Γιατί παθαίνουμε κρίσεις πανικού: Ο ειδικός εξηγεί τι κρύβεται πίσω από τον φόβο

Παλικρούσης Λ. Θωμάς
Διαιτολόγος – Διατροφολόγος & Ψυχολόγος
& Τεχνολόγος Τροφίμων
ΜSc Διασφάλιση Ποιότητας, ΜSc Χημεία Τροφίμων, MSc Διαχείριση Ποιότητας
MSc Διαχείριση Γήρανσης & Χρόνιων Νοσημάτων, MSc(c) Εφαρμοσμένη Αναπτυξιακή Ψυχολογία
PhD(c) Επιστήμη & Τεχνολογία Τροφίμων
Η Ελένη μεγάλωσε βλέποντας τη μητέρα της να ανησυχεί έντονα για την υγεία της. Θυμάται πόσο συχνά εκείνη φοβόταν όταν αισθανόταν ταχυκαρδία ή ζάλη. Χρόνια αργότερα, η Ελένη περνά μια ιδιαίτερα πιεστική περίοδο στη δουλειά της. Όταν εμφανίζει κρίσεις πανικού, αναρωτιέται: Μήπως το κληρονόμησα από τη μητέρα μου; Ή μήπως φταίει όλο αυτό το στρες;
Το ερώτημά της είναι εύλογο. Ωστόσο, η εμφάνιση μιας κρίσης πανικού σπάνια μπορεί να αποδοθεί με βεβαιότητα σε έναν μόνο παράγοντα.
Τελικά, τι προκαλεί τις κρίσεις πανικού;
Οι ακριβείς αιτίες των κρίσεων πανικού και της Διαταραχής Πανικού δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως. Ωστόσο, τα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι στην εμφάνισή τους μπορεί να συμβάλλει ένας συνδυασμός βιολογικών, ψυχολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Η κατανόηση αυτών των παραγόντων αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η Διαταραχή Πανικού επηρεάζει περίπου το 3% του πληθυσμού και εμφανίζεται περίπου δύο φορές συχνότερα στις γυναίκες σε σύγκριση με τους άνδρες.
Ειδικότερα, η Mental Health UK, βρετανικός οργανισμός που δραστηριοποιείται στην ενημέρωση, την ευαισθητοποίηση και την υποστήριξη της ψυχικής υγείας, και η Mayo Clinic, ένας από τους πλέον αναγνωρισμένους μη κερδοσκοπικούς ακαδημαϊκούς οργανισμούς υγείας των ΗΠΑ, αναδεικνύουν τον ρόλο της κληρονομικότητας, των νευροβιολογικών μηχανισμών, της ιδιοσυγκρασίας, του έντονου στρες και των τραυματικών εμπειριών. Παράλληλα, ορισμένες ουσίες μπορούν να λειτουργήσουν ως εκλυτικοί παράγοντες κρίσεων πανικού σε ευάλωτα άτομα.
Οι παράγοντες αυτοί, ωστόσο, δεν επηρεάζουν όλοι με τον ίδιο τρόπο την εμφάνιση και την εξέλιξη του πανικού. Μπορούμε να τους διακρίνουμε σε τρεις βασικές κατηγορίες:
1. Προδιαθεσικοί παράγοντες: Αυξάνουν την ευαλωτότητα ενός ανθρώπου στην εμφάνιση κρίσεων πανικού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα τις εκδηλώσει απαραίτητα.
2. Εκλυτικοί παράγοντες: Μπορούν να πυροδοτήσουν την εμφάνιση μιας κρίσης πανικού σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή.
3. Παράγοντες διατήρησης: Μπορούν να συμβάλλουν στην επανάληψη των κρίσεων και στη διατήρηση του προβλήματος.
Η διάκριση αυτή είναι σημαντική, καθώς όσα μας καθιστούν περισσότερο ευάλωτους στον πανικό δεν είναι απαραίτητα εκείνα που πυροδοτούν ή συντηρούν τις κρίσεις.
Προδιαθεσικοί παράγοντες: Τι μας κάνει πιο ευάλωτους στον πανικό;
Οι προδιαθεσικοί παράγοντες αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης κρίσεων πανικού ή Διαταραχής Πανικού, χωρίς να καθορίζουν αν κάποιος θα εμφανίσει τελικά κρίσεις ή τη διαταραχή. Σε αυτούς περιλαμβάνονται η κληρονομικότητα, ορισμένοι νευροβιολογικοί παράγοντες, χαρακτηριστικά της ιδιοσυγκρασίας και πρώιμες δυσμενείς εμπειρίες.
