Η ΔΕΠΥ δεν εξαφανίζεται με την ηλικία: Τι συμπτώματα προκαλεί

  • Ρούλα Τσουλέα
ΔΕΠΥ
Πώς σχετίζεται με τον αυτισμό και με σοβαρά προβλήματα υγείας. Ποια σημάδια να ανησυχήσουν τους γονείς.

Η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) δεν είναι απλώς αφηρημάδα, ούτε «παιδική φάση» ή θέμα κακής συμπεριφοράς, όπως πολλοί νομίζουν.

Είναι μια συχνή νευροαναπτυξιακή διαταραχή, η οποία είναι γενετική και εκδηλώνεται με συμπτώματα απροσεξίας, υπερκινητικότητας και παρορμητικότητας, σε βαθμό που επηρεάζουν την καθημερινότητα του ατόμου.

H Δρ Τερψιχόρη Κόρπα, ψυχίατρος παιδιού & εφήβου, πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Μελέτης ΔΕΠΥ & διευθύντρια της Ψυχιατρικής Κλινικής Παιδιών & Εφήβων στο Νοσοκομείο Παίδων «Π. & Α Κυριακού», σε συνέντευξη της στο Πρακτορείο FM ξεκαθαρίζει ότι η ΔΕΠΥ δεν εξαλείφεται με την πάροδο της ηλικίας. Απλώς, σε αρκετές περιπτώσεις αλλάζουν μορφή τα συμπτώματα και δεν επηρεάζουν τόσο την λειτουργικότητα του ασθενούς.

Αναφέρει ακόμα ότι η σύγχρονη επιστημονική γνώση ανατρέπει παλιούς φόβους, όπως αυτοί για τα φάρμακα. Όπως εξηγεί, όταν χορηγούνται σωστά και σε συνδυασμό με ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις, όχι μόνο δεν επιβαρύνουν, αλλά μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο για κατάθλιψη, άγχος, σχολική αποτυχία, αλλά και χρήση ουσιών.

Επιπλέον, εξηγεί πώς σχετίζεται η ΔΕΠΥ με τον αυτισμό και με σοβαρά προβλήματα υγείας, ποια σημάδια πρέπει να ανησυχήσουν τους γονείς και ποιες είναι οι σύγχρονες θεραπευτικές επιλογές.

Ερ: Ο παγκόσμιος επιπολασμός της ΔΕΠΥ στα παιδιά σχολικής ηλικίας εκτιμάται περίπου στο 5-7%. Στους ενήλικες τα επιδημιολογικά δεδομένα δείχνουν συχνότητα 2-5%. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να εξαλειφθεί στην ενήλικη ζωή;

Απ: Όχι, δεν εξαλείφεται η ΔΕΠΥ. Απλώς αλλάζουν μορφή τα συμπτώματα και κάποιες περιπτώσεις πιο ήπιες ενδεχομένως, είναι υποκλινικές. Δηλαδή σημαντικός αριθμός ανθρώπων (περίπου οι μισοί, ίσως 70-80%) μεγαλώνοντας έχουν διαφορετικές εκφράσεις της συμπτωματολογίας τους, σε βαθμό που να μην επηρεάζεται τόσο η λειτουργικότητά τους. Επομένως μιλάμε για ΔΕΠΥ σε ύφεση.

Βέβαια, η εκτίμηση του επιπολασμού εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως πολιτισμικά στοιχεία του δείγματος, πηγές των πληροφοριοδοτών, το ταξινομητικό σύστημα, τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται κ.λπ.

Ερ: Υπάρχουν πολλές μορφές ΔΕΠΥ; Σχετίζεται κάποια από αυτές με τον αυτισμό;

Απ: Ουσιαστικά υπάρχουν δύο μορφές. Η πρώτη είναι η ΔΕΠΥ συνδυασμένου υποτύπου. Κατ’ αυτήν, ο πάσχων εμφανίζει συμπτώματα απροσεξίας και συμπτώματα υπερκινητικότητας και παρορμητικότητας, σε βαθμό που εμποδίζουν την καθημερινότητα του.

Η δεύτερη είναι η μορφή της απροσεξίας, όπου η υπερκινητικότητα, η παρορμητικότητα, η ανησυχία στους μεγαλύτερους, δεν είναι εμφανής. Αντίθετα υπάρχει πιο έντονα το σύμπτωμα της ελλειμματικής προσοχής. Δηλαδή δυσκολία τού να συγκεντρωθεί το άτομο σε κάτι, να επαναφέρει την προσοχή του, να ξεχνάει, να κάνει λάθη απροσεξίας, να μην οργανώνεται και άλλα.

