μια μεγάλη διεθνής μετα-ανάλυση, που δημοσιεύθηκε στο Nature Mental Health, έρχεται να εξετάσει αν η σχιζοφρένεια και η διπολική διαταραχή, έχουν κάποια κοινή νευροβιολογική βάση. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του Πανεπιστημίου της Φλωρεντίας, των Πανεπιστημιακών Νοσοκομείων της Γενεύης και της Ομοσπονδιακής Πολυτεχνικής Σχολής της Λωζάνης (EPFL).

Οι ερευνητές συγκέντρωσαν δεδομένα από 96 μελέτες που είχαν χρησιμοποιήσει μια ειδική μορφή μαγνητικής τομογραφίας, την απεικόνιση τανυστή διάχυσης (DTI). Πρόκειται για τεχνική που δεν «βλέπει» απλώς δομές, αλλά εκτιμά και την ποιότητα της λευκής ουσίας, δηλαδή των «μονοπατιών» που συνδέουν περιοχές του εγκεφάλου και επιτρέπουν τη μεταξύ τους επικοινωνία. Αν θέλουμε να το πούμε απλά, η λευκή ουσία μοιάζει με ένα δίκτυο καλωδίων. Όταν το δίκτυο αυτό δεν είναι καλά οργανωμένο, η επικοινωνία μπορεί να γίνεται λιγότερο αποτελεσματικά.

Ευρήματα – Κοινό «αποτύπωμα» σε μια κρίσιμη εγκεφαλική γέφυρα

Το πιο σταθερό εύρημα της μετα-ανάλυσης αφορούσε το μεσολόβιο (corpus callosum), τη βασική δομή που συνδέει το αριστερό και το δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου και επιτρέπει την επικοινωνία μεταξύ τους. Οι ερευνητές διαπίστωσαν συγκεκριμένη αλλοίωση της λευκής ουσίας στη συγκεκριμένη περιοχή, τόσο σε άτομα με σχιζοφρένεια όσο και σε άτομα με διπολική διαταραχή που εμφανίζουν ψυχωσικά χαρακτηριστικά, ενισχύοντας την ιδέα ενός κοινού νευροβιολογικού υπόβαθρου.

Οι ερευνητές έκαναν ακόμη κάτι σημαντικό. Έλεγξαν στατιστικά την επίδραση παραγόντων όπως η ηλικία και το φύλο. Με απλά λόγια, προσπάθησαν να αποκλείσουν το ενδεχόμενο, τα ευρήματα να οφείλονται απλώς στο ότι κάποιοι συμμετέχοντες ήταν μεγαλύτεροι ή ότι υπήρχαν διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Όταν έκαναν αυτόν τον έλεγχο, τα αποτελέσματα όχι μόνο παρέμειναν, αλλά σε ορισμένες αναλύσεις έγιναν ακόμη πιο καθαρά. Αυτό ενισχύει την υπόθεση ότι οι διαταραχές στη λευκή ουσία μπορεί να είναι μέρος του βιολογικού μηχανισμού της ψύχωσης, όχι απλώς ένα αποτέλεσμα «χρόνιας πορείας» της νόσου.

Τι σημαίνει πρακτικά για διάγνωση και θεραπεία

Οι συγγραφείς δεν λένε ότι η σχιζοφρένεια και η διπολική διαταραχή είναι «το ίδιο». Λένε όμως ότι, πέρα από τις διαφορές, μπορεί να υπάρχει ένα κοινό βιολογικό υπόβαθρο που σχετίζεται με το ψυχωσικό στοιχείο. Επίσης, το μεσολόβιο προτείνεται ως πιθανός υποψήφιος βιοδείκτης (ένα βιολογικό χαρακτηριστικό που θα μπορούσε, μελλοντικά, να βοηθήσει στην κατανόηση ή και στην εκτίμηση κινδύνου).

Το επόμενο βήμα, όπως τονίζουν, είναι οι διαχρονικές μελέτες, είναι να παρακολουθηθούν άνθρωποι που έχουν αυξημένο κίνδυνο για ψύχωση και να φανεί αν αυτές οι εγκεφαλικές διαφορές υπάρχουν πριν εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα. Αν αποδειχθεί ότι προηγούνται, θα μιλάμε πιθανόν για δείκτη ευαλωτότητας. Αν εμφανίζονται μετά, τότε ίσως είναι συνέπεια της νόσου ή των επεισοδίων.

Σε κάθε περίπτωση, η κατεύθυνση που ανοίγει αυτή η έρευνα είναι σαφής. Η ψυχιατρική κινείται σταδιακά προς ένα μοντέλο που δεν βασίζεται μόνο στις «ετικέτες» των διαγνώσεων, αλλά προσπαθεί να καταλάβει τους κοινούς βιολογικούς μηχανισμούς που μπορεί να τις συνδέουν, με στόχο πιο στοχευμένες και εξατομικευμένες παρεμβάσεις στο μέλλον.

Φωτογραφία: istock