Η κληρονομικότητα φαίνεται να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο, καθώς η Διαταραχή Πανικού εμφανίζεται συχνότερα σε ανθρώπους με σχετικό οικογενειακό ιστορικό. Σύμφωνα με οικογενειακές μελέτες, περίπου το 10–20% των συγγενών πρώτου βαθμού ατόμων με Διαταραχή Πανικού εμφανίζει επίσης τη διαταραχή. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι μεταβιβάζεται αναπόφευκτα από τους γονείς στα παιδιά.
Σε νευροβιολογικό επίπεδο, ορισμένοι άνθρωποι ενδέχεται να έχουν μεγαλύτερη ευαισθησία στα εγκεφαλικά συστήματα που επεξεργάζονται τον φόβο και την απειλή. Αυτό μπορεί να συνδέεται με ευκολότερη ενεργοποίηση της αντίδρασης συναγερμού, ακόμη και όταν δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος.
Σε επιστημονική ανασκόπηση με τίτλο The Neurobiology of Panic: A Chronic Stress Disorder, που δημοσιεύθηκε στις 10 Νοεμβρίου 2017 στο περιοδικό Chronic Stress, ο ψυχίατρος και ερευνητής Andrew W. Goddard παρουσιάζει ευρήματα που συνδέουν τη Διαταραχή Πανικού με τη λειτουργία εγκεφαλικών δικτύων επεξεργασίας του φόβου. Ωστόσο, δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως κατά πόσο οι παρατηρούμενες διαφοροποιήσεις προϋπάρχουν της διαταραχής ή σχετίζονται και με την εξέλιξή της.
Η ιδιοσυγκρασία μπορεί επίσης να επηρεάζει την ευαλωτότητα ενός ανθρώπου, ιδιαίτερα όταν χαρακτηρίζεται από αυξημένη ευαισθησία απέναντι στην απειλή. Σημαντικός παράγοντας θεωρείται και η αγχώδης ευαισθησία, δηλαδή η τάση να φοβάται κανείς τις ίδιες τις σωματικές εκδηλώσεις του άγχους, όπως την ταχυκαρδία ή τη ζάλη, επειδή τις θεωρεί ενδεχομένως επικίνδυνες.
Οι πρώιμες δυσμενείς εμπειρίες, όπως η κακοποίηση ή η παρατεταμένη ανασφάλεια στην παιδική ηλικία, έχουν επίσης συσχετιστεί με αυξημένη ευαλωτότητα σε αγχώδεις διαταραχές. Παράλληλα, το οικογενειακό περιβάλλον μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο μαθαίνουμε να αντιλαμβανόμαστε τον φόβο.
Για παράδειγμα, η Ελένη ενδέχεται να έχει επηρεαστεί από τις έντονες αντιδράσεις της μητέρας της απέναντι σε ορισμένες σωματικές αισθήσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι αντιδράσεις αυτές προκάλεσαν απαραίτητα τις κρίσεις της.
Η προδιάθεση, επομένως, δεν αποτελεί πρόβλεψη. Ένας άνθρωπος μπορεί να συγκεντρώνει αρκετούς παράγοντες κινδύνου και να μην εμφανίσει ποτέ Διαταραχή Πανικού.
Εκλυτικοί παράγοντες: Τι μπορεί να πυροδοτήσει μια κρίση πανικού;
Ενώ οι προδιαθεσικοί παράγοντες σχετίζονται με την ευαλωτότητα ενός ανθρώπου, οι εκλυτικοί παράγοντες αφορούν τις συνθήκες που μπορεί να πυροδοτήσουν μια κρίση πανικού σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή.
Ένας παράγοντας που έχει συνδεθεί με την εμφάνιση κρίσεων πανικού είναι το έντονο στρες. Δύσκολα γεγονότα, όπως μια απώλεια, ένας χωρισμός, οικονομικά προβλήματα ή αυξημένες επαγγελματικές πιέσεις, μπορεί να προηγούνται της εμφάνισης κρίσεων πανικού. Μάλιστα, όταν το στρες παρατείνεται, μπορεί να συμβάλλει και στη γενικότερη ευαλωτότητα ενός ανθρώπου, χωρίς να αποτελεί από μόνο του επαρκή εξήγηση για την εμφάνιση πανικού.