Σε σχέση με τον αυτισμό μπορεί να υπάρχει συννοσηρότητα. Η αλήθεια είναι ότι πάρα πολλές περιπτώσεις ατόμων που ανήκουν στο φάσμα του αυτισμού και κυρίως υψηλής λειτουργικότητας, παρουσιάζουν και συμπτώματα ΔΕΠΥ.

Ερ: Η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής – υπερκινητικότητας είναι νευροβιολογική ή σχετίζεται με θέματα ανατροφής; Υπάρχουν μήπως ένοχα γονίδια ή μεταλλάξεις; Αν ναι, πόσο αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης;

Απ: Η ΔΕΠΥ είναι μία νευροανάπτυξιακή διαταραχή. Είναι δηλαδή μία κατάσταση με την προδιάθεση της οποίας κάποιος γεννιέται. Από κει και πέρα, μεγαλώνοντας θα εκφράσει με διάφορους τρόπους, σε διαφορετικό βαθμό και με διαφορετικές επιμέρους συμπτωματολογίες, τις αδυναμίες που προαναφέραμε.

Η ΔΕΠΥ είναι γενετική. Έχουν ενοχοποιηθεί διάφορα γονίδια, τα οποία επηρεάζουν την επικοινωνία των νευρώνων στον εγκέφαλο. Υπάρχει μια χημική διαδικασία στον εγκέφαλο, η οποία προκαλεί αδυναμία ενορχήστρωσης σε αρμονία των διαφόρων λειτουργιών του εγκεφάλου. Για αυτό εξάλλου, κατά τα άλλα φυσιολογικά άτομα, παρουσιάζουν αδυναμίες στη συγκέντρωση της προσοχής.

Το περιβάλλον μπορεί να επιτείνει την ένταση των συμπτωμάτων. Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που έχουν αντίκρισμα οι διάφορες ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις, όπως:

  • Η οργάνωση
  • Η διατήρηση της προσοχής με διάφορες τεχνικές
  • Οι τεχνικές διαχείρισης του χρόνου για την αντιστάθμιση, όχι την εξάλειψη των συμπτωμάτων της ΔΕΠΥ

Ερ: Μεγάλη μελέτη του 2026 έδειξε ότι τα φάρμακα για τη ΔΕΠΥ δεν αυξάνουν τον κίνδυνο ψύχωσης. Αντιθέτως μπορεί να μειώνουν τον κίνδυνο σοβαρών ψυχιατρικών προβλημάτων όταν χορηγούνται νωρίς. Τι έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια και τι περιμένετε;

Aπ: Τα φάρμακα για την ΔΕΠΥ όχι μόνο δεν αυξάνουν τον κίνδυνο για ψύχωση, αλλά αντιθέτως προστατεύουν από πολλές παρενέργειές της, εφόσον δίδονται από τις ηλικίες που πρέπει με ένα συστηματικό και επιβλεπόμενο τρόπο.

Έχει, π.χ., τεκμηριωθεί επιστημονικά πώς όσοι κάνουν θεραπεία για ΔΕΠΥ, έχουν πολύ μικρότερο κίνδυνο να κάνουν χρήση ουσιών, να αντιμετωπίσουν σχολική αποτυχία, να βιώσουν άγχος ή κατάθλιψη. Και αυτό γιατί ζουν με λιγότερη ΔΕΠΥ, που αποτελεί παράγοντα κινδύνου για όλα αυτά.

Στην Ελλάδα, αυτή τη στιγμή έχουμε τη μεθυλφαινιδάτη σε μορφή βραχείας ή μακρότερης αποδέσμευσης, που είναι το μοναδικό φάρμακο, το οποίο είναι ευρέως διαθέσιμο για τη διαταραχή. Ανήκει στην κατηγορία των διεγερτικών του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ). Ουσιαστικά βοηθά τον εγκέφαλο να λειτουργεί καλύτερα σε θέματα προσοχής και συγκέντρωσης, επηρεάζοντας ουσίες που σχετίζονται με την εγρήγορση και τον έλεγχο της σκέψης.

Φάρμακα καινούργια δεν έχω ακούσει να βγαίνουν. Αυτό που περιμένουμε στην Ελλάδα είναι να επανακυκλοφορήσουν ορισμένα, όπως η ατομοξετίνη (δεν είναι διεγερτικό) που κυκλοφορούσε παλαιότερα, καθώς και ορισμένες αμφεταμίνες που είναι διαθέσιμες μόνο στο εξωτερικό.

