«Δύσκολες» συζητήσεις: 2 βασικές στρατηγικές για να τις διαχειριζόμαστε

  • Αθηνά Γκόρου
δύσκολες συζητήσεις
Πώς η συναισθηματική ρύθμιση και η σωστή γλώσσα μπορούν να μετατρέψουν δύσκολες συζητήσεις σε ευκαιρία ουσιαστικής σύνδεσης.

Κάθε ουσιαστική σχέση, προσωπική ή επαγγελματική, αργά ή γρήγορα θα χρειαστεί να αντέξει μια δύσκολη συζήτηση. Θέματα όπως η απογοήτευση, η πληγή, τα όρια, η αλλαγή, η απώλεια ή η ανισορροπία δύναμης δεν μπορούν να αποφεύγονται επ’ άπειρον. Αποτελούν μέρος της «ύλης» των σχέσεων. Πρόκειται για ζητήματα που συχνά καθορίζουν τη διάρκεια και την ποιότητά τους.

Όσοι  δεν αποφεύγουν τις δύσκολες συζητήσεις ούτε επιδιώκουν να τις «κερδίσουν», είναι εκείνοι που αναφέρονται ως συναισθηματικά ασφαλείς . Η δε διαφορά τους, βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίον διαχειρίζονται τον εαυτό τους  τη στιγμή της έντασης. Η λειτουργία του νευρικού τους συστήματος, ο τρόπος που ερμηνεύουν τα γεγονότα και οι στρατηγικές που επιλέγουν, συνεργάζονται σωστά,  ώστε να μειώνεται η αίσθηση της απειλής, να αυξάνεται η διαύγεια και να διατηρείται η σύνδεση με τον άλλον.

Η συναισθηματική ασφάλεια συνδέεται στενά με την ασφαλή προσκόλληση, την αποτελεσματική ρύθμιση των συναισθημάτων και μια σταθερή αίσθηση εαυτού, που δεν εξαρτάται από διαρκή εξωτερική επιβεβαίωση.

Έρευνες δείχνουν ότι τα άτομα με αυτά τα χαρακτηριστικά διαχειρίζονται καλύτερα τις διαπροσωπικές συγκρούσεις, εμφανίζουν χαμηλότερη φυσιολογική αντίδραση στο στρες και, μακροπρόθεσμα, αναφέρουν υψηλότερη ικανοποίηση από τις σχέσεις τους.

Δύσκολες συζητήσεις – Οι δύο κρίσιμες στρατηγικές

Η ικανότητα συναισθηματικής ρύθμιση

Όταν μια συζήτηση φορτίζεται συναισθηματικά, ενεργοποιείται γρήγορα το σύστημα του εγκεφάλου που αφορά στην ανίχνευσης απειλής, κυρίως η αμυγδαλή. Το σώμα προετοιμάζεται για «μάχη ή φυγή ». Αυξάνεται ο καρδιακός ρυθμός, οι μύες σφίγγουν και η προσοχή περιορίζεται στο άμεσο ερέθισμα.

Την ίδια στιγμή, ο προμετωπιαίος φλοιός, η περιοχή δηλαδή που σχετίζεται με τη λογική σκέψη, τον έλεγχο των παρορμήσεων και την ικανότητα κατανόησης της οπτικής του άλλου, φαίνεται σαν να χάνει μέρος  της δύναμής του. Με απλά λόγια, όταν το σώμα «πιστεύει» ότι κινδυνεύει, η ουσιαστική επικοινωνία γίνεται δυσκολότερη.

Τα άτομα με συναισθηματική ασφάλεια δίνουν προτεραιότητα στη φυσιολογική ρύθμιση, πριν επιχειρήσουν να λύσουν το ζήτημα. Παρατηρούν τα σημάδια έντασης,  το σφίξιμο στο στήθος, τη ρηχή αναπνοή, την παρόρμηση να διακόψουν ή να αποσυρθούν και αποφασίζουν να επιβραδύνουν τον ρυθμό τους. Μια βαθιά αναπνοή, μια σύντομη παύση πριν από την απάντηση, η χαλάρωση της στάσης του σώματος ή η μείωση της έντασης της φωνής, λειτουργούν ως μικρές, αλλά ουσιαστικές, παρεμβάσεις.

Έρευνες δείχνουν ότι όταν κάποιος καταφέρνει να διαχειρίζεται τα συναισθήματά του κατά τη διάρκεια μιας κοινωνικής αλληλεπίδρασης – για παράδειγμα σε μια έντονη συζήτηση – ενεργοποιείται περισσότερο το παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα. Δηλαδή ο μηχανισμός του σώματος που σχετίζεται με την ηρεμία και την αίσθηση ασφάλειας.