Μια κρίση μπορεί επίσης να πυροδοτηθεί από σωματικές αισθήσεις, όπως η ταχυκαρδία, η ζάλη ή οι αλλαγές στην αναπνοή. Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί να παρατηρήσει ότι η καρδιά του χτυπά γρηγορότερα μετά από σωματική άσκηση και να αισθανθεί έντονο φόβο. Οι αισθήσεις αυτές δεν είναι απαραίτητα επικίνδυνες, αλλά σε ορισμένους ανθρώπους μπορεί να αποτελέσουν αφορμή για την εκδήλωση πανικού.
Ρόλο μπορούν να διαδραματίσουν και ορισμένες ουσίες, ιδιαίτερα όσες αυξάνουν τη σωματική διέγερση. Η υπερβολική κατανάλωση καφεΐνης, για παράδειγμα, μπορεί να προκαλέσει ταχυκαρδία, νευρικότητα ή τρέμουλο και, σε ευάλωτα άτομα, να συμβάλει στην εμφάνιση μιας κρίσης πανικού.
Ωστόσο, δεν έχουν όλες οι κρίσεις πανικού κάποιο εμφανές ερέθισμα. Ορισμένες εκδηλώνονται απροσδόκητα, ακόμη και σε στιγμές που ο άνθρωπος αισθάνεται ήρεμος, χωρίς να μπορεί να εντοπίσει τι τις πυροδότησε. Αυτό δεν σημαίνει ότι η κρίση είναι ανεξήγητη, αλλά ότι δεν είναι πάντοτε δυνατό να αναγνωριστεί ένας συγκεκριμένος εκλυτικός παράγοντας.
Παράγοντες διατήρησης: Γιατί μπορεί να επαναλαμβάνονται οι κρίσεις;
Η εμφάνιση μιας κρίσης πανικού δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα ακολουθήσουν και άλλες. Ωστόσο, ο φόβος μιας νέας κρίσης, η ανησυχία για τις σωματικές αισθήσεις και η αποφυγή καταστάσεων που συνδέονται με τον πανικό μπορούν να συμβάλουν στη διατήρηση του προβλήματος.
Στο επιστημονικό άρθρο A Cognitive Approach to Panic, που δημοσιεύθηκε το 1986 στο περιοδικό Behaviour Research and Therapy, ο ψυχολόγος David M. Clark περιγράφει πώς η καταστροφική ερμηνεία σωματικών αισθήσεων, όπως η ταχυκαρδία, μπορεί να ενισχύσει τον φόβο και να δημιουργήσει έναν φαύλο κύκλο πανικού. Έτσι, παράγοντες που δεν προκάλεσαν την πρώτη κρίση ενδέχεται να συμβάλλουν στην επανάληψή της.
Η πρώτη κρίση πανικού δεν καθορίζει τη συνέχεια
Ας επιστρέψουμε στην Ελένη. Οι εμπειρίες της από το οικογενειακό περιβάλλον ενδέχεται να επηρέασαν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τις σωματικές εκδηλώσεις του άγχους, ενώ η περίοδος έντονου στρες που βίωνε ίσως συνέβαλε στην εμφάνιση της πρώτης κρίσης πανικού. Κανένας από αυτούς τους παράγοντες, ωστόσο, δεν αρκεί από μόνος του για να εξηγήσει με βεβαιότητα τι συνέβη.
Το ίδιο σημαντικό είναι και όσα ακολουθούν την πρώτη κρίση. Ο τρόπος με τον οποίο ένας άνθρωπος ερμηνεύει τις σωματικές του αισθήσεις και αντιμετωπίζει τον φόβο μιας νέας κρίσης μπορεί να επηρεάσει την εξέλιξη του προβλήματος. Η πορεία του πανικού, επομένως, δεν είναι προδιαγεγραμμένη. Με την κατάλληλη ψυχοθεραπευτική υποστήριξη, ο άνθρωπος μπορεί να μάθει να αντιμετωπίζει αποτελεσματικότερα τον πανικό και να ανακτήσει σταδιακά την εμπιστοσύνη στον εαυτό του και στην καθημερινότητά του.





