Αναβλητικότητα: Τι δείχνουν 40 χρόνια έρευνας για όσους αφήνουν τις δουλειές τους για αργότερα
Οι περισσότεροι από εμάς, αναβάλλουμε κατά καιρούς κάποιες από τις υποχρεώσεις, χωρίς αυτό να αποτελεί πρόβλημα. Για ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού, όμως, η αναβλητικότητα δεν είναι περιστασιακή συνήθεια αλλά σταθερό μοτίβο συμπεριφοράς.
Ο δρ Τζόζεφ Φεράρι, καθηγητής Ψυχολογίας στο DePaul University του Σικάγο, αφιέρωσε περισσότερα από 40 χρόνια στη μελέτη του φαινομένου. Σύμφωνα με τα ευρήματά του, περίπου το 20% των ενηλίκων είναι χρόνιοι αναβλητικοί. Πρόκειται για ανθρώπους που καθυστερούν συστηματικά, σκόπιμα και χωρίς λογικό λόγο την ολοκλήρωση σημαντικών εργασιών, ακόμη κι όταν γνωρίζουν ότι η καθυστέρηση θα τους δημιουργήσει προβλήματα.
Γιατί αναβάλλουμε όσα πρέπει να κάνουμε
Ο Φεράρι υποστηρίζει ότι η αναβλητικότητα δεν σχετίζεται πρωτίστως με την κακή διαχείριση χρόνου. Αντίθετα, πρόκειται κυρίως για ζήτημα συναισθηματικής διαχείρισης.
Πολλοί άνθρωποι καθυστερούν να ξεκινήσουν μια εργασία επειδή φοβούνται την αποτυχία, την κριτική ή το ενδεχόμενο να μην ανταποκριθούν στις προσδοκίες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αναβολή λειτουργεί ως ένας μηχανισμός αυτοπροστασίας.
Αν κάποιος αποτύχει έχοντας ξεκινήσει την τελευταία στιγμή, μπορεί να αποδώσει το αποτέλεσμα στην έλλειψη χρόνου και όχι στις ικανότητές του. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που οι ψυχολόγοι περιγράφουν ως «αυτοϋπονόμευση» (self-handicapping).
Ο μύθος της απόδοσης υπό πίεση
Ωστόσο, έρευνα του Φεράρι και των συνεργατών του έδειξε ότι οι αναβλητικοί όχι μόνο χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να ολοκληρώσουν μια εργασία, αλλά συχνά έχουν και χειρότερες επιδόσεις σε σύγκριση με όσους δεν εμφανίζουν τάση για αναβλητικότητα. Παράλληλα, τείνουν να υπερεκτιμούν την απόδοσή τους, θεωρώντας συχνά ότι τα πήγαν καλύτερα από ό,τι στην πραγματικότητα.
Τι μπορεί να βοηθήσει
Η αντιμετώπιση της αναβλητικότητας δεν φαίνεται να εξαρτάται μόνο από καλύτερη οργάνωση του χρόνου. Σύμφωνα με τον Τζόζεφ Φεράρι, το πρόβλημα έχει κυρίως συναισθηματικές ρίζες και γι’ αυτό η λύση δεν βρίσκεται απλώς σε ένα πιο αυστηρό πρόγραμμα, αλλά στην αλλαγή του τρόπου με τον οποίο το άτομο σκέφτεται και αντιμετωπίζει τις υποχρεώσεις του.
Η προσέγγιση αυτή υποστηρίζεται και από ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στο Frontiers in Psychology, σύμφωνα με την οποία οι παρεμβάσεις γνωσιακής-συμπεριφορικής θεραπείας (CBT) μπορούν να μειώσουν σημαντικά την αναβλητικότητα, καθώς βοηθούν τους ανθρώπους να αναγνωρίζουν και να διαχειρίζονται τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις συμπεριφορές που τη συντηρούν.
Πρακτικά βήματα που προτείνουν οι ειδικοί:
- χωρίστε μια μεγάλη εργασία σε μικρότερα και πιο διαχειρίσιμα βήματα
- θέστε συγκεκριμένες και ρεαλιστικές προθεσμίες
- ξεκινήστε από το πρώτο, πιο απλό βήμα αντί να περιμένετε την «κατάλληλη στιγμή»
- περιορίστε τους περισπασμούς κατά τη διάρκεια της εργασίας
- αναγνωρίστε αν πίσω από την αναβολή κρύβεται φόβος αποτυχίας ή τελειομανία
- επιβραβεύστε τον εαυτό σας όταν ολοκληρώνετε έναν στόχο
Περισσότερο από μια κακή συνήθεια
Οι ειδικοί τονίζουν ότι η χρόνια αναβλητικότητα δεν είναι απλώς θέμα οργάνωσης. Μπορεί να συνδέεται με άγχος, χαμηλή αυτοπεποίθηση, τελειομανία ή δυσκολία διαχείρισης δυσάρεστων συναισθημάτων. Γι’ αυτό και η αντιμετώπισή της δεν ξεκινά από το ημερολόγιο ή τη λίστα υποχρεώσεων, αλλά από την κατανόηση των λόγων που οδηγούν κάποιον να μεταθέτει συνεχώς όσα γνωρίζει ότι πρέπει να κάνει.
Με πληροφορίες από Washington Post
Φωτογραφία: istock