Η φυσιολογική αποκλιμάκωση συνοδεύεται από μετρήσιμες αλλαγές στη συμπεριφορά. Περισσότερη ενσυναίσθηση, λιγότερη αντιδραστικότητα, μεγαλύτερη ευελιξία. Όταν μειώνεται η αίσθηση απειλής, δημιουργείται χώρος για καθαρότερη σκέψη και λιγότερο αμυντική επικοινωνία. Έτσι, οι πιθανότητες για μια λύση που να ικανοποιεί και τις δύο πλευρές, αυξάνονται σημαντικά.

Με άλλα λόγια, οι συναισθηματικά ασφαλείς άνθρωποι δεν προσπαθούν να «λύσουν» το πρόβλημα ενώ βρίσκονται σε εσωτερικό συναγερμό. Ρυθμίζουν πρώτα τον εαυτό τους και το συναίσθημά τους, ώστε να μπορέσουν να σχετιστούν πιο ουσιαστικά με τον άλλον.

Η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει…

Εξίσου κρίσιμη είναι η γλώσσα που χρησιμοποιείται σε ένα διάλογο. Υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο να περιγράφει κανείς τον αντίκτυπο, τις συνέπειες ενός λάθους ή μιας συμπεριφοράς, από το  να αποδίδει ευθύνη ή να επιτίθεται στον χαρακτήρα του άλλου.

Φράσεις που ξεκινούν με «Πάντα…», «Ποτέ…», «Με κάνεις να νιώθω…» συχνά δίνουν την εντύπωση ειλικρίνειας, όμως στην πράξη γενικεύουν και είναι επιθετικές. Αυτή η στάση προκαλεί άμυνα. Μετατρέπει τη συζήτηση σε παιχνίδι «νίκη–ήττα» και έτσι το πραγματικό πρόβλημα φεύγει από το επίκεντρο. Το βασικό ζητούμενο παύει να είναι η κατανόηση.  Βασικό πλέον πρόβλημα, είναι  η αυτοπροστασία.

Αντίθετα, οι συναισθηματικά ασφαλείς συνομιλητές θεμελιώνουν τον λόγο τους στη δική τους εμπειρία. Περιγράφουν τι παρατήρησαν, πώς το ερμήνευσαν και πώς τους επηρέασε, χωρίς να μετατρέπουν το γεγονός σε συνολική κρίση για τον άλλον. Η διατύπωση έχει σημασία. Μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Brain, Cognition and Mental Health, έδειξε ότι ακόμη και η πρώτη πρόταση μιας δύσκολης συζήτησης επηρεάζει ουσιαστικά τη συναισθηματική της πορεία.

Δηλώσεις σε πρώτο πρόσωπο («Εγώ ένιωσα…», «Παρατήρησα ότι…», «Δυσκολεύομαι με…») αξιολογούνται ως λιγότερο εχθρικές. Είναι δηλαδή πολύ λιγότερο πιθανό να προκαλέσουν άμυνα, σε σύγκριση με δηλώσεις που εστιάζουν στο «εσύ». Οι πιο εποικοδομητικές συζητήσεις, είναι εκείνες που αναγνωρίζουν ταυτόχρονα τη δική μας εμπειρία και την οπτική του άλλου.

Μιλώντας από προσωπική εμπειρία και όχι αποδίδοντας κατηγορία ο ένας στον άλλον, μειώνεται το επίπεδο διαπροσωπικής απειλής. Το νευρικό σύστημα των συνομιλητών δεν ενεργοποιείται αμυντικά και παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο ουσιαστικής επίλυσης.

Δεν χρειάζεται να υπερβάλλουν για να τους πάρουν στα σοβαρά, ακριβώς επειδή εμπιστεύονται ότι η εμπειρία τους αποτελεί επαρκή απόδειξη. Και επειδή η αυτοεκτίμησή τους δεν εξαρτάται από το αν θα «νικήσουν» στην αλληλεπίδραση, μπορούν να είναι ακριβείς αντί επιθετικοί κατήγοροι.

Η αξιοπρέπεια και των δύο πλευρών

Οι δύσκολες συζητήσεις δεν μπορούν να αποφευχθούν σε σχέσεις που έχουν σημασία. Μπορούν όμως να γίνουν με τρόπο που διατηρεί την αξιοπρέπεια και των δύο πλευρών. Η ικανότητα ρύθμισης του εαυτού και η επιλογή λόγου που βασίζεται στην εμπειρία και όχι στην κατηγορία δεν είναι απλώς επικοινωνιακές τεχνικές· είναι θεμέλια συναισθηματικής ασφάλειας και μακροχρόνιας σύνδεσης.

Φωτογραφία: istock