Σε κάθε περίπτωση, η φαρμακευτική αγωγή είναι σημαντικό όπλο στη φαρέτρα μας. Αρκεί να συνδυάζεται με ψυχοκοινωνικές θεραπείες, οι οποίες βελτιώνουν τη διαχείριση της συμπεριφοράς σε κάθε πλαίσιο.

Ερ: Με τί είδους προβλήματα υγείας ή άλλα συνδέεται η ΔΕΠΥ;

Απ: Η ΔΕΠΥ σχετίζεται με διάφορα προβλήματα, τόσο για τον ίδιο τον ασθενή, όσο και για το περιβάλλον του. Είναι ένα συνεχές στρες για το οικογενειακό σύστημα και εξαιτίας αυτού του στρες συνδέεται είτε χρόνια είτε περιστασιακά με:

  • Ψυχοσυναισθηματικές δυσκολίες
  • Καρδιαγγειακά προβλήματα
  • Γαστρεντερικά προβλήματα κ.λπ.

Ερ: Ποια είναι τα συμπτώματα που θα υποψιάσουν τον γονιό και σε ποιον γιατρό πρέπει να αποταθεί;

Απ: Από το νηπιαγωγείο ήδη το παιδάκι μπορεί να έχει μία δυσκολία να παραμείνει στον κύκλο για το παραμύθι, να συγκεντρωθεί, να ελέγξει τη συμπεριφορά του στο μάθημα ή στο διάλειμμα. Τα παιδάκια με ΔΕΠΥ συνήθως τρέχουν πάνω κάτω, σκαρφαλώνουν περισσότερο από τα άλλα, πειράζουν τα πάντα και είναι πιο ανήσυχα.

Ο γονιός με την παραίνεση του δασκάλου ή του παιδιάτρου καλό είναι να συμβουλευτεί ένα ειδικό ψυχικής υγείας. Αυτός μπορεί να είναι ένας αναπτυξιακός παιδίατρος ή ψυχίατρος παιδιών και εφήβων. Ο ιατρός θα αξιολογήσει τις συμπεριφορά του παιδιού, θα παρακολουθήσει πώς εξελίσσεται και ενδεχομένως να βάλει κάποια διάγνωση.

Ερ: Τι πρόβλεψη υπάρχει για αυτά τα παιδιά στο σχολείο στη χώρα μας;

Απ: Στη χώρα μας ένα παιδί αν έχει διασπαστική, υπερκινητική και διαλυτική για τη συνοχή της τάξης συμπεριφορά, μπορεί να πάρει παράλληλη στήριξη. Αυτή προσφέρεται από εξειδικευμένο εκπαιδευτικό που βοηθάει το μαθητή μέσα στην τάξη.

Η παράλληλη στήριξη προσφέρεται μετά από αξιολόγηση από τις αρμόδιες εκπαιδευτικές υπηρεσίες του υπουργείου Παιδείας (ΚΕΔΑΣΥ), εφ’ όσον βέβαια υπάρξει κάποια έγγραφη ιατρική διάγνωση.

Επίσης, μπορεί να τύχει ειδικών ρυθμίσεων για την παρακολούθηση των μαθημάτων. Μπορεί λ.χ. να κάθεται μακριά από πηγές θορύβου, να του δίνεται περισσότερος χρόνος σε εξετάσεις κ.λπ.

Το κράτος παρέχει τη δυνατότητα, μέσω της δημόσιας ασφάλισης (ΕΟΠΥΥ), να καλύπτονται θεραπευτικές παρεμβάσεις και υποστηρικτικές υπηρεσίες, όπως λογοθεραπεία, εργοθεραπεία και ψυχολογική υποστήριξη, για παιδιά και ενήλικες με διαγνωσμένες δυσκολίες.

Ερ: Η διάγνωση στα παιδιά σε τι ηλικία γίνεται;

Απ: Μετά τα 4-5 έτη μπορεί να γίνει μία ασφαλής διάγνωση.

Ερ: Η φαρμακευτική αγωγή δίνεται δια βίου ή περιστασιακά;

Απ: Εξαρτάται από τις ανάγκες και τις περιστάσεις. Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να δοθεί φαρμακευτική αγωγή και πριν από τα 6 έτη, που είναι η επίσημη έναρξη, εάν κριθεί από τον γιατρό ότι κινδυνεύει εξαιρετικά η σωματική ακεραιότητα του παιδιού.

Φωτογραφία: